Γίνε και εσύ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ-ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ του kataggeilte.blog στείλε και εσύ το άρθρο σου,με την φωτογραφία η το βίντεο που θέλεις και δεστο στην ροή των άρθρων του .

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Αναμνήσεις από την παλιά Αθήνα

Οι γειτονιές, τα φλερτ, η φτώχεια, η διασκέδαση, οι εκδρομές, οι αναμνήσεις.

Τέσσερεις κάτοικοι της Αθήνας διηγούνται τις αναμνήσεις τους από την πόλη.

Ο ένας έλεγε στον άλλον καλημέρα από καρδιάς, το αντιλαμβανόσουν αυτό,
υπήρχε αλληλεγγύη.


Όχι όπως σήμερα που όταν λες σε κάποιον καλημέρα χωρίς να τον ξέρεις σε
κοιτάει λες και είσαι κανένας κύναιδος.

Αναμνήσεις από την παλιά Αθήνα


του Νικόλα Γεωργιακώδη


Έχετε αναρωτηθεί ποτέ πως ήταν η ζωή στις παλιές συνοικίες της Αθήνας;
Πώς ήταν οι γειτονιές στο Κολωνάκι του 40;
Στα ταβερνεία του Ψυρρή την δεκαετία του ’50;
Στην Καλλιθέα;



Ποιες να ήταν άραγε οι εκδρομές των κατοίκων της παλιάς Αθήνας; Σίγουρα όχι
ένα Σαββατοκύριακο στον Παρνασσό ή τα Καλάβρυτα.
Ίσως κάτι περισσότερο σε… Εκάλη ή Κηφισιά. Άντε και κανένα Διόνυσο
για… μονοήμερη!

Ιστορίες να ακούσεις από την παλιά Αθήνα υπάρχουν δεκάδες. Όρεξη να έχεις
και να καταφέρεις να βρεις τους κατάλληλους ανθρώπους και αυτοί θα σου
ανοίξουν την καρδιά τους και θα σε μεταφέρουν νοητά σε άλλες εποχές.




Μάνα στην Αθήνα ετών… 18 Η κ. Άννα Τσιροζίδη ήρθε στην Αθήνα το 1955 σε
ηλικία 17 ετών. Δύο χρόνια μετά παντρεύεται τον
άντρα της ζωής της και μένουν μαζί στο Παγκράτι
και μετά στο Κολωνάκι. Όπως λέει, τα πράγματα ήταν
ήρεμα τότε στην πόλη, οι εμφύλιοι είχαν περάσει
και ο κόσμος είχε ηρεμήσει:


«Η Αθήνα ήταν ήρεμη και εμείς σαν νεαρά παιδιά
διασκεδάζαμε όσο μπορούσαμε. Η διασκέδασή μας
ήταν τo απογευματινό τσάι 6 με 9. Αυτό μας επέτρεπαν οι γονείς μας τότε.
Ήταν η εποχή του βερμούτ, δεν υπήρχε κόκα κόλα. Στην Αθήνα υπήρχαν ελάχιστα
αυτοκίνητα και κινούμασταν πάρα πολύ με ποδήλατα τα οποία λέγαμε ‘παπάκια’.


Ο κόσμος διασκέδαζε πολύ, ακόμα και οι παντρεμένοι. Κάθε Σάββατο βγαίναμε
απαραιτήτως στην Πανεπιστήμιου, ήταν ο Λεβ από τους παλιούς μουσικούς τότε
στην μόδα και έπαιζε μπλουζ. Η γρήγορη μουσική και τα ζευγάρια που χόρευαν
χωριστά ήρθαν πολύ μετά.


Σήμερα οι νεαρές μαμάδες εργάζονται, εμείς τότε δεν εργαζόμασταν γιατί θεωρείτο
ότι αν εργαζόμασταν δεν ήταν τιμητικό για τον άντρα μας.


Μόνο οι γυναίκες πολύ χαμηλών στρωμάτων εργάζονταν. Ξεκίνησα να σπουδάσω
για να γίνω συμβολαιογράφος σαν τον πατέρα μου, αλλά δεν πρόλαβα να δώσω
εξετάσεις γιατί γνώρισα τον άντρα μου και παντρεύτηκα. Δεν ήταν τόσο διαδεδομένες
τότε οι σπουδές. Όνειρο του κάθε γονιού ήταν να παντρευτούμε πριν
φτάσουμε τα 25. Αν μια κοπέλα γινόταν 25 χρονών και δεν είχε παντρευτεί, θεωρείτο
ελλατωματική. Απίστευτα πράγματα. Ήταν αυτή η νοοτροπία τότε, αν εργαζόσουν
και ήσουν μάνα ήταν ντροπή. Αργότερα στα 25 μου άρχισαν τα πάρτι στα σπίτια.
Οργανώναμε πάρα πολλά πάρτι και παιδικά.


Όταν γιορτάζαμε τις ονομαστικές εορτές δεν ήταν όπως σήμερα που παίρνεις
ένα τηλέφωνο για χρόνια πολλά και τέλος. Τότε για να βάλεις τηλέφωνο περίμενες
μερικά χρόνια αφού κάνεις την αίτηση. Μαζευόταν κόσμος στο σπίτι και χορεύαμε
συνεχώς.


Βγαίναμε σχεδόν κάθε βράδυ. Ήταν τότε στην μόδα να πάμε να φάμε φραμπουάζ
στην Κηφισιά, να φάμε παγωτό στην Αλάσκα, να πάμε σινεμά.


Κάθε βράδυ ερχόντουσαν οι άντρες και μας έβγαζαν έξω, για ποτό, για φαγητό, για
χορό. Χορεύαμε πάρα πολύ τότε. Πάρτι αποκριάτικα, τσα-τσα, λίγο τουίστ που
χόρευαν οι μαμάδες μας, χαμός. Μου άρεσε αυτή η ανεμελιά του κόσμου στην πόλη.
Δεν φοβόσουν για τίποτα και για κανέναν. Δεν σε έκλεβαν. Τα καλοκαίρια
κοιμόμασταν έξω, χωρίς να καν να κλειδώνουμε την πόρτα του σπιτιού.



Στις γειτονιές όλοι τους γνώριζαν όλους, δεν υπήρχαν τεράστιες πολυκατοικίες.
Στις απόκριες βγαίναμε στους δρόμους και γινόμασταν όλοι μια τεράστια
μασκαρεμένη παρέα. Δεν ξέρω αν σας περιγράφω μια ιδανική εποχή, αλλά όταν
την συγκρίνω με τα μετέπειτα χρόνια ήταν πράγματι ιδανική. Ντυνόμασταν
οι γυναίκες με ωραία ρούχα, σήμερα δεν χρειάζεσαι ένα ακριβό ρούχο για να πας
όπου θες. Τότε αν ήσουν γυναίκα έπρεπε να ντυθείς καλά όπου και αν πήγαινες.

Σήμερα οι κοπέλες είναι ελεύθερες και άνετα αλλάζουν κάποιο φλερτ με ένα άλλο,
και τις θαυμάζω γι’ αυτό. Στην εποχή του ’50 αυτό δεν τολμούσε να το κάνει κανείς
φανερά. Όσες κοπέλες άλλαζαν φλερτ το έκαναν με άκρα μυστικότητα, έτσι ήταν
η νοοτροπία. όλα κρυφά. Τώρα τι είναι καλύτερο σε σχέση με την σημερινή ασυδοσία,
δεν ξέρω. Το φλερτ τότε ήταν διακριτικό, σπάνια θα έβγαινε ένα σκάνδαλο έξω».



Οι βόλτες και τα «νυφοπάζαρα» στην Καλλιθέα


Η κ. Δέσποινα Κόκλα ήρθε στην Αθήνα από το Ναύπλιο την δεκαετία του 1940 σε
ηλικία 15 χρονών. Αρχικά έμενε στην Κυψέλη με τον αδερφό της όπου και μεγάλωσε
τα δύσκολα κατοχικά χρόνια, τα χρόνια όπου για να πάρεις ψωμί χρειαζόσουν
δελτίο και η πείνα ήταν μεγάλη. Σε ηλικία 18 χρονών, μετακόμισε με την οικογένειά
της στην Καλλιθέα. Εκεί την βρήκαμε και μας μίλησε για τα χρόνια της νιότης:


«Στα 18 μου ήμουν πλέον στην Καλλιθέα. Προσπαθούσα να βρω δουλειά γιατί τότε
δεν υπήρχαν προοπτικές για μετέπειτα σπουδές καθώς δεν είχαμε την οικονομική
άνεση για να πάω σε Πανεπιστήμιο. Μια ορισμένη μόνο τάξη ανθρώπων είχε το
υπόβαθρο για να το κάνει τότε. Εμείς είχαμε έρθει κατεστραμμένοι από την Κατοχή
στην Αθήνα και προσπαθούσαμε να σταθούμε στα πόδια μας.


Θυμάμαι ακόμα τους νεανικούς περίπατους με τις φίλες στο λεγόμενο «νυφοπάζαρο»
στην Χαροκόπου, η Θησέως τότε είχε ακόμα το τραμ στην μέση. Μετά είχαμε τα
πάρτι, που μαζευόμασταν όλοι σε σπίτι και βάζαμε το γραμμόφωνο να παίζει.
Κουρδιστό ήταν. Στο σινεμά τότε έπαιζε ωραία έργα με τον Robert Taylor και τον
Clarke Cable, πηγαίναμε συνέχεια στο Παλλάς και στον Ορφέα. Μπαράκια δεν
υπήρχαν όπως σήμερα, ούτε ντίσκο.


Υπήρχαν μόνο τα μεγάλα εστιατόρια όπου τραγούδαγε ο Γούναρης και ο Μαρούδας.
Μετά από μερικά χρόνια, την δεκαετία του ’50 βγήκε και ο Χιώτης που έκανε
πρόγραμμα με την Μαίρη Λίντα, τα φημισμένα βιολιά του Μωράκη.


Εκείνη την περίοδο είχε ξεκινήσει και ο Γιώργος Οικονομίδης να κάνει τα ξακουστά
«πρωινά» του κάθε Κυριακή για την νεολαία της εποχής και γέμιζε το Αττικόν,
παίζοντας τζαζ και πηγαίναμε εκεί με ένα εισιτήριο όπως αυτό που παίρναμε
για το σινεμά.



Οι γειτονιές τότε ήταν πολύ πιο «κλειστές», δεν υπήρχαν πολυκατοικίες. Έβγαιναν
στην πόρτα οι κυρίες με τα σκαμνάκια τους, πλέκανε και καθόντουσαν εκεί με τις
ώρες. Τα παιδιά παίζαμε στις αλάνες και στους δρόμους. Στο σπίτι όμως τα
πράγματα ήταν με ελλείψεις μεγάλες. Κρέας τρώγαμε μόνο κάθε Κυριακή, άντε
να είχαμε και κανά ψαράκι μεσοβδόμαδα. Κοτόπουλο για να φας τότε θα έπρεπε
να ήσουν πλούσιος και να είχες 2-3 κότες στην αυλή, ήταν πολυτέλεια.


Δεν έβρισκες τότε να αγοράσεις κοτόπουλο και όταν είχες κοτόπουλο μαγειρεμένο
στο σπίτι, πρέπει να ήταν ιδιαίτερη μέρα, να είχες καλεσμένους. Πολύ μεγάλη
αλληλεγγύη τότε στις γειτονιές, ‘κυρά –Κατίνα μου τελείωσε η ζάχαρη, στείλε μου
ένα κουπάκι’, ‘μου τελείωσε το ρύζι έχεις να μου δώσεις; θα στο φέρω όταν πάρω’.

Αγαπούσα τις βόλτες στην Χαροκόπου, έκανες τη βόλτα με την φίλη σου αγκαζέ,
έβλεπες ποιο αγόρι σου άρεσε, το οποίο όμως δεν το πλησίαζες δεν σε πλησίαζε.
Συναντιόσασταν μόνο με τα μάτια. Ήταν κάπως απόμακρο. Φυσικά είχαμε και τις
καντάδες τότε. Υπήρχαν μερικά αγόρια που έπαιζαν ακορντεόν, κιθάρα και όταν τους άρεσε ένα κορίτσι το βράδυ αφού γύριζαν σπίτι πήγαιναν κάτω από το μπαλκόνι του κοριτσιού που αγαπούσαν και της τραγουδούσαν κομμάτια του Πολυμέρη και του Κορινθίου.


Τηλέφωνα στο σπίτι δεν είχαμε τότε, είχε το περίπτερο ή ο μπακάλης και σε φώναζαν αυτοί αν είχες κάποιο τηλέφωνο. Ή κάποια καλή γειτόνισσα που ήταν πλούσιας οικογενείας, η οποία θα έστελνε την υπηρέτρια να σε ειδοποιήσει.

Το ’60 άλλαξαν τα πράγματα. Εμφανίστηκαν πολλές ταβέρνες στην περιοχή, βγήκαν τα μπουζουκάδικα, ο Μπιθικώτσης, ο Τσιτσάνης τραγουδούσαν στην Καστέλλα και ο Μαρούδας επίσης εκεί συγκέντρωνε εκλεκτό κόσμο. Στα κουτούκια μαζεύονταν παρέες, κάποιος έπαιζε κιθάρα, κάποιος τραγούδαγε, μετά άρχισαν να φέρνουν ορχήστρες με 2-3 άτομα και χορεύαμε εκεί.

Μπορεί να μην είχαμε λεφτά τότε, όμως πηγαίναμε εκδρομούλες. Αν ένας από την παρέα είχε αυτοκίνητο, μαζευόμασταν όλοι στο αυτοκίνητό του για να πάμε εκδρομή. Το θεωρούσαμε τότε πολύ μακρινή εκδρομή να πάμε Διόνυσο φερ’ ειπείν. Η Εκάλη για εμάς ήταν εξοχή. Η Πεντέλη; Ημερήσια εκδρομή!»


Οι μπεκρήδες και τα ταβερνεία του Ψυρρή
Επόμενος σταθμός μας στου Ψυρρή. Εκεί ο κ. Γιώργος Γαλίτης, ήρθε πριν από 50 περίπου χρόνια από την Εύβοια, σε ηλικία 19 χρονών, για να δουλέψει αρχικά ως παραγιός στο κουρείο του ξακουστού Κάλφα και ύστερα να ανοίξει το δικό του μπαρμπέρικο στην Αγίων Αναργύρων. Σήμερα παραμένει εκεί, στη γειτονιά που έζησε τα νεανικά του χρόνια και αγάπησε όσο τίποτα. Μάλιστα νοικιάζει έναν μικρό χώρο στην ίδια οδό, απέναντι από την εκκλησία, όπου συνεχίζει να εξυπηρετεί τους πελάτες του, όπως παλιά. Μας μίλησε για την λαϊκή συνοικία, τους μπεκρήδες και τα σκηνικά στις παλιές ταβέρνες:
«Μεγάλη φτώχεια στου Ψυρρή τότε, ελάχιστοι είχαν λεφτά, αλλά υπήρχε ένα άλλο ενδιαφέρον στην ζωή μας.

Ο ένας έλεγε στον άλλον καλημέρα από καρδιάς, το αντιλαμβανόσουν αυτό, υπήρχε αλληλεγγύη. Όχι όπως σήμερα που όταν λες σε κάποιον καλημέρα χωρίς να τον ξέρεις σε κοιτάει λες και είσαι κανένας κύναιδος.

Ήταν άρρωστος ένας μπατίρης στο νοσοκομεία και έπρεπε να βγάλει από την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων χαρτί απορίας. Κάναμε έρανο και ας μην είχαμε πολλά λεφτά και πηγαίναμε να τον ενισχύσουμε, συνέχεια γινόταν αυτό. Πέθαινε κάποιος, δεν είχαν να τον θάψουν, τρέχαμε όλοι να τσοντάρουμε.

Τότε ο Ψυρρής ήταν γεμάτος με πανέμορφα κτίρια, μετά το ’60 άρχισαν να τα γκρεμίζουν για να χτίσουν πολυκατοικίες, δεν υπήρχε Υπουργείο Πολιτισμού τότε και γινόταν χαμός. Όποιος ήθελε γκρέμιζε.

Η καθημερινότητά μας; Δουλειά, καλαμπούρι και φτώχεια. Δίπλα μου έμενε ένας μεγάλος έμπορος, ο Ηλιόπουλος, από ξακουστή οικογένεια. Είχε πάρει τότε αυτοκίνητο το ’55 και πηγαίναμε πιτσιρίκια από πίσω του να μυρίσουμε τον καπνό που έβγαζε. Μας άρεσε, δεν υπήρχε τότε καυσαέριο στην Αθήνα. Είχε και μια σχάρα στα πλάγια και πατάγαμε πάνω εκεί και πηδάγαμε καβάλα για να μας πάει βόλτα. Αυτή ήταν η πλάκα μας. Μετά πηγαίναμε για κρασάκι στις ταβέρνες, είχαμε πολλές ταβέρνες.

Σε μια υπόγεια εδώ πιο δίπλα, Χούντας λεγόταν, είχε ένα κρασί σκέτο διαμάντι. Τότε τα κρασιά των Μεσογείων ήταν άλλο πράμα. Ρετσίνα, την έβαζες στο ποτήρι σου και ήταν σαν σόδα, την έπινες και χώνευες, τόσο ωραία ήταν. Ο Χούντας λοιπόν είχε στην υπόγα του μερικά βαρέλια χιλιάρικα ξύλινα και τηγάνιζε μπακαλιάρο σκορδαλιά, μάλιστα δεν τον έπλενε πολύ για να είναι αλμυρός και να πίνουν κρασί οι μπεκρήδες.

Σε ένα από τα βαρέλια είχε γράψει κιόλας τα λεγόμενα ‘δέκα κατοσταράκια’. Έλεγε ότι το 1ο κατοσταράκι φέρνει όρεξη, το δεύτερο υγεία, το τρίτο φέρνει την χαρά, το τέταρτο την ευτυχία, το πέμπτο τη συζήτηση, το έκτο φασαρία, το έβδομο τη συμπλοκή το όγδοο αστυνομία, το ένατο τη φυλακή το δέκατο ζημία.



Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια μέρα στην ταβέρνα του Σπαταναίου, όπου είχε μαζευτεί μια παρέα τριάντα ατόμων μπεκρήδες όλοι, είχαν βγάλει και Πρόεδρο.


Εκεί χώραγε τσαγκάρης, κουρέας, εργάτης, δικηγόρος , στρατηγός εν αποστρατεία, όλοι χώραγαν αρκεί να συμφωνήσουν να μην πειράζει ο ένας τον άλλον.


Εκείνη την ημέρα λοιπόν, ο Σπαταναίος έφερε μια οκκά κρασί στο τραπέζι και ο Πρόεδρος των μπεκρήδων εν ονόματι Κουκουδάρης του λέει ‘έλα δω Βασίλη, γιατί μας έφερες τέτοιο κρασί; Δεν είναι το ίδιο με αυτό που μας φέρνεις συνήθως’. Κόκκινη κάρτα και φεύγουν και οι 30 από το μαγαζί. Πάνε πιο κάτω στην Κριεζή στον Φύκο, ωραία καθαρή ταβέρνα με δύο κιθάρες και δύο καλλίφωνους μπεκρήδες να παίζουν ρεμπέτικα και να περνάνε ωραία και τα πίνουν εκεί θυμωμένοι με τον Σπαταναίο. Το επόμενο πρωί ο ιδιοκτήτης, ο Ήντας, πάει να ανοίξει το μαγαζί και βλέπει όλες τις κάνουλες από τα βαρέλια βγαλμένες και όλο το κρασί στο πάτωμα. Παθαίνει έμφραγμα και πάει νοσοκομείο. Καταστροφή.

Καλεί συμβούλιο ο Πρόεδρος των Μπεκρήδων για να αποφασίσουν τι θα κάνουν με την ταβέρνα. ‘Δεν έχουμε ταβέρνα καλή να πιούμε’, τους λέει, ‘Στον Σπαταναίο δεν πάμε ποτέ ξανά, μας έφερε κακό κρασί’. Και αποφασίζουν να βάλουν λεφτά, να φέρουν καινούργιο μάγειρα να βοηθάει τη γυναίκα του ιδιοκτήτη και να βοηθήσουν τον Ήντα που ήταν στο νοσοκομείο. Κατάλαβες τι κόσμος υπήρχε τότε; Φτώχεια, φτώχεια, αλλά και αλληλεγγύη.

Τις κοπέλες ήταν δύσκολο να τις προσεγγίσουμε τότε, είχαμε ένα τηλέφωνο γραμμένο σε κάτι χαρτάκια στην τσέπη μας και τους γράφαμε ‘τι ωραία είσαι κτλ’ και τους τα δίναμε. Αν γέλαγε αυτή, πάει να πει ότι ήθελε. Έπαιρνε τηλέφωνο και αρχίζαμε τα σ’αγαπώ μ’αγαπάς και κλείναμε ραντεβού. Περιορισμένα πράγματα, όχι όπως είναι τώρα. Επίσης τότε δεν υπήρχαν ναρκωτικά, υπήρχε μόνο το χασίς και η περιοχή ήταν γεμάτη χασικλήδες. Δεν υπήρχε η πρέζα».



Γλέντια και διασκέδαση με ένα χαρτζιλίκι


Η κ. Δέσποινα Φούτα γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Κολωνάκι το 1924. Ο πατέρας της ήταν ο Πέτρος Πουλίδης, ο πρώτος Έλληνας φωτορεπόρτερ. Δανειστήκαμε μερικές από τις ευχάριστες αναμνήσεις της από την δεκαετία του ’40, όπως τις διηγήθηκε στην Τράπεζα Αναμνήσεων του οργανισμού Memoro (δείτε περισσότερα για το αξιέπαινο αυτό εγχείρημα συλλογής… αναμνήσεων εδώ):


«Τις απόκριες βάζαμε ρεφενέ από ένα 100αρικο και γλεντούσαμε μέχρι το πρωί και τραγουδούσαμε όλοι μαζί. Ήταν ωραίες εποχές. Περάσαμε ωραία ζωή τότε. Με λίγα λεφτά και περνάγαμε πολύ ωραία, τραγουδούσαμε στις ταβέρνες γινόμαστε ένα πράγμα όλοι. Στην Πλάκα μας ξέρανε τότε. Είχε τα ταβερνάκια τα ωραία. Ένα βράδυ βρέθηκα εγώ μέσα σε ένα πούλμαν. ‘Βρε πως ήρθα εγώ στο πούλμαν;’ αναρωτιόμουν. Γύρναγα μεθυσμένη, και με βάλανε σε ένα πουλμαν μέσα. Και τραγουδούσαμε στους δρόμους και χαιρόταν ο κόσμος να μας ακούει στη Δεξαμενή. Εκεί είχαμε κινηματογράφο, εκεί που είναι τώρα οι κούνιες.

Και πηγαίναμε επειδή δεν είχαμε λεφτά κοριτσόπουλα. Έπαιρνε μια ένα εισιτήριο αλλά δεν μας το έκοβε γιατί στο ταμείο ήταν μια γειτόνισσα και μας ήξερε. Έμπαινε μέσα η ξαδέρφη μου και μου το πέταγε απέξω και το έπαιρνα και έμπαινα και εγώ μέσα και μετά το πέταγα στην αδερφή μου και έμπαινε και αυτή. Και πηγαίναμε με ένα εισιτήριο τρία άτομα σινεμά.



Συμβολή Πλουτάρχου και Καρνεάδου (Αρχείο Γ. Μπακούρου)

Μια ημέρα ήμασταν στο καφενεδάκι, τότε ήταν μια απλή παραγκούλα. Τρώγαμε βανίλια και δεν είχαμε λεφτά να πάρουμε ένα λουκούμι με την ξαδέρφη μου και το βάλαμε από κάτω από το τραπέζι και το τραβάγαμε μισό αυτή μισό εγώ για να το κόψουμε. Δεν μπορούσαμε! Και μας είδε ο ιδιοκτήτης, τι κάνετε λέει; Φέρτε να σας το κόψω εγώ. Και μας το έκοψε το λουκούμι στα δύο και μας το χάρισε. Το τι γέλιο γινόταν δεν λέγεται. Ε, παίρναμε και μια βανίλια. Περνούσαμε ωραία, πολύ ωραία.

Ανεβαίναμε ύστερα απάνω στους χωματόδρομους στο Κολωνάκι και τραγουδούσαμε στον δρόμο και πηγαίναμε στον Καραγκιόζη στην ταράτσα του Μόλα εκεί που είναι τώρα το Σεντ Τζωρτζ και καθόταν η Σάρα και η Μάρα εκεί, πολύς κόσμος. Και πηγαίναμε εμείς και δίναμε 50 λεπτά και μπαίναμε να δούμε τον Καραγκιόζη. Αν δεν είχαμε λεφτά, τον βλέπαμε από έξω.

Εμένα ο πατέρας μου έδινε ένα μικρό χαρτζιλίκι, αλλά έκανα δουλειά. Του γυάλιζα τα παπούτσια, γυάλιζα την ταμπέλα που είχε στο μαγαζί του «Ανταποκριτής Ελληνικού και Ξένου Τύπου», τα πόμολα. Έπαιρνα το δεκάρικο κάθε βδομάδα και με το δεκάρικο πέρναγα όλη την βδομάδα, έπαιρνα κουλούρι στο σχολείο. Αλλά δούλευα και το έπαιρνα το δεκάρικο, δεν μου το έδινε ο πατέρας μου έτσι.

Παλιά τα περισσότερα σπίτια είχαν από μέσα όλο πλύστρες και πλένανε τα ρούχα όσων σπουδάζαν στο Μαράζλειο. Εδώ απέναντι αυτό το σπίτι ήταν μια μεγάλη άυλη, σαν την Αβησσυνία. Το τι γινόταν δε λέγεται, όλες πλύστρες ήταν εκείνες. Εμείς όμως ήμασταν από καλές οικογένειες, απέναντι από εμάς υπήρχε ένα πανέμορφο σπίτι. Το μισό ήταν κήπος και είχε πηγάδι μέσα και το άλλο μισό είχε μια ωραία σκάλα μαρμάρινη και μια βουκαμβίλια που γέμιζε την άνοιξη και ήταν ένα χάρμα.. Δεν ήταν μεγάλα τα σπίτια τότε, αλλά είχαν αυλές. Το δικό μας βέβαια ήταν μεγάλο και όλο το οικόπεδο χτισμένο. Είχαμε αυλή όμως με κότες.


Όλα τα σπίτια είχανε κοτέτσι. Και εμείς είχαμε και βγάζαμε πουλάκια κάθε χρόνο. Έβαζε η μαμά μου τη κλώσσα μέσα στο πλυσταριό και έβγαζε πουλάκια και τα ταίζαμε. Δουλειά πολύ είχαν οι νοικοκυρές τότε, καθάριζε και την έκανε τη γαλοπούλα μισή σούπα και μισή ψητή, τότε δεν είχαμε φούρνους είχαμε μεγάλα τζάκια και από κάτω βάζαμε ξύλα και από πάνω έβραζαν τα φαγιά. Σαν φούρνοι ήταν. Και όταν θέλαμε να κάνουμε τα τσουρέκια που έφτιαχνε η μαμά μου πηγαίναμε και παίρναμε τις λαμαρίνες από τον φούρνο στη γωνία και βάζαμε μέσα τα τσουρέκια και τα πηγαίναμε εκεί. Και μοσχοβόλαγε η γειτονιά…


Είχαμε το πεζοδρόμιο ωραίο, καθόμασταν τα απογεύματα, ποτίζαμε. Του Δήμου το ποτιστήρι πότιζε όλους τους δρόμους κάθε απόγευμα το καλοκαίρι, Από την Αριστείδου μέχρι κάτω την Ξενοκράτους, όλο το καλοκαίρι…»

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου