Γίνε και εσύ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ-ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ του kataggeilte.blog στείλε και εσύ το άρθρο σου,με την φωτογραφία η το βίντεο που θέλεις και δεστο στην ροή των άρθρων του .

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Σαββάτου μέρα άρχισε, (αλλά) Σαββάτου μη ντιλειώνεις,Τα ψαλίδια δεν έπρεπε να μένουν ανοιχτά, γιατί θα έμεναν και τα στόματα του κόσμου ανοιχτά,Όταν ούρλιαζε σκυλί, ήταν σημάδι κακό, κά­ποιος από το σπίτι θα πέθαινε, γι’ αυτό και το σκοτώ­νανε, «για να φάει του δ(ι)κό τ(ου) κιφάλ(ι)».


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...



Στις 3 του Φλεβάρη, του Αγίου Συμεών, οι έγκυες γυναίκες δεν έκαναν καμιά δουλειά, για να μη γίνουν τα παιδιά τους «σημειωμένα» (να μην γεννηθούν με κάποια αναπηρία).



– Στις 25 του Μάρτη δεν βοτάνιζαν, ούτε έβγαζαν χορτάρι από τα περιβόλια και τα χωράφια τους, γιατί εκεί θα έβγαιναν φίδια και μπορεί να πήγαιναν και στα σπίτια τους..

– Την πρώτη Πέμπτη μετά το Πάσχα, οι τσο­πάνηδες δεν κούρευαν τα πρόβατά τους, γιατί θα έπεφταν κεραυνοί. Επίσης για τρεις Πέμ­πτες μετά το Πάσχα, δεν έσκαβαν τ’ Αμπέλια και τα περιβόλια τους, ούτε τα σκάλιζαν, ούτε τα βοτάνιζαν, γιατί θα ξεραίνονταν…

– Για οποιαδήποτε σοβαρή δουλειά (χτίσιμο σπιτιού, αρχή σποράς, θερισμού κ.λπ.) έλε­γαν: «Σαββάτου μέρα άρχισε, (αλλά) Σαββάτου μη ντιλειώνεις».

– Όταν φύτευαν κοκκάρι (μικρά κρεμμύδια) και τους έφευγε κανένα «αέριο» λέγανε πως, όταν τα κρεμμύδια μεγαλώσουν, θα καίνε!…

– Όταν κάποιος πήγαινε σε σπίτι που τρώγανε, έλεγαν πως τον αγαπούσε η πεθερά του. Το αντίθετο συμ­πέραιναν, αν, την ώρα που πήγαινε, τελείω­ναν το φαγητό…

– Δεν άφηναν να πιουν άλλοι από το ποτήρι που έ­πιναν (νερό, κρασί κ.λπ.), γιατί θα μάθαιναν τα μυστικά τους.

– Αν έβαζαν, κατά λάθος, στο τραπέζι παραπανίσιο κουτάλι ή πιρούνι, λέγανε πως είναι του Χριστού.

– Κανένας στο σπίτι και κυρίως τα παιδιά δεν έπρεπε να ψάχνουν τις τσέπες των άλλων, πολύ περισσότερο να παίρνουν χρήματα, γιατί ήταν πολλή μεγάλη γρουσουζιά.

– Τα ψαλίδια δεν έπρεπε να μένουν ανοιχτά, γιατί θα έμεναν και τα στόματα του κόσμου ανοιχτά και θα τους κουβέντιαζαν, θα τους κουτσομπόλευαν και θα τους γλωσσότρωγαν.

– Όταν πήγαιναν σε καινούργιο σπίτι, για πρώτη φο­ρά, έπρεπε να μπουν βάζοντας πρώτα το δεξί τους πόδι.

– Στο σπίτι που θα πήγαιναν, αν είχαν παιδιά της παντρειάς, έπρεπε να μπουν και να βγουν από την ίδια πόρτα, για να μη χαλάσει το προξενιό, που τυχόν γινόταν. Αν το ξεχνούσε κανένας και πήγαινε να βγει από άλλη πόρτα και το θυμόταν, την τελευταία στιγμή, γύριζε πίσω. Αν τα παι­διά δεν ήσαν μεγάλα του λέγανε: «Βγες κι απ’ αυτού, δεν π(ει)ράζ(ει), τα πιδγιά μας είνι μικρά ακόμα».

– Αν πήγαιναν σε κάποιο σπίτι, για προξενιό, πρό­σεχαν να βάλουν καμιά φανέλα, ή καμιά κάλ­τσα ανάποδα, για να «στρέξει»[6] το προξενιό…

– Στις 13 του μήνα, όπως και μέρα Τρίτη, δεν ξεκίναγαν για ταξίδι, ούτε άρχι­ζαν καμιά σοβαρή δουλειά, όπως χτίσιμο σπι­τιού κ.λπ. «Η Τρί­τ(η) είνι καλή μέρα –λέγανε-, αλλά έχ(ει) μια κακιά ώρα».

– Την νύχτα όταν κανείς ήταν άπλυτος, δεν είχε ακόμα νιφτεί δεν έπρεπε να κοιτάξει σε καθρέφτη. Αυτό ίσχυε και όταν υπήρχε νεκρός στο σπίτι, οπότε και σκε­πάζονταν όλοι οι καθρέφτες με μια πετσέτα ή με ένα ύφασμα.

– Άμα λάλαγε κότα, όπως ο κόκορας, πίστευαν ότι θα συνέβαινε κάποιο κακό στο σπίτι, γι’ αυτό την σφάζανε και μονολογούσαν: «Να!…(σε σφάζω, δηλαδή) για να στρέξ(ει) στου κιφαλάκ(ι) σ(ου)!».

– Αν οι κότες τίναζαν τα φτερά τους, θα ερχόταν στο σπίτι μουσαφίρης.

– Όταν η τσιρουστιά (πυροστιά, σιδεροστιά), την ώρα που την έβγα­ζαν απ’ την φωτιά, ήταν γεμάτη από κόκκινες σπίθες, λέγανε πως θα πά­ρουν λεφτά.

– Η τσιρουστιά δεν έπρεπε να τοποθετείται ανάποδα, γιατί ήταν σα να φασκέλωνε τον ουρανό και τον Θεό.

– Όταν ούρλιαζε σκυλί, ήταν σημάδι κακό, κά­ποιος από το σπίτι θα πέθαινε, γι’ αυτό και το σκοτώ­νανε, «για να φάει του δ(ι)κό τ(ου) κιφάλ(ι)».

– Άμα τους «έτρωγε» η παλάμη, η χούφτα του δεξιού τους χεριού, θα παίρνανε χρήματα, αν του αριστερού, τότε θα έδιναν χρήματα.

– Όποιον τον τρώγανε οι πατούσες του (δηλαδή το κάτω μέρος των ποδιών, τα πέλματα) τότε θα έκανε δρόμο.

– Όποιον τον «έτρωγε» η πλάτη του, θα έτρωγε ξύλο…

– Αν «χτύπαγε», αν σπάραζε το δεξί τους μά­τι, ήταν σημάδι, πως θα έβλεπαν κάποιον ή θα τους συνέβαινε κάτι καλό, που θα τους ευχαριστούσε. Αν το αριστερό τους μάτι ήταν που σπάραζε τό­τε, θα έβλεπαν κάτι που θα τους δυσαρεστούσε…

– Όταν «κουδούνιζε» το δεξί τους αυτί, θ’ α­κούγανε κάτι ευχάριστο, όταν το αριστερό, κάτι δυσάρεστο.. .

– Αν την νύχτα, πριν τα μεσάνυχτα, λαλούσαν τα κοκόρια, οι πετεινοί τότε θα «άλλαζε» ο καιρός.

– Όταν τα πουλιά του ουρανού πετούσαν ψηλά, θα έκανε καλόν καιρό, αν πετούσαν χαμηλά, θα έ­κανε κακοκαιρία.[7]

– Όταν ένα μικρό παιδί, που είχε αρχίσει να περ­πατάει, μπουσούλαγε, το ρω­τούσαν: «Πας (πηγαίνεις, δηλαδή) ή έρχισι;». Αν έλεγε «έρχομαι», τότε λέγανε πως θα τους ερχόταν μουσαφί­ρης (επισκέπτης) στο σπίτι. Αν το παιδί έλεγε «πάου», πηγαίνω, τότε θα πήγαιναν οι ίδιοι επίσκεψη κάπου και ας μη το είχαν προγραμματίσει…

– Οι νιόπαντροι δεν πήγαιναν σε κηδείες και σε μνημόσυνα, αλλά ούτε και στην εκκλησία την ώρα που στεφανωνόταν νέο ζευγάρι.

– Οι μικρομάνες, όταν δεν είχαν σαραντίσει ακόμα και δεν είχαν πάρει την ευχή του παπά, δεν πήγαι­ναν στην εκκλησία, ούτε σε κηδείες και γενικά έπρε­πε να αποφεύγουν να βγαίνουν απ’ το σπίτι. Αν όμως υπήρχε ανάγκη να βγουν, έπρεπε να βλέπουν χαμηλά, γιατί «τ’ς λιχώνας η ματιά μπουρεί να ρα(γ)ίσ(ει) και β(ου)νά!».

– Τα παιδιά δεν έπρεπε να κρατάνε το κεφάλι τους ανά­μεσα στα δυο τους χέρια, γιατί θα πέθαιναν οι γονείς τους.

– Αν χυνόταν λάδι κάτω, το είχαν για πολύ κακό, ήταν γρουσουζιά. Αν όμως χυνόταν κρασί το εί­χαν για γούρι.

– Το είχαν για κακό, το θεωρούσαν γρουσουζιά, να περάσει η σκούπα πάνω από τα πόδια τους, την ώρα που σκούπιζε κάποιος.

– Οι μεγάλοι, όταν έστελναν κάπου τα παιδιά και ήθελαν να γυρίσουν γρήγορα, τους έλε­γαν: «Τήρα (= κοίτα, πρόσεξε) φτύνου! Άμα του φτύμα λιώσ(ει) κι δεν έχ(ει)ς γυρίσ(ει), θα γίν(ει)ς χιλώνα!». Αυτό, βέβαια, αυτοί που το λέγανε δεν το πίστευαν, όμως τα παιδιά πήγαιναν και έρχονταν αμέσως…

– Στο φανελάκι των μικρών παιδιών στερέωναν μια μπλε χάντρα ή άλλα φυλαχτά, «για να μην τα πγιάν(ει) του μάτ(ι)».

Κι εδώ πρέπει να α­ναφέρω πως, πολλοί πιστεύουν ότι «το μά­τιασμα» δεν είναι πρόληψη, αλλά πως πραγ­ματικά μερικά άτομα έχουν ένα είδος ηλεκτρι­σμού και μπορούν, και χωρίς να το θέλουν, να επενεργούν επάνω σε άλλα άτομα ή και σε ζώα και σε πράγματα, κατά ένα υπερφυσικό τρόπο. Λένε μάλιστα, πως την βασκανία την πιστεύει και η εκκλη­σία. Δεν έχω κάτι ν’ αναφέρω, από δική μου εμπειρία.

Θα αναφέρω όμως δύο περιστατικά , που έχω α­κούσει. Το ένα από τον πατέρα μου:

Όταν ή­ταν μικρός, γύρω στα δεκάξι του χρόνια και όρ­γωνε στο «Στρογγυλό» χωράφι με ένα βόδι (κάτι πολύ δύσκολο). Κα­τά το απογευματάκι πέρασε από εκεί ο Λάμπρος ο Μπισερδής και τον ρώτησε: «Ούλου αυτό του χουράφ(ι) σήμερα το ’κα­νις, Τάσου;». Ο πατέρας μου τον βεβαίωσε πως, όντως, όλο το είχε «κάνει» εκείνη την μέρα.

Στη συνέχεια, ο μπαρμπα-Λάμπρος χαιρέτησε και έφυγε, αφού έριξε μια μα­τιά με θαυμασμό. Όμως, πριν προφτάσει να κα­τηφορίσει προς τον «Μηλώντα», το βόδι έπεσε κά­τω, έβγαλε αφρούς από το στόμα και ψόφησε!…

Το άλλο το άκουσα από τη μάνα μου και εί­ναι το παρακάτω: Στα πιο παλιά χρόνια, στα χοντρά ξύλινα δοκάρια, που στήριζαν το με­σοπάτωμα, αλλά και την σκεπή, στα πατερά, κάρφωναν μεγάλα καρφιά και εκεί κρεμούσαν τα ρόδια και τα κυδώνια, δεμένα σε πλεξάνες (αρμαθιές).

Σ’ αυτά τα καρφιά, μια φορά, είχε κρεμάσει η μάνα μου ένα κλωνάρι πορτοκα­λιάς με καμιά δεκαριά μεγάλα πορτοκάλια. Όλα κολλητά το ένα επάνω στο άλλο, σαν ένα είδος πολύσταυρου. Της τα είχε φέρει ο Γιώργης Βρετ­τός (ή Νταλαρούμης) από το Μαλακώντα.

Μια μέρα, λοιπόν, είχε έρθει στο σπίτι μας η θεια-«Βλά­χα». Μόλις μπήκε μέσα, έπεσε το βλέμ­μα της στον «πολύσταυρο» των πορτοκαλιών και τον θαυμασμό της τον εξέφρασε έτσι: «Τήηηραα! (= κοίτα) η Ζουή πουρτουκάαλια!»… Αυτό ήτανε. Αυτοστιγμεί, τακ… τακ… τακ… όλα τα πορτοκάλια έπεσαν στο πάτωμα… Ή­τανε διαβολική σύμπτωση; Τι ήτανε; Και αν δε­χτούμε το «μάτι», ματιάζονται και τα άψυχα;

Πάντως, όσοι το ήξεραν πως έχουν την δύναμη να «μα­τιάσουν», αλλά και όσοι δεν «μάτιαζαν», για να μην κάνουν κακό, «έφτυναν», έλεγαν: «Φτου!… φτου!…».

Και αν κα­νείς δεν το καταλάβαινε «να φτύσει», του το λέγα­νε οι άλλοι. «Φτύσ’ του πιδί μαρή», άκουγες να λένε, αν καμιά γυναίκα έλεγε με λαχτάρα: «Τί όμουρφου πιδάκ(ι) είνι τούτου!».

– Πολλοί, αν έβλεπαν φίδι να έχει τη φωλιά του στα θεμέλια του σπιτιού τους, δεν το σκότωναν[8], ούτε το κυνηγούσαν, το θεωρούσαν κάτι σαν φύλακα άγγελο του σπιτιού (ο

Οικουρός όφις[9] των αρχαίων ελλήνων).

– Όποιοι είχαν επάνω τους κόκαλο από νυχτε­ρίδα, πίστευαν πως, δεν θα πάθαιναν κακό και πως, θα ήσαν τυχεροί. Γι’ αυτό και όταν κάποιον τον ευνοούσε πολύ η τύχη, του λέγανε: «Του κουκα­λάκ(ι) τ’ς νυχτιρίδας έχ(ει)ς πάνου σ(ου);»

– Όταν έβλεπαν νυφίτσα (ένα μικρόσωμο ζώο) δεν την χτυπούσαν, γιατί θα πήγαινε στο σπίτι τους και θα τους έσκιζε τα ρούχα και θα τους έπνιγε και τα κλωσ­σόπουλα. Για να την καλοπιάσουν, μάλιστα, και να μην τους κάνει καμιά ζημιά, κάπως τραγουδιστά, της έλεγαν: «Νυφίτσα, νυφίτσα, θα σου φκιάξου μια ρουκίτσα». Λέγανε δε, πως η νυφίτσα ήταν κοπέλα κάποτε και, δεν ξέρω πώς, μεταμορφώθηκε σε ζώο.

– Δεν έπρεπε να τα έδειχνες και με τα δάχτυλά σου, όταν μέτραγες αστέρια, γιατί θα έβγαζες στα χέρια σου κάτι σπυριά με βαθιές ρίζες, που τα λέγανε γκαρδαβίτσες.

– Αν, πάλι, κάποιος είχε βγάλει στα χέρια του γκαρ­δαβίτσες, για να φύγουν, έπρεπε να προσέξει να δει τρία άτομα καβάλα πάνω σ’ ένα ζώο, όπως, μια μάνα με τα δύο μικρά της παιδιά, και κείνη τη στιγμή να έλεγε τρεις φορές: «τρεις καβάλα σ’ ένα ζο (ζώο), γκαρ­δαβίτσα στου γιαλό!».

– Όταν θέριζαν και σηκωνόταν τρελός ανεμοστρό­βιλος, που σήκωνε τις θερισμέ­νες χεράδες με τα στάχυα στον αέρα και -καμιά φορά- δεμάτια ολόκληρα, πίστευαν πως ήσαν ξωτικά, νεράιδες που χόρευαν και για να τις εξευμενίσουν και ν’ απομακρυνθούν τις λέγανε: «Μέλι–γάλα στου γιαλό, μέλι-γάλα στου γιαλό». Έπειτα απ’ αυτά τα λόγια, έφευ­γαν και πήγαιναν και έπεφταν στη θάλασσα…

– Την ώρα που πήγαιναν στη δουλειά τους πρωί-­πρωί, αν έβλεπαν μπροστά τους μαύρη γάτα, να δια­σχίζει το δρόμο τους, πίστευαν πως θα τους πήγαινε η μέρα στραβά…

– Όταν αποβραδίς, την ώρα που ετοίμαζαν το σιτάρι (τα κόλλυβα), για το μνημόσυνο κάποιου δικού τους, πέταγε μια μύγα ή μια πεταλoυδίτσα, έλεγαν, πως ήταν η ψυχή εκείνου που είχε φύγει για τον άλλο κόσμο.

– Αν η φλόγα, από τα ξύλα της φωτιάς, έβγαζε ένα τραγουδιστό φρρρ… φρρρ, πίστευαν πως κάποιος τους μελέταγε και συζητούσε για τα πρόσω­πα του σπιτιού τους. Τότε για να αποτρέψουν κάποιο ενδεχόμενο κακό λέγανε: «Αν είσι φίλους να χαρείς, αν είσι ’χτρός να σκάσις κι αν εί­σι κακουγείτουνας ανήμερα τ’ Λαμπρή σκόρδου κι κριμμύδ(ι) να φας!». Αν με το τέλος της φράσης αυτής σταματούσε η φλόγα να κάνει φρρρ, τότε υπέθεταν, πως τους κουβέντιαζε κάποιος που ήθελε το κακό τους. Αν δεν σταματούσε και συνέχιζε το φρρρ, τότε ήταν κάποιος δικός τους άνθρωπος ή κάποιος καλός τους φίλος.

– Αν κάποιος έλεγε κάτι άσχημο, δυσάρεστο σε κάποιους άλλους, στ’ αστεία ή στα σοβαρά, για να μην πραγματοποιηθεί αυτό που τους είχε πει, του λέγανε: «Δάκουσι τ’ γλώσσα σ(ου)», ή «Κούφια η ώρα π’ τ’ ακούει!», ή «Κ(ου)νήσ(ου) απ’ τ’ θέση σ(ου)!», ή «Χτύπα ξύλου!», ή «Να φας τη γλώσσα σ(ου)!». Η, περισσότερο οι γυναίκες, έφτυναν τον κόρφο τους τρεις φορές… Πολλές φορές όμως και αυτός που είχε πει κάτι δυσάρεστο, για να επανορθώσει, έλεγε και μόνος του: «Κούφια η ώρα π’ τ’ ακούει», ή «Να χτ(υ)πήσου ξύ­λου…» και χτύπαγε κάτι από ξύλο. Μερικοί για πλάκα –αντί για ξύλο- χτυπούσαν το κεφάλι κάποιου ή και το δικό τους…

– Όταν η γάτα, την ώρα που νιβόταν (γλειφότανε), κοίταζε προς τον νοτιά, λέγανε πως, θα το ‘παιρνε νοτιάς… Αν κοίταζε προς το βοριά, θα φύσαγαν βό­ρειοι άνεμοι κ.τλ.

– Το βράδυ, μετά το φαγητό, δεν τίναζαν το τραπεζομάντιλο με τα ψίχουλα έξω από το σπίτι. Τα μάζευαν και τα έριχναν, την άλλη μέρα το πρωί, στις κότες.

– Μετά την δύση του ήλιου, δεν έβγαζαν έξω από το σπίτι κάποια πράγματα, όπως είναι το προζύμι, η σήτα, το αλεύρι και άλλα.

– Επίσης, της μικρομάνας τα ρούχα, όπως και του μωρoύ, του βρέφους, που τα άπλωναν για να στεγνώσουν, ήταν κακό να ξεχαστούν έξω την νύ­χτα. Έρεπε να μαζεύονται πριν βασιλέψει ο ήλιος.

– Όταν το φεγγάρι ήταν σε όρθια στάση, πί­στευαν, πως θα έκανε καλό καιρό, όταν ήτα­ν σε πλάγια, θα είχαν κακοκαιρία. Γι’ αυτό και λέγανε: «Ουρθό φιγγάρ(ι) καπιτάνιους δίπλα. Δίπλα φιγγάρ(ι), καπιτάνιους ουρθός». Δηλαδή, όταν το φεγγάρι ήτανε όρθιο ο καπε­τάνιος του πλοίου μπορούσε να ήταν ήσυχος και μπορούσε να ξαπλώσει, να πάει να κοιμηθεί. Όταν, όμως, το φεγ­γάρι ήτανε πλαγιαστό, τότε έπρεπε να είναι όρ­θιος στο τιμόνι, γιατί θα ερχόταν φουρτούνα…

– Κάποιες φορές, που το φεγγάρι είχε μικρό κύκλο, λέγανε πως θα χά­λαγε ο καιρός, αν είχε α­λώνι θα σηκωνόταν αέρας. Αν μέσα στο αλώνι υπήρχαν αστέρια, τότε σε δυο-τρεις μέρες θα άλλαζε ο καιρός.

– Αν την ώρα που βασίλευε ο ήλιος ήτανε πολύ κόκ­κινος, θα σηκωνόταν αέρας.

– Δεν έπρεπε να στέκονται μπροστά σε ανοιχτή πόρτα και να κρατάνε, με το ένα χέρι δεξιά και με το άλλο αριστερά την κάσα της πόρτας, γιατί κάποιος θα πέθαινε…

– Επάνω από νεκρό άνθρωπο δεν έπρεπε να περάσει γάτα, γιατί ο πεθαμένος θα βρικολάκιαζε. Γι’ αυτό τις γάτες τις έβγαζαν έξω απ’ το σπίτι, όταν υπήρ­χε νεκρός.

– Όταν περνούσε κηδεία έξω απ’ το σπίτι τους, έκλειναν τις πόρτες και τα παράθυρα.

– Εκείνος που πήγαινε το καπάκι από το φέρετρο πεθαμένου στο νεκροταφείο, όπως και ο πα­πάς δεν έπρεπε να κοιτάζουν πίσω, γιατί θα ακολουθούσαν, σύντομα, και άλλοι θάνατοι…

– Το χωρίς ζάχαρη βρασμένο σιτάρι και το λειψό ψωμί, που δίνονται μετά την ταφή, έπρεπε να φαγωθούν στο νεκροταφείο. Δεν έκανε να το πάνε πίσω στο σπίτι.

– Την ώρα που πλένονταν, δεν έδιναν ο ένας στα χέρια του άλλου το σα­πούνι, γιατί θα μάλωναν. Γι’ αυτό το άφηναν κάπου και το έπαιρνε ο άλλος μόνος του.

– Όσα παιδιά είχαν αραιά τα μπροστινά τους δόν­τια έλεγαν, πως θα είναι καλότυχα. Τα δε κορίτσια θα έπαι­ρναν και πλούσιους άντρες.

– Όταν κάποιος, τεντώνοντας τα δάχτυλα των χεριών του, αυτά γύριζαν πολύ προς τα επάνω, γι­νόταν δηλαδή μια ανάποδη καμπύλη της πα­λάμης, έλεγαν πως είναι τσιγκούνης.

– Άμα καθόταν κουκουβάγια κοντά στο σπίτι τους και φώναζε μ’ εκείνο το μονότονο και λυ­πητερό «Koυκ(oυ)βάoυ! κουκ(ου)βάου!», πε­ρίμεναν πως θα πάθουν κάτι κακό (αρρώστια, θάνατο κ.λπ.), γι’ αυτό την έδιωχναν να πάει μακριά.

– Όταν λαλούσε γουρδουλούπα[10] κοντά στο σπίτι τους, το θεωρούσαν κακό προμήνυμα…

– Πίστευαν στην προφητική δύναμη των ο­νείρων. Αν έβλεπαν στον ύπνο τους καθαρό, γάρ­γαρο νερό, το είχαν για καλό. Αν ποτάμι θολό, περίμεναν κάτι κακό να τους συμβεί. Αν έβλεπαν αυγά, θα έκαναν με κάποιον καυγά κ.λπ.

Πρέπει να πω, πως, και για τα όνειρα, πολλοί ισχυρίζονται ότι δεν είναι προλήψεις, αφού και η εκκλησία ακόμα τα παραδέχεται. Η Γραφή, μάλιστα, λέει, πως ο Ιωσήφ είδε «κατ’ όναρ», στο όνειρό του δηλαδή, Άγγελο και του είπε να πάρει την Μαρία και το παιδί (τον Χριστό) και να φύγουν στην Αίγυπτο, για να το γλιτώσουν από την θηριω­δία του Ηρώδη!

Θα κάνω μια παρένθεση, για ν’ αναφέρω ένα όνειρο, όντως σημαδιακό, που είχε δει η γιαγιά μου, η μάνα του πατέ­ρα μου και μας το είχε διηγηθεί ο ίδιος:

Μια παραμονή των Αγίων Ταξιαρχών -που πιστεύ­ουν πως τα όνειρα «στρέχουν» περισσότερο- εί­δε στον ύπνο της να έρχονται από μακριά τρεις αξιωματικοί, που φορούσαν ολόχρυσες γούνες. Πέρασαν πρώτα από το σπίτι της θεια-Αργύρως της Τσώκαινας και μετά από ένα άλλο σπίτι, που δεν θυμάμαι πιο. Στη συνέχεια πήγαν στο σπίτι της γιαγιάς μου, που έβγαλε και τους κέ­ρασε μέλι. Φάνηκαν πολύ ευχαριστημένοι από την περιποίηση και αμέσως μετά, ο ένας -που κρατούσε ένα βιβλίο- κάτι ψιθύρισε στους άλ­λους δύο και γύρισε από το βιβλίο τρία – τέσσερα φύλλα.

Το πρωί είπε το όνειρο στη μάνα της (στην προγιαγιά μου δη­λαδή) και εκείνη τη «ζώσανε τα φίδια». Ο Γιώργης -της είπε- φοβάμαι πως θα πεθάνει πολύ γρήγορα και πως οι αξιωματικοί ήσαν οι αρ­χάγγελοι και το μέλι, που τους έδωσες, θα γί­νει φαρμάκι για μας… Έτσι είχε εξηγήσει, η προγιαγιά μου, εκείνο το όνειρο και δεν είχε πέσει έξω.

Έπειτα από λίγες μέ­ρες πέθανε ένα κοριτσάκι, που είχε η θεια ­Τσώκαινα και λίγο αργότερα, ένα άτομο από το δεύτερο σπίτι, που είχαν περάσει, πριν πάνε στο σπίτι της γιαγιάς μου. Ύστερα από τρεις ή τέσσερις μή­νες (όσα φύλλα είχαν γυρίσει από το βιβλίο τους οι αξιωματικοί) πέθανε και ο παππούς μου -ο οποίος ήταν μό­νο 28 χρονών- και δεν ήταν άρρωστος!

Αλλά, ας έρθουμε πάλι στο θέμα μας.

– Τα παιδιά δεν έπρεπε να τρώνε το μυαλό από τα κεφαλάκια των αρνιών και των κατσικιών, γιατί -όπως έλεγαν- «δεν έβαζαν μυαλό!». Ούτε την γλώσσα έπρεπε να τρώνε, γιατί θα «έβγαζαν» γλώσσα, θ’ αντιμίλαγαν δηλαδή και θα λέγανε περισσότερα από όσα πρέπει…

– Δίσεκτο χρόνο δεν παντρεύονταν, αλλά ούτε και τον Μάη. Αυτόν τον μήνα –έλεγαν-

παντρεύονται μόνο οι βασιλιάδες και τα γαϊδούρια…

– Ακόμα, πίστευαν πως, αν κάποιοι -και κυρίως οι γο­νείς τους- τους καταραστούν, δε θα πρόκοβαν στη ζωή τους.

– Αν κάποιος έβγαζε στο βλέφαρο του ματιού του κριθαράκι (χαλάζιο), πίστευαν πως, για να εξαφανιστεί, έπρεπε να το φασκελώσει, να το μουντζώσει, ένα πρωτότοκο παιδί, αλλά να ήτ­αν άπλυτο, να μην είχε νιφτεί ακόμα- και να έλεγε: «Αμ στάρ(ι), αμ κριθάρ’, του μαύρου βόιδ(ι) να σι φάει κι του βρακλό (παρδαλό) να σι πατάει, χαμ, χαμ, χαμ».

– Άμα ρωτούσαν κάποιον πόσα ζωντανά (γί­δια, πρόβατα κ.λπ) είχε, δεν έλεγε την αλήθεια. Λέγανε πάντα λιγότερα, απ’ όσα είχανε. Αυτό περισσότε­ρο ίσχυε για τους μελισσοκόμους και τούτο γιατί πίστευαν πως, αν έλεγαν την αλήθεια, θα εξαφανίζονταν τα μελίσσια τους. Αυτός που ρωτούσε, πάν­τως, -ότι και να του έλεγαν- έπρεπε να τους ευχηθεί, να τους πει: «να τα χ(ι)λιάσιτι».

– Αν ένα ζευγάρι είχε αποφασίσει να βαφτίσει το παιδί του με «πέταμα», να το τοποθετήσει, δηλαδή, μπροστά στην εικόνα της Παναγίας στην εκκλησία, και είχε διαρρεύ­σει το μυστικό, αυτοί που το ήξεραν δεν έπρεπε να το πάρουν το παιδί, γιατί θα πέθαινε.

– Τα ξύλα που έβαζαν στη φω­τιά, έπρεπε να τα τοποθετούν έτσι, ώστε να καίγεται πρώτα η χοντρή τους άκρη, όχι ανά­ποδα, γιατί θα τους έρχονταν όλα ανάποδα.

– Όταν τα ξύλα που έβαζαν στη φωτιά να καούν τρί­ζανε, έλεγαν: «Αρνιά – κατσίκια, αρνιά – κατσί­κια», για να γεννηθούν πολλά αρνιά και κατσίκια στη στάνη τους.

– Άμα έλεγαν κάτι και μετά φτερνίζονταν, ήταν σαν να επιβεβαιωνόταν εκείνο που είχαν πει πριν φτερνιστούν. Και αμέσως συμπλήρωναν: «Κι αλήθεια λέου».

– Αν πριν φτερνιστούν δεν είχανε πει κάτι, πίστευαν, πως κάποιος τους είχε θυμηθεί. Και ζητούσαν να τους πουν στην τύχη έναν αριθμό. Αν π.χ. τους έλεγαν 112, τότε, επειδή 1 + 1 +2=4=Δ (το τέταρτο γράμμα του αλφάβητου) υπόθεταν πως τους είχε θυμηθεί κάποιος που το όνομά του άρχιζε από δέλτα (Δη­μήτρης, Διονύσης κ.λπ.).

– Όταν δύο άνθρωποι –κυρίως παιδιά- άρχιζαν να μιλούν ταυτό­χρονα και έλεγαν συμπτωματικά το ίδιο πράγμα, δηλαδή είχαν την ίδια σκέψη στο μυαλό τους, έπιαναν κάτι που να είχε κόκκινο χρώμα. «Πγιάσι κόκκινου», λέγανε, γιατί διαφορετικά, πίστευαν, πως θα μάλωναν. Στη συνέχεια, έβαζαν στο νου τους κάτι, που ήθελαν πολύ να πραγματοποιηθεί, και μετράγα­νε έως το τρία. Ταυτόχρονα μετά λέγανε μια από τις λέξεις φλικ ή φλοκ. Αν πρόφεραν και τα δύο την ίδια λέξη (φλικ ή φλοκ), πίστευαν ότι, θα γινόταν αυτό που είχαν βά­λει στο νου τους. Αν το ένα έλεγε φλικ και το άλλο φλοκ, δεν θα γινόταν αυτό που τόσο πολύ ήθελαν…

– Αν κάποιος στραβοκατάπινε -ή από άλλη αι­τία έβηχε συνέχεια- πίστευαν, πως κάποιος τον «γλωσσότρωγε» και λέγανε: «μι γλουσσουφάγανι, π’ να φάνι του μπισ(ι)νό τ’ς».

– Αν πάλι του έλεγε κάποιος άλ­λος: «σι γλουσσουφάγανι», έλεγε: «Ναι, π’ να τ’ς φάει η πανούκλα».

– Αν κάποιου, που μέ­χρι εκείνη την μέρα του είχαν πάει όλα βολι­κά, ξαφνικά του έρχονταν μερικές αναποδιές και του έλαγαν πως: «Σι ματιάσαν(ι)», εκείνος απαντούσε: «Ναι, π’ να ν’τζ (=τους) βγούν’ τα μάτγια κι να μη μι βλέπ’νι».

– Οι νέοι και κυρίως τα κορίτσια, έπαιρναν από τα κουφέτα, που είχαν μπει στην τσέπη του γαμπρού, πριν ξεκινήσει για την στέψη, και το βράδυ τα έβαζαν κάτω από το προσκέφαλό τους, για να δουν, στον ύπνο τους, ποιον θα παντρεύονταν.

– Επίσης, τα κορίτσια, προτού ξεκινήσει η νύ­φη για την στέψη, έγραφαν κάτω από τα πα­πούτσια της τα ονόματά τους. Αργότερα, όταν τα έβγαζε, όποιων κοριτσιών τα ονόματα είχαν σβηστεί, αυτά θα παντρεύονταν σύντομα, ίσως και μέσα στο χρόνο.

– Αν κάποιος είχε ντυθεί και υπήρχε ανάγκη να ρά­ψουν επάνω του ένα κομμένο κουμπί, ή ένα μικρό ξήλωμα, τότε έπρεπε, όση ώρα θα κρατούσε αυτή η διαδικασία, να δάγκωνε το γιακά απ’ το που­κάμισό του!

-Αν κάποιος σου χάριζε σκύλο ή γάτα έπρεπε να του δώσεις –σαν αντίδωρο- κάτι, έστω και μία δεκάρα, γιατί διαφορετικά θα μαλώνατε και θα τρωγόσαστε σαν τη γάτα με το σκύλο.
ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΕΥΒΟΙΑΣ

paravouniotissa

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου