Γίνε και εσύ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ-ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ του kataggeilte.blog στείλε και εσύ το άρθρο σου,με την φωτογραφία η το βίντεο που θέλεις και δεστο στην ροή των άρθρων του .

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Διαβάζοντας μια παλιά φωτογραφία

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Ε ι σ α γ ω γ ή


Η εργασία «Διαβάζοντας μια παλιά φωτογραφία» εντάσσεται στα πλαίσια του προγράμματος πολιτιστικών θεμάτων. Η ιδέα για την εργασία αυτή ανήκει στον κ. Ασλανίδη Κων/νο, διευθυντή του Γυμνασίου Ηράκλειας, και έχει ως θέμα της την άντληση πολιτιστικών στοιχείων από παλιές φωτογραφίες, τη συσχέτισή τους με το σήμερα και την ανάδειξη διαχρονικών αξιών.

Οι μαθητές της Α΄ Τάξης του Γυμνασίου Ηράκλειας αγκάλιασαν με ιδιαίτερη χαρά το πρόγραμμα και με ζήλο έψαξαν και συγκέντρωσαν παλιές, ασπρόμαυρες, άγνωστες ίσως σ’ αυτούς φωτογραφίες των γιαγιάδων και των παππούδων τους, που είχαν κάτι να πουν. Από το υλικό αυτό και το πλούσιο φωτογραφικό αρχείο του κ. Ασλανίδη έγινε η επιλογή των φωτογραφιών. Συγκροτήθηκε μια ομάδα εργασίας, μοιράστηκαν οι φωτογραφίες και τα παιδιά με τη βοήθεια των γονιών, των γιαγιάδων και των παππούδων τους, «διάβασαν» και ερμήνευσαν τις φωτογραφίες αποτυπώνοντας στο χαρτί τη δική τους ματιά.

Τα παιδιά μέσα από τις φωτογραφίες και τις εμπειρίες των μεγαλυτέρων τους γνώρισαν την κοινωνική ζωή, τις ασχολίες και την ενδυμασία των ανθρώπων του τόπου τους σε παλιότερες εποχές.

Η μια φωτογραφία μπήκε δίπλα στη άλλη ολοκληρώνοντας μπροστά στα μάτια όλων μας το πάζλ της ιστορίας δύο υποτιθέμενων προσώπων της Τζουμαγιάς, του μπαρμπα-Μένιου και της κυρα-Λενιώς, και δίνοντας έτσι φωνή στα παλιά σπίτια, στους χωματένιους δρόμους, στις άψυχες πέτρες. Γέλια, χαρές, κλάματα, γλέντια, κρυφοί πόθοι, οράματα και σκληρή, πολύ σκληρή δουλειά για ένα καλύτερο αύριο …







Τα χρόνια ταραγμένα, οι άνθρωποι μπερδεμένοι, οι εθνικές συνειδήσεις στο χώρο των Βαλκανίων ρευστές. Έτσι ρευστό και το ανθρώπινο πλήθος το στρίμωχνε η ιστορία πότε από δω και πότε από κει. Μέσα στο πλήθος και κάτω από τις προσταγές τις ιστορίας η φαμίλια του μπαρμπα-Μένιου βρέθηκε πολλές φορές ξεριζωμένη. Όμως τώρα έφτασε και πάλι στα χώματα, όπου Θεός και ιστορία όρισαν να ριζώσει.





Λίγο γιατί η μνήμη ασθένησε, λίγο γιατί ο χρόνος λείανε τα γεγονότα, η ιστορία σιγά-σιγά στα χείλη του μπαρμπα-Μένιου έγινε παραμύθι. Σήμερα το μόνο που έχει απομείνει είναι κάποια ακούσματα και λίγες φωτογραφίες. Να, όπως σ’ αυτή τη φωτογραφία που ο μπαρμπα-Μένιος, λίγο πριν δύσει, στήθηκε με τη γυναίκα του, την κυρα-Λενιώ, μπροστά στο κουτί για να αποθανατιστεί το πέρασμά τους από τη ζωή. Οι ρυτίδες στο πρόσωπό του σαν τους δρόμους που αναγκάστηκε να διαβεί. Και το δασύ μουστάκι του σήμα της λεβεντιάς του που στη ζωή πολλές φορές αναγκάστηκε να δείξει. Με τα χέρια του - γερά κόκαλα δουλεμένα σκληρά - κλωθογυρίζει το κομπολόι, όπως άλλωστε όλοι οι πρεσβύτεροι, και σε κάθε χτύπημα της χάντρας προσπαθεί να ανασύρει από τη μνήμη του κομμάτια από τη ζωή του. Η φορεσιά λιτή, χωρίς περιττά εξαρτήματα, με εξαίρεση μόνο το μαντιλάκι στην τσέπη του σακακιού - που μπήκε για την περίσταση και για να μαρτυράει πως η αισθητική και η νοικοκυροσύνη ήταν τρόπος ζωής.

Η κυρα-Λενιώ με τα χέρια σταυρωτά (και το δεξί πάνω στο αριστερό, όπως είναι το ΄΄πρέπον΄΄, για να φαίνεται η βέρα) στάθηκε και αυτή μπροστά στο φακό με βλέμμα που φανερώνει την άγνοιά της για τη σύλληψη του στιγμιαίου χρόνου. Εξάλλου όλα τα χρόνια έκανε το ΄΄πρέπον΄΄ με υπομονή και υπακοή, όπως άλλωστε όλες οι γυναίκες της εποχής. Το πρόσωπό της το ίδιο κουρασμένο και γεμάτο ρυτίδες, αλλά ήρεμο και γαλήνιο. Σεμνή, με επίγνωση της θέσης της στην κοινωνία και στο πλευρό του άντρα της. Μαυροντυμένη, γιατί είδε πολλούς δικούς της να χάνονται μέσα στα ταραγμένα χρόνια. Η φορεσιά της προσεγμένη και με κομμάτι από βελούδο στην άκρη των μανικιών. Κρατά στο χέρι άσπρο μαντίλι και έχει το τσεμπέρι λυτό, γιατί ξέρει πως αυτό που γίνεται είναι γιορτινό. Εξάλλου έτσι έκανε κάθε μαυροντυμένη, όταν επρόκειτο να συμμετάσχει σε γιορτή. Όπως και όταν ευχόταν σε νύφη και γαμπρό τη μέρα του γάμου τους και έπρεπε να ρίξει στο κεφάλι της ένα κομμάτι άσπρου υφάσματος.

Το υφαντό που με μεράκι η κυρα-Λενιώ ύφανε στα νεανικά της χρόνια με μάλλινες κλωστές κρεμάστηκε για φόντο, ώστε να τονιστεί το γεγονός.





Στα μάτια του μπαρμπα-Μένιου είναι ζωντανή η εικόνα της εγκατάστασης μετά την έλευσή του στην Τζουμαγιά. Αυτό έγινε γύρω στα 1920. Όλα είχαν ρημάξει πίσω τους, μια πολιτεία των 8000 κατοίκων είχε καταστραφεί συθέμελα από τις κακές βουλήσεις των γειτόνων της. Όμως αναστήθηκε από την αρχή με αρκετές ξύλινες και ελάχιστες πλίθινες κατασκευές. Κτίστηκε μια νέα πολιτεία με αγορά στο κέντρο της, εκκλησία, σχολείο, δημαρχείο και σπίτια.

Κόσμος πολύς κυκλοφορούσε στην αγορά με τους χωμάτινους δρόμους. Μερικοί καλοντυμένοι, που μαρτυρούσαν πως ακόμα και εδώ, ανάμεσα στις παράγκες και τη σκονισμένη ατμόσφαιρα, κυκλοφορούσε η μόδα. Ανάμεσα στα μαγαζιά, τα πολλά δέντρα και τη σκόνη πλήθος παιδιών ξεσήκωναν τον κόσμο. Το ντύσιμό τους μαρτυρούσε την καταγωγή τους, το οικονομικό και μορφωτικό τους επίπεδο. Άλλα παιδιά ντυμένα με μεταποιημένα ρούχα, άλλα - τουρκόπουλα που ακόμα δεν έφυγαν από τη γη της Μακεδονίας - με το φέσι και τα σαλβάρια, οι μαθητές όλοι με το καπέλο.



Η οικογένεια του μπαρμπα-Μένιου γρήγορα άπλωσε ρίζες. Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε: Το πρόσταγμα του ιερού Ευαγγελίου, επέβαλε πολυπληθέστατη την οικογένεια. Η οργάνωση στη βάση της πατριαρχικής δομής. Στη μέση ο παππούς και η γιαγιά, αριστερά οι άντρες που είναι οι γιοι τους και δεξιά οι νύφες με τα μωρά στις αγκαλιές τους. Στο πίσω μέρος όρθιες με τις λευκές φορεσιές οι ανύπαντρες κόρες της οικογένειας.



Οι άνδρες φορούν τις επίσημες ενδυμασίες εκείνης της εποχής. Φορούν υφαντά πουκάμισα και γιλέκα και για παντελόνια έχουν τα γνωστά σαλβάρια. Στη μέση τους έχουν τυλιγμένο το ζωνάρι και στα κεφάλια τους φορούν τραγιάσκες, εκτός από τον παππού που επιμένει στο σαρίκι. Την τραγιάσκα άρχιζαν να τη βάζουν από την εφηβική ηλικία, γι’ αυτό και το μεγαλύτερο από τα παιδιά που είναι καθισμένα μπροστά-μπροστά την έχει κιόλας στο κεφάλι του.

Οι γυναίκες φορούν και αυτές τις επίσημες ενδυμασίες τους, ολόσωμα φαρδιά φορέματα, συνήθως σκουρόχρωμα οι παντρεμένες και λευκά οι ελεύθερες. Τις κεντημένες στον αργαλειό ποδιές τους εκείνη τη εποχή δεν τις φορούσαν μόνο στην κουζίνα, αλλά και έξω από το σπίτι. Τα παπούτσια τους, φτιαγμένα από χοιρινό δέρμα, είναι έργο των αντρών του σπιτιού, ενώ μαντίλια (τσεμπέρια) καλύπτουν τα κεφάλια τους. Με τον ίδιο τρόπο είναι ντυμένα και τα μικρά κοριτσάκια.

Όλες οι γυναίκες φαίνονται γερασμένες, δηλαδή μεγαλύτερες από την ηλικία τους, γιατί εκείνη την εποχή οι γυναίκες έκαναν όχι μόνο όλες τις δουλειές του σπιτιού, αλλά συμμετείχαν και σε όλες τις γεωργικές και κτηνοτροφικές ασχολίες.





Εκείνα τα χρόνια (πριν από το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και λίγο μετά) τα αγόρια της οικογένειας, ακόμη και όταν παντρεύονταν, συνέχιζαν να ζουν στο σπίτι του πατέρα τους ή έκτιζαν ένα καινούργιο σπίτι στην ίδια αυλή. Δούλευαν όλοι μαζί και τα οικονομικά τα διαχειριζόταν ο πατέρας τους. Η μητέρα-πεθερά είχε την επόμενη θέση στην ιεραρχία της οικογένειας. Οι νύφες βρίσκονταν κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της και η θέση τους πολλές φορές ήταν χειρότερη και από αυτή της υπηρέτριας.



Μια νύφη χαρακτηριζόταν χρυσοχέρα - και άρα απόλυτα αποδεκτή - ανάλογα με το πόσο καλά ήξερε να δουλεύει στον αργαλειό. Ο αργαλειός, ξύλινο εργαλείο όπου περνούσαν πολλές ώρες οι γυναίκες, μια και σχεδόν ό,τι ύφασμα χρησιμοποιούσαν ήταν υφαντό, υπήρχε σε κάθε σπίτι. Τα κορίτσια από πολύ μικρά μάθαιναν να υφαίνουν τα προικιά τους. Τα σχέδια, τα χρώματα και η πυκνότητα του υφαντού μαρτυρούσε το μεράκι, τη νοικοκυροσύνη και την εργατικότητα της καθεμιάς. Με αυτό το εργαλείο οι υφάντρες ύφαιναν υφάσματα, χοντρά κλινοσκεπάσματα, τάπητες (κιλίμια), ταγάρια (σακίδια) και άλλα πολύχρωμα είδη οικιακής χρήσης και εξαιρετικής λαϊκής τέχνης. Οι αργαλειοί αποτελούνταν από τέσσερις στύλους. Επάνω τους περιστρέφονταν τα «αντιά», οι ξύλινοι άξονες, στους οποίους τυλιγόταν το ύφασμα. Το ένα «αντί» βρισκόταν μπροστά στο



στήθος της υφάντρας και το άλλο κάτω, στα πόδια της. Στο πρώτο ήταν τυλιγμένες μακριές κλωστές, τα στημόνια (δηλ. τα χοντρά νήματα), που απλώνονταν και τυλίγονταν στον άλλο άξονα (το δεύτερο «αντί» του ποδιού), αφού πρώτα περνούσαν από τα «μιτάρια» και τα χτένια (ξύλινα μακρουλά δόντια), ανάλογα με το σχέδιο που ακολουθούσε η υφάντρα πατώντας τις δύο «πατήθρες» (στο κάτω «αντί»). Ανάμεσα στις κλωστές η υφάντρα περνούσε το «υφάδι» (δηλ. την κλωστή, άλλοτε μάλλινη και άλλοτε βαμβακερή) με τη σαΐτα που κρατούσε στο χέρι και ύστερα πίεζε με το χτένι, για να σφίξει το πανί. Έτσι συνδυάζοντας τις κινήσεις (χεριών και ποδιών) κατόρθωνε να φτάσει στην τελική φάση της ύφανσης.

Μετά τη δεκαετία του 1960 οι αργαλειοί άρχισαν σιγά-σιγά να εγκαταλείπονται και τη θέση των υφαντών πήραν τα βιομηχανικά υφάσματα. Σήμερα ο αργαλειός έγινε μουσειακό είδος και η γνώση και το μεράκι χάθηκαν.

Το βαμβάκι και το μαλλί για τον αργαλειό το έγνεθαν οι γυναίκες, γριές και νέες μαζεμένες στις γειτονιές, στα τσικρίκια. Αφού γινόταν η κλωστή, τη μάζευαν ξανά με το τσικρίκι σε μασούρια, τα μασούρια τα περνούσαν σε σαΐτα και κατόπιν ύφαιναν στον αργαλειό βελέντζες, χαλιά, κουβέρτες, ρούχα κ.λ.π. Στις συναντήσεις αυτές η ώρα περνούσε ευχάριστα, γιατί γριές και νέες έλεγαν τα χωρατά τους και τραγουδούσαν όλες μαζί τα τοπικά τους τραγούδια. Συχνά στη διαδικασία αυτή συμμετείχαν πολλά παιδιά και κυρίως κορίτσια, καθώς μάθαιναν από μικρή ηλικία τις δουλειές του νοικοκυριού.






Παρά τις δυσκολίες της ζωής οι άνθρωποι πάντα έβρισκαν ευκαιρίες για γλέντια και ξεφαντώματα. Αρκεί μια στιγμή χαλάρωσης και των Ελλήνων οι κοινότητες δίνουν χρώμα και ζωντάνια στο χρόνο. Τότε βέβαια αυτό το δημόσιο ξεφάντωμα ήταν προνόμιο μόνο των ανδρών. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στη φωτογραφία με άντρες από το σόι του μπαρμπα-Μένιου αρκετά χρόνια αργότερα, στην εποχή που το γραμμόφωνο ήταν στις δόξες του. Μια και η διάθεση για ξεφάντωμα υπήρχε, αρκούσε ένα μπουκάλι μπύρας και ένα γραμμόφωνο. Πολλές φορές και με μόνο το μεράκι τραγουδούσαν και χόρευαν. Έτσι λιτά, χωρίς μουσικά όργανα και πολυτέλειες. Τα ρούχα που φορούν είναι απλά. Πουκάμισο, γιλέκο και παντελόνι με μπότες ή παπούτσια. Επηρεασμένα από το ανατολικό στυλ. Ένας από τους άντρες φορά διαφορετικά ρούχα από τους υπόλοιπους. Πιθανόν είναι αστυνομικός ή κάποιος αξιωματούχος του χωριού. Τα παιδιά φορούν ψαράδικα ρούχα, τα οποία είναι χρήσιμα και το καλοκαίρι και το χειμώνα, σε συνδυασμό με μακριές μάλλινες κάλτσες.





Τα χρόνια περνούσαν, οι απαιτήσεις των ανθρώπων σιγά-σιγά όλο και αυξάνονταν. Η γη αδυνατούσε να τους χορτάσει ψωμί. Έτσι πολλοί από την φαμελιά του μπαρμπα-Μένιου, που είχε στο μεταξύ αυγατίσει, άρχισαν να προβληματίζονται για το πως θα καλύψουν τις ανάγκες τους. Η αναζήτηση καλύτερης τύχης σε άλλα μέρη ήταν πλέον συχνό φαινόμενο. Άλλοι με ένα πανέρι, άλλοι με μια βαλίτσα και ορισμένοι με ένα μπόγο στον ώμο ή παραμάσχαλα έπαιρναν το δρόμο της ξενιτιάς. Ντυμένοι με χοντρά ζεστά ρούχα, ταλαιπωρημένοι από τη σκληρή δουλειά, φορώντας ακόμη και τσαρούχια, χωρίς ένα χαμόγελο τη στιγμή του αποχαιρετισμού της πατρώας γης, έπαιρναν το μονοπάτι που για πολλούς δεν είχε γυρισμό. Το μόνο παρήγορο η ελπίδα για κάτι καλύτερο.

Μια φωτογραφία με φόντο κάποια μεγάλα δέντρα ή ακόμη και τα δικά τους χωράφια που τα αποχωρίζονται με σκληρή καρδιά. Όλοι μαζί ξεκινούν για το μεγάλο ταξίδι, το οποίο για αυτούς δεν αποτελεί ταξίδι χαράς αλλά ταξίδι λύπης. Είναι λυπημένοι, καθώς η βιοπάλη τους έχει αναγκάσει να πάρουν αθέλητα σκληρές αποφάσεις.





Οι μέρες ήρθαν και στοιβάχτηκαν η μια πάνω στην άλλη, βαρύνοντας με πολλά χρόνια τους ώμους του μπαρμπα-Μένιου. Ο Κύριος, που καιρό τώρα έχει αναπαύσει την κυρα-Λενιώ, κάλεσε σε τόπο χλοερό, σε τόπο αναψύξεως το γέροντα Μένιο για ανάπαυση. Πολλά τα παρακλάδια και οι παραφυάδες που άφηνε πίσω του. Μαζί του πήρε τις εμπειρίες, τις γεύσεις που η ζωή θέλοντας και μη σε αναγκάζει να δοκιμάσεις. Θρηνώντας και μαυροφορεμένοι αποχαιρετούσαν οι συγγενείς τον μπαρμπα-Μένιο, ξέροντας ότι μαζί του φεύγει και ένα κομμάτι της ιστορίας αυτού του τόπου. Έτσι αποθανάτισαν τη στιγμή του αποχαιρετισμού, μήπως και περισώσουν κάτι. Μερικά κεριά δίπλα στον τάφο, ένα λιτό φέρετρο χωρίς πολυτέλειες, κάτασπρο νεκροσέντονο, θλίψη και περισυλλογή: Οι τελευταίες πινελιές της εγκόσμιας εικόνας του μπαρμπα-Μένιου. Λιτή ζωή, λιτός θάνατος.





Τα χρόνια πέρασαν, οι εξελίξεις κύλησαν και από τότε συνέχεια καταφθάνουν όλο και περισσότερο ραγδαίες. Οι οικογένειες διασπάστηκαν σε μικρότερες. Το ντύσιμο, στη δίνη κι αυτό των ραγδαίων εξελίξεων, άρχισε να χάνει την αρχική του μορφή. Ο καθένας από τα παρακλάδια της γενιάς του μπαρμπα-Μένιου πάλευε να τα καταφέρει καλύτερα μόνος του. Βέβαια η αλληλεγγύη και η συνεργασία ήταν έντονα αναπτυγμένες, γιατί ο σπόρος των νουθεσιών του μπαρμπα - Μένιου έπεσε βαθιά και ρίζωσε γερά. Παρέα έβγαζαν τα ζωντανά για βοσκή στο λιβάδι, που ήταν μόλις λίγα μέτρα από τα τελευταία σπίτια του χωριού. Η γκλίτσα, το δισάκι με το ψωμοτύρι και το νερό και η καλή συντροφιά ήταν αρκετά από το πρωί μέχρι λίγο πριν δύσει ο ήλιος.



Το μεσημέρι ξαπόσταιναν άνθρωποι και ζωντανά κάτω από τα δέντρα, δίπλα στο μεγάλο ποτάμι που διέσχιζε το λιβάδι. Η περιοχή λεγόταν ‘τσάι’, γιατί φύτρωνε χαμομήλι που το χειμώνα αντικαθιστούσε το τσάι. Εκεί σύμφωνα με όσα λένε γινόταν μεγάλα γλέντια. Και όχι μόνο.

Να, όπως στη φωτογραφία που απεικονίζονται έξι άνθρωποι να κολυμπούν στο κανάλι, στην περιοχή «τσάι» το 1960. Για τους ανθρώπους του ’60 το κολύμπι στο κανάλι, παρά τις απρόβλεπτες και συχνά δυσάρεστες συνέπειες, ήταν μια καθημερινή απόλαυση, ήταν ένα χόμπι για να ξεφύγουν από την καθημερινή τους ρουτίνα. Προτιμούσαν να πηγαίνουν παρέα και είναι πιθανόν ότι εκεί που πήγαιναν δεν κολυμπούσαν μόνο, αλλά και μαγείρευαν πρόχειρα για να φάνε. Τους βλέπουμε να φοράνε πολύ πρόχειρα ρούχα. Έβαζαν ένα σορτσάκι και ήταν έτοιμοι για κολύμπι στο κανάλι. Στην εικόνα βλέπουμε έξι



ανθρώπους που είναι άντρες και αγόρια. Προφανώς δεν ήταν σεμνό ή απαγορευόταν σε μια γυναίκα να πάει να κολυμπήσει στο κανάλι. Άλλωστε η γυναίκα βρισκόταν αρκετά χαμηλά στην ιεραρχία της καθαρά πατριαρχικής δομής της κοινωνίας εκείνης της εποχής. Οι άνθρωποι φαίνεται να χαίρονται και να ευχαριστιούνται πολύ το κολύμπι τους στο κανάλι. Βλέπουμε ένα μικρό παιδάκι να είναι σκαρφαλωμένο στην πλάτη ενός μεγαλύτερου παιδιού και οι δυο άντρες να κρατούν τα πόδια του.


Η γη της Τζουμαγιάς είχε πολλές απαιτήσεις για να δώσει τα απαραίτητα ώστε να μπορέσουν οι κάτοικοι της να ζήσουν. Από τα χαράματα μικροί και μεγάλοι φεύγανε στα χωράφια και γύριζαν κατά το σούρουπο. Τα κάρα έβγαιναν από το χωριό σε φάλαγγες, φορτωμένα με τους ανθρώπους, τα απαραίτητα εργαλεία δουλειάς, νερό και φαγητό. Το κάρο, ξύλινη κατασκευή, για αιώνες αποτέλεσε το μεταφορικό εργαλείο κάθε γεωργού. Στο χωράφι, στο πανηγύρι του διπλανού χωριού, στη μεταφορά της προίκας, το κάρο ήταν πάντα εκεί.





Μετά από πολύ σκληρή δουλειά, μεγάλη αγωνία και υπομονή κατάφερναν να δαμάσουν τη γη. Άνθρωποι και ζωντανά πάλευαν όλη μέρα με τα χώματα, ώσπου να τα κάνουν να καρπίσουν. Όλες οι δουλειές γίνονταν με τα χέρια - με τη βοήθεια βέβαια και των ζώων. Όργωμα, σπορά ξεβοτάνισμα, θερισμός, αλώνισμα. Εργασίες στις οποίες η αλληλεγγύη έβρισκε πραγματικό νόημα. Το βασικότερο από όλα ήταν το όργωμα των χωραφιών. Έπρεπε το χωράφι να οργωθεί βαθιά, ώστε να βγουν στην επιφάνεια όλα τα βλαβερά ζωύφια, να πάρει αέρα το χώμα, να δουλευτεί, ώστε ο σπόρος να πέσει σε αφράτο έδαφος και να καρπίσει όλος.





Το όργωμα γινόταν τα πρώτα χρόνια με ξύλινο αλέτρι και αργότερα με σιδερένιο, το οποίο έσερναν είτε άλογα είτε αγελάδες. Ξυπόλυτος ο γεωργός κρατά το αλέτρι ώστε το υνί να βυθιστεί στο απαραίτητο βάθος. Ούτε πολύ βαθιά, γιατί τα ζωντανά δε θα τα κατάφερναν, ούτε ρηχά, γιατί το χώμα δε θα δουλευόταν όπως απαιτούσε η σπορά. Πολύς κόπος, μεγάλη ταλαιπωρία που δυστυχώς δεν έφερνε πάντα τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.







Όταν ερχόταν η ώρα του θερισμού, οι ετοιμασίες άρχιζαν από νωρίς. Σωστή γιορτή. Δρεπάνια, χούφτες, νερό, φαγητό, καταμερισμός εργασιών, όλα ετοιμάζονται και προγραμματίζονται από την προηγούμενη μέρα. Η δουλειά πολύ κοπιαστική. Όλη μέρα σκυφτοί, σχεδόν διπλωμένοι στα δυο, με ψάθινα καπέλα για δροσιά οι άνδρες και άσπρες μαντίλες οι γυναίκες, άλλοι θέριζαν και άλλοι έδεναν τα δεμάτια και τα στοίβαζαν όρθια μέσα στο χωράφι, μέχρι να περάσει το κάρο μετά το μεσημέρι και να τα φορτώσουν. Έτσι τα μετέφεραν στο αλώνι, όπου άρχιζε άλλη ιεροτελεστία για να πάρουν καθαρό σιτάρι. Στα μετέπειτα χρόνια μετέφεραν τα δεμάτια στην αλάνα του χωριού στοιβάζοντάς τα σε θημωνιές μέχρι να έρθει η πατόζα για αλώνισμα.

Ο ήλιος καυτός, η δουλειά κοπιαστική, γι’ αυτό το νερό ήταν μπόλικο. Θερίζοντας και συζητώντας η μέρα κυλούσε και οι άνθρωποι ένοιωθαν πιο κοντά ο ένας στον άλλο. Μικροί και μεγάλοι, όλοι είχαν κάποιο σημαντικό ρόλο να παίξουν στο πανηγύρι, όλοι γνώριζαν πως η συμβολή τους ήταν απαραίτητη.

Υπήρχαν δουλειές, στις οποίες έπρεπε να δράσουν συντονισμένα, οργανωμένα και συλλογικά. Όπως το κόψιμο των πλιθιών και η ανόρυξη αρτεσιανού νερού. Τα επιφανειακά νερά ήταν ακατάλληλα για πόση. Έτσι, γνωρίζοντας την τεχνική της γεώτρησης - το μυστικό περνούσε από γενιά σε γενιά - στηνόταν γιορτή με πειράγματα και αστεία. Σιγά-σιγά, πόντο-πόντο η σωλήνα κατέβαινε και οι ελπίδες για την αναπήδηση του πόσιμου νερού στην επιφάνεια, που στιγμή τη στιγμή κόντευε, αυξάνονταν. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούν είναι απλά. Αυτοσχέδιος τρίποδας για να κρατά το κοπίδι και τη σωλήνα, ώστε να κατεβαίνει κάθετα. Οι άνθρωποι ξυπόλυτοι και με την τραγιάσκα στο κεφάλι, χαρακτηριστικός τρόπος κάλυψης της ανδρικής κεφαλής τη συγκεκριμένη εποχή, δουλεύουν με υπομονή και χαλαρότητα. Ξέρουν πως στη συγκεκριμένη περιοχή μόλις βυθίσουν στο έδαφος 39 έως 42 μέτρα σωλήνα το νερό θα τρέξει στην επιφάνεια άφθονο, δροσερότατο, ασταμάτητο. Εξάλλου η πλούσια βλάστηση στο φόντο μαρτυρεί την αφθονία του νερού. Η μέθοδος δεν άλλαξε μέχρι σήμερα, παρά μόνο τα μέσα.







Η βρύση θα αποτελέσει το κέντρο της γειτονιάς. Καμιά φορά το κέντρο ενός χωριού. Τόπος συνάντησης των γυναικών. Εκεί μάθαιναν τα νέα του χωριού ευχάριστα ή δυσάρεστα. Εκεί πολλές φορές γίνονταν παντρολογήματα. Από κει περνούσαν οι τσομπάνηδες να ποτίσουν τα ζωντανά. Εκεί μαζευόταν τα παιδιά για παιχνίδι. Εκεί ξέπλεναν τα ρούχα οι γυναίκες. Ακόμη εκεί έπλεναν το μαλλί που προοριζόταν για τα προικιά της κόρης. Με στάμνες - πανάρχαια δοχεία - μετέφεραν το νερό στο σπίτι. Δουλειά με την οποία ήταν επιφορτισμένες ως επί το πλείστον οι νεαρές κοπέλες. Ίσως ήταν η μόνη δουλειά που έκαναν με ευχαρίστηση και αργοπορία. Γιατί, έτσι τους δινόταν η ευκαιρία να βρεθούν έξω από το σπίτι και να έρθουν σε επαφή με αλλά άτομα της ηλικίας τους, αγόρια και κορίτσια.





Για πολλά χρόνια, μέχρι τη δεκαετία του ’60 η βρύση έπαιξε επάξια το ρόλο της. Πλημμυρισμένη με νερά και λάσπες πάντα μάζευε γύρω της ανθρώπους. Εξάλλου το νερό είναι αυτό που προσφέρει μακροβιότητα στη ζωή. Οι νεαρές της φωτογραφίας μας, μακρινά φιντάνια της φύτρας της κυρα-Λενιώς, δε θυμίζουν σε τίποτε πλέον εξωτερικά την προγιαγιά τους. Όλες με φούστες περιποιημένες και καθαρές, χωρίς μαντίλα πλέον, χτενισμένες, με χρυσά κοσμήματα, εξοικειωμένες με το φακό, αφήνονται να φωτογραφηθούν, γνωρίζοντας το αποτέλεσμα. Το μόνο που παραμένει ίδιο είναι η δίψα για νερό και το χαμόγελο αισιοδοξίας κάθε φορά που επέστρεφαν με τη στάμνα γεμάτη.

Τα αγόρια αυτής της εποχής, ντυμένα με παντελονάκια και μπλούζες, λαστιχένιες μπότες ή και λαστιχένια παπουτσάκια, δε θυμίζουν επίσης τίποτε από τα παιδικά χρόνια των ξυπόλυτων και με υφαντά ρούχα ντυμένων προπαππούδων τους.





Η δισέγγονη της κυρα-Λενιώς, η Ελενίτσα, μεγάλωσε. Από καιρό η προίκα της είναι έτοιμη. Συνήθως ήταν παραδοσιακό έθιμο να ετοιμάζει την προίκα της κόρης η μητέρα της ή και οι συγγενείς της από τη στιγμή της γέννησής της μέχρι την ώρα του γάμου. Γιατί θεωρούσαν εντελώς απαραίτητο για μια γυναίκα να έχει προίκα και πίστευαν ότι η μεγάλη ποσότητα της προίκας επηρεάζει την «εικόνα» της νύφης στην κοινωνία.

Υφαντά, κεντήματα, σεντόνια, και ό,τι άλλο είναι απαιτούμενο για ένα καινούργιο νοικοκυριό. Τώρα που κοντεύει ο γάμος, επιστρατεύτηκαν οι συγγενείς, οι φίλοι και οι γείτονες για τις προετοιμασίες. Και πρώτα απ’ όλα το πλύσιμο της προίκας. Στήνονταν οι λαμαρινένιες λεκάνες, γιατί δεν υπήρχαν τότε πλαστικά υλικά, πάνω σε παλιά τραπέζια ή σε πρόχειρους πάγκους. Φορώντας τις ποδιές και κουτσομπολεύοντας τόσο, ώστε οι γλώσσες να συναγωνίζονται τα χέρια, άρχιζε το πλύσιμο της προίκας που κρατούσε όλη τη μέρα. Πολλές φορές διαρκούσε και δυο μέρες. Χαρά στο σπίτι, γιατί παντρευόταν η Ελενίτσα, χαρά στη γειτονιά, γιατί είχε κόσμο, χαρά και για τα μικρά παιδιά που πλατσούριζαν στα απόνερα ξεφεύγοντας από την επιτήρηση των μανάδων τους.

Μετά το πλύσιμο, το άπλωμα της προίκας και κατόπιν το σιδέρωμα. Ως ανταμοιβή για την εργασία τους απολάμβαναν ένα ιδιαίτερο γλύκισμα, τα «μαφίσια», φύλλα πίτας τηγανισμένα ελαφρά και ζαχαρωμένα.

Μετά την ετοιμασία άπλωναν την προίκα σε σχοινιά καρφωμένα στους τοίχους γύρω από το δωμάτιο και προσκαλούσαν όλες τις γυναίκες του χωριού να τη θαυμάσουν. Την παραμονή του γάμου μετέφεραν την προίκα με τη συνοδεία παραδοσιακών οργάνων και όλων των συγγενών στο σπίτι του γαμπρού.





Την προίκα εκείνη την εποχή τη μετέφεραν συνήθως με το κάρο, το οποίο οδηγούσαν βόδια, κυρίως δύο, στολισμένα κι αυτά για την ιδιαίτερη περίσταση με μαντίλια. Πάνω στο κάρο συγγενείς του ζευγαριού που κρατούν ζωγραφιές, πιθανόν απεικονίσεις γεγονότων της καθημερινής ζωής ή φωτογραφίες ή ακόμα και εργόχειρα. Στο βάθος ο μεγάλος σωρός της προίκας σκεπασμένος με διάφορα κουρέλια και καλύμματα.





Ευλογία Θεού για την περιοχή η λίμνη Κερκίνη. Σε μια αρμονική συνύπαρξη φύση, άνθρωποι, πουλιά βρίσκονται σε στενή αλληλεξάρτηση.

Χώρος ψυχαγωγίας, πεδίο βιοποριστικό για αρκετούς παραλίμνιους κατοίκους, ταμιευτήρας νερού, σιγά-σιγά εξελίχθηκε σε παράγοντα ανάπτυξης. Τα ψάρια πολλά, κυρίως γριβάδια και γουλιανοί. Οι ψαράδες με ξύλινες μικρές ευκίνητες βάρκες έριχναν τα δίχτυα και η ψαριά σίγουρα γερή. Το εισόδημα βέβαια συμπληρωματικό, ωστόσο ανακούφιζε αρκετά. Τα ψάρια πουλιόνταν είτε επιτόπου, είτε γυρολογώντας στις γειτονιές των κοντινών χωριών.







Με το πέρασμα του χρόνου χάθηκε κάθε χρώμα και χροιά της αρχικής εποχής. Η τεχνολογία άρχισε να φτάνει στην περιοχή με όλο και γρηγορότερους ρυθμούς. Πότε κανένα καινούργιο καλλιεργητικό μηχάνημα, πότε κανένα νέο μεταφορικό μέσο ανετότερο και γρηγορότερο, πότε κανένα εντελώς καινούργιο προϊόν όλο και έμπαινε στα σπίτια των απογόνων των μπαρμπα-Μένιου και της κυρα-Λενιώς. Ακόμη και η νοοτροπία των νέων ανθρώπων άλλαξε. Η τεχνολογία ήταν προκλητική. Δύσκολα μπορούσε κανείς να αντισταθεί. Το ποδήλατο είχε ενθουσιώδη υποδοχή. Χάρη σ’ αυτό μίκραιναν οι αποστάσεις. Έφερε κοινωνική καταξίωση στους έχοντας τη δυνατότητα απόκτησής του. Δεν έχουν σημασία τα παλιά στρατιωτικά ρούχα που φορά ο άντρας της φωτογραφίας. Σημασία έχει - και φαίνεται από το ύφος του - η αυτοπεποίθηση που του δίνει η κατοχή του νέου μέσου μεταφοράς.



Αυτό όμως που πραγματικά έφερε ριζική αλλαγή στην οικογενειακή ατμόσφαιρα ήταν η είσοδος στο σπίτι του ραδιόφωνου. Αξίζει να φωτογραφηθεί η οικογένεια μαζί με το νέο απόκτημα. Αν και ούτε το λιθόκτιστο σπίτι με τη μεγάλη βεράντα, ούτε το ντύσιμο μαρτυρεί οικονομική άνεση για την οικογένειας του Ιωακείμ - δισέγγονου του μπαρμπα-Μένιου -παρόλα αυτά το ραδιόφωνο θεωρήθηκε



απαραίτητο. Τι τραγούδια, τι νέα ακούσματα, τι νέα από άλλες πολιτείες, τι συζητήσεις, όλα τα προσέφερε το νέο απόκτημα της οικογένειας. Βέβαια δεν ήταν ανοιχτό όλη την ημέρα, παρά μόνο το βράδυ και τις αργίες. Από εκεί ακούσανε ότι έχουμε πόλεμο με τους Ιταλούς.





Επίλογος







Διαβάζοντας μια παλιά φωτογραφία. Αμίλητα και όμως λαλίστατα τα μέλη της οικογένειας. Μιας οικογένειας μεγάλης, εκτεταμένης, με τους γονείς, τα παιδιά τους αλλά και άλλους συγγενείς. Όλα τα άτομα μαζί, το ένα δίπλα στο άλλο, δεμένα με δεσμούς σφιχτούς σαν τους κρίκους μιας αλυσίδας, με επίγνωση του ρόλου που καλείται να παίξει το καθένα μέσα στην οικογένεια και στην κοινωνία.

Η θέση του κάθε μέλους στην οικογένεια και οι μεταξύ τους σχέσεις ξεκάθαρες. Οι άντρες καμαρωτοί, ελάχιστα χαμογελαστοί, με ύφος σοβαρό, ιδιαίτερα αυστηροί απέναντι στις γυναίκες και στα παιδία τους. Ιδιαίτερα περιποιημένοι με πλήρη ελευθερία κινήσεων και λόγου. Οι γυναίκες κάθε ηλικίας σεμνές, λιγομίλητες, υποταγμένες στον άντρα, όπως δηλώνεται ξεκάθαρα και στη φωτογραφία. Η μια γυναίκα έχει περασμένο το χέρι στον αγκώνα του άντρα, η άλλη έχει τα χέρια της σταυρωμένα και η τρίτη κρατά ένα μωρό στην αγκαλιά της. Γυναίκες αφοσιωμένες όλη τους τη ζωή στην οικογένεια και το σπίτι. Ταλαιπωρημένες αλλά και φιλάρεσκες ταυτόχρονα, στα μέτρα βέβαια του δυνατού και για την εποχή επιτρεπτού: μαλλιά με επιμέλεια χτενισμένα, χρυσά φλουριά στο λαιμό, ποδιές περίτεχνα φτιαγμένες στον αργαλειό. Τα παιδιά σοβαρά κι αυτά, με μια πρόωρη ωριμότητα, ίσως εξαιτίας των δυσκολιών που είχαν να αντιμετωπίσουν, χωρίς κανένα ίχνος παιδικής ανεμελιάς.

Διαβάζοντας μια παλιά φωτογραφία πόσες αλήθεια διαφορές αλλά και ομοιότητες με τη σημερινή εποχή ανακαλύψαμε και πόσο ξεκάθαρα και απλά φάνηκε ότι η σημερινή εποχή είναι συνέχεια της παράδοσης!

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου