Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Εν Αθήναις...το παλιό το ταβερνάκι



Εικόνες που ζεσταίνουν την καρδιά και ζωντανεύουν τη θύμηση «ξεπηδούν» μέσα από τις παλιές παραδοσιακές ταβέρνες και τα μαγειρεία της πόλης -κι όχι μόνο- που αν και λιγοστά διατηρούν σε πείσμα των καιρών την αυθεντικότητα μιας άλλης εποχής, σίγουρα πιο αυθόρμητης, πιο αθώας και πιο μερακλίδικης…

* Ήταν η χρυσή δεκαετία του ’60, τότε που μεσουρανούσε ο ελληνικός κινηματογράφος. Στη μεγάλη οθόνη κάνει την εμφάνιση του ο «Μπακαλόγατος». Ένας αφελής πλην ετοιμόλογος χαρακτήρας, (ονόματι Ζήκος), που δούλευε στο μαγαζί του κυρ Παντελή, στο Οινοπαντοπωλείων «Χρυσές Καρδιές» … Σήμερα πέντε δεκαετίες μετά, στη γωνία των οδών Ψαρών και Μαιζώνος, στη πλατεία Βάθη, η μεγάλη επιγραφή έχει πλέον αλλάξει, όλα τ’ άλλα όμως παραμένουν ίδια, όπως και τότε… «Ο Ακροβάτης», έτσι μετονομάστηκε ο παραδοσιακός καφενές που αναγεννήθηκε μέσα από τα δομικά υλικά του οινοπαντοπωλείου και μοιάζει πραγματικά να ακροβατεί ανάμεσα στο χθες και το σήμερα. Το ψηλοτάβανο νεοκλασικό του μεσοπολέμου, με το υπόγειο κελάρι, με τους πέτρινους τοίχους, τις οκτάμετρες ξύλινες πόρτες απ’ όπου μπαίνει άπλετο το φως, αποπνέει τη ζεστασιά που έχει ένα γνήσιο αθηναϊκό στέκι. Σε μια γωνία του καφενείου στοιβαγμένα περιοδικά του ’30, του ’50, του ’80, παλιοί δίσκοι από βινύλιο, διάσπαρτα τραπεζάκια με ξύλινες καρέκλες… όλα μοιάζουν να στήνουν μαζί με τους θαμώνες, σκηνικό από ασπρόμαυρη ελληνική ταινία. Εδώ, σερβίρεται κρασί σε χειροποίητες κούπες, φρεσκοκομμένος ελληνικός καφές, λουκούμια, υποβρύχιο, καλή ρακή, σπιτικοί μεζέδες και παραδοσιακές πίττες. Όλα αυτά υπό τη συνοδεία της ζωντανής μουσικής κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή μεσημέρι ενώ δεν λείπουν και οι μουσικές εκπλήξεις τις καθημερινές.
* Ο ωραιότερος μεθύστακας του ελληνικού κινηματογράφου, ο Ορέστης Μακρής, στην ομώνυμη ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα, σιγοτραγουδώντας διαβαίνει με τον χαρακτηριστικό ασταθή βηματισμό του, το κατώφλι της πιο παλιάς παραδοσιακής ταβέρνας της Αθήνας… ο λόγος για τα φημισμένα «Μπακαλιαράκια του Δαμίγου». Η πλακιώτικη ταβέρνα της οικογένειας Δαμίγου εδώ και τέσσερις γενιές (ιδρυθείσα το 1865) βρίσκεται στο υπόγειο της οδού Κυδαθηναίων 41 και διατηρεί μέχρι σήμερα τη ζεστασιά και το λαϊκό της χρώμα. Ο χώρος αυτός υπήρξε στέκι του Κατράκη και του Βάρναλη καθώς και πλήθους επιφανών εκπροσώπων της Πολιτικής και της καλλιτεχνικής ζωής της Αθήνας. Στιγμές σε φόντο ασπρόμαυρο σε ξύλινες κορνίζες και χαμόγελα πλατιά, μια προπολεμική κολόνα και τα αριθμημένα τραπεζάκια γυρνάνε τους θαμώνες σε διαφορετικό χωροχρόνο. Αποφθέγματα διονυσιακά αλλά και χρυσά βραβεία «μετά διπλώματος», δια τον «λαμπρόν διάκοσμον» ή δια την «αρίστην ποιότηταν του οίνου» κοσμούν τους τοίχους της ταβέρνας. Το περιβάλλον ζεστό και οικείο και η σπεσιαλιτέ ταυτισμένη πια με το όνομά του. «Τα Μπακαλιαράκια», με σκορδαλιά συνοδεύονται με καλό χύμα κρασί από τα Μεσόγεια.
* Η Ελλάδα του Αυλωνίτη και του Φωτόπουλου, ζωντανεύει στην ιστορική ταβέρνα του «Μπαρμπα-Γιάννη», στα Εξάρχεια, καθώς δεν είναι λίγες οι σκηνές από ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου που έχουν γυριστεί στον χώρο αυτό. Πρόκειται για ένα από τα πιο παλιά οινομαγειρεία του Κέντρου, πραγματικό «όχημα» ταξιδιού στην Αθήνα του ’60. Ιδρυθέν το 1915, έχει φιλοξενήσει έκτοτε αμέτρητους πολιτικούς, ηθοποιούς, δημοσιογράφους και δικηγόρους, ενώ σήμερα αποτελεί ιδανικό φοιτητικό στέκι. Γεύσεις σπιτικές, μαγειρευτά φαγητά (φρικασέ και λαδερά), καθώς και κόκκινο και λευκό κρασί αντιστέκονται στα κάθε λογής «γκουρμέ» που επιτάσσουν οι νεοταβέρνες.
* Το σκηνικό μοιάζει να είναι βγαλμένο από ταινία του Μεσοπολέμου, ενώ ο αστικός μύθος λέει ότι αυτή είναι η «υπόγεια ταβέρνα», στην οποία αναφέρεται ο Βάρναλης στους «Μοιραίους»: «Μες την υπόγεια την ταβέρνα / μες σε καπνούς και σε βρισιές/ (απάνω στρίγκλιζε η λατέρνα) / όλη η παρέα πίναμε εψές...».
...Όπως και να’ χει, «Το Δίπορτο», γωνία Σωκράτους και Θεάτρου, στη Βαρβάκειο Αγορά, στο υπόγειο ενός εγκαταλειμμένου νεοκλασικού αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς εδώ και πολλές δεκαετίες για εκείνους που επιζητούν κάτι αυθεντικό. Το σίγουρο πάντως είναι ότι εδώ έχουν γυριστεί πολλές ταινίες με πρωταγωνιστές τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, τον Κώστα Βουτσά κι άλλους πολλούς που το πέρασμα των χρόνων δεν επιτρέπει στους ιδιοκτήτες να θυμούνται με ακρίβεια. Τα απότομα σκαλιά οδηγούν στο εσωτερικό του χώρου που φωτίζεται με άπλετο φως, μέσα η τσίκνα και η κάπνα από τα «τσουκάλια» κυριαρχούν -αλλά δεν φαίνεται να ενοχλούν κανένα. Το ξύλινο πάτωμα, τα ξύλινα τραπέζια και οι καρέκλες, τα φθαρμένα βαρέλια της ρετσίνας, ο μαρμάρινος νεροχύτης, το μαντεμένιο ντουλάπι, όλα μετρούν πάνω από έναν αιώνα ζωής κι όμως αντέχουν και διατηρούν αναλλοίωτο το ύφος και τον χαρακτήρα της ταβέρνας. Εδώ σερβίρονται λίγα πιάτα σπιτικά, σε μερίδες χορταστικές και κυρίως σε φθηνές τιμές. Για πολλά χρόνια αυτό ήταν το στέκι των εργαζόμενων στη Βαρβάκειο Αγορά, με τον καιρό όμως το σκηνικό άλλαξε και σήμερα πλέον εδώ συχνάζει ετερόκλητο πλήθος ανθρώπων, από φοιτητές μέχρι επιχειρηματίες.
* Η ταβέρνα του «Φιλίππου» στην οδό Ξενοκράτους 19, μετράει 86 χρόνια λειτουργίας (από το 1923). Χώρος ζεστός και φιλόξενος, ήταν για πολλά χρόνια το στέκι του Κάρολου Κουν, του Γιάννη Τσαρούχη, του Γιάννη Μόραλη, του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και άλλων μορφών των περασμένων δεκαετιών. Εδώ έχουν γίνει και τα εξωτερικά γυρίσματα από το «Η γυναίκα μου τρελάθηκε» με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Αρχικά λειτουργούσε σαν κρασοπουλειό, στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ταβέρνα και από το 1968 έχει τη σημερινή του μορφή, εξηγεί ο κ. Φιλίππου, ο οποίος ανήκει στην τρίτη γενιά ιδιοκτητών, ενώ ξεκαθαρίζει ότι η φιλοσοφία του είναι η «αυθεντικότητα» και η διατήρηση του κλασικού ύφους -που τείνει πλέον να εκλείψει. Στο οινομαγειρείο σερβίρονται φαγητά κατσαρόλας (κόκορας κρασάτος, χοιρινό λεμονάτο , ψαρόσουπα), φαγητά της ώρας και ψητό κυδώνι για το τέλος. Απλή και λιτή ταβέρνα, δυο-τρία σκαλιά κάτω από το επίπεδο του δρόμου αποτελεί σίγουρα την πιο όμορφη «παραφωνία» στο κατά τα λοιπά «κοσμικό» Κολωνάκι.
* Το Οινοπαντοπωλείον «Ειδικόν», στην οδό Σαλαμίνας και Ψαρών, στα Ταμπούρια λειτουργεί από το 1920. Περνάει από γενιά σε γενιά και διατηρεί αναλλοίωτο τον γνήσιο παραδοσιακό του χαρακτήρα. Κι όπως φαίνεται αυτό είναι και το μεγάλο μυστικό της επιτυχίας του. Χώρος φιλόξενος, με τους πρόθυμους και πάντα περιποιητικούς ιδιοκτήτες. Το επισκέπτονται πολιτικοί, ηθοποιοί (έχουν γίνει και γυρίσματα από ταινίες) αλλά και πολλοί τουρίστες καθώς οι οδηγοί του Κόσμου το συστήνουν ανεπιφύλακτα. Σήμα κατατεθέν το κλίμα ευφορίας που πηγάζει από τα μεγάλα βαρέλια με τη ρετσίνα, διακόσμηση παραδοσιακή με περίτεχνα ράφια μπακάλικου και τρία μεγάλα ψυγεία παλιάς κοπής. Μεζέδες τηγανιτοί, σαλάτες, τηγανιτές πατάτες είναι τα κύρια εδέσματα που σερβίρονται εδώ. Το κρασί ρέει άφθονο και προς το μεσημέρι τις περισσότερες φορές όλο και κάποια ρεμπετοπαρέα βρίσκεται στο μαγαζί και στήνει το δικό της αυτοσχέδιο γλέντι.
* Η λαϊκή ταβέρνα του Κουμπούρα», στη γωνία των οδών Κύπρου και Σωκράτους, (στα όρια των Δήμων Κορυδαλλού- Νίκαιας, πίσω από το γήπεδο της Προοδευτικής), έχει τη δική της ιδιαίτερη ιστορία και φυσιογνωμία. Αρχικά λειτουργούσε στην οδό Γούναρη, στο υπόγειο της «Μακράς Στοάς», μετά την εισβολή των Γερμανών όμως καταστράφηκε ολοσχερώς και από το 1952 ο Παναγιώτης Θεοδωρόπουλος, (πατέρας του σημερινού ιδιοκτήτη), δημιούργησε κάτω από το σπίτι του έναν χώρο με βαρέλια και πουλούσε ρετσίνα συνοδευόμενη από μεζέδες. Από το 1954 απέκτησε τη σημερινή της μορφή και έκτοτε λειτουργεί ως οικογενειακή ταβέρνα. Όσο για την ονομασία «Κουμπούρας» προέρχεται από το παρατσούκλι που είχε ο παππούς Θεοδωρόπουλος, λόγω της ιδιότητάς του, κατασκευαστής όπλων στη Δημητσάνα. Εδώ ήταν το στέκι των ηθοποιών μετά τις παραστάσεις που έδιναν οι θίασοι-μπουλούκια στα θερινά σινεμά της περιοχής «Έλλη» και «Κορυδαλλός». Συχνά το επισκεπτόταν και ο Φραγκίσκος Μανέλης με τον θίασό του και τραγουδούσαν όλοι, με τη συνοδεία της μικρής ορχήστρας του Γιάννη Λαουτάρη. Δέκα αριθμημένα κόκκινα βαρέλια με ρετσίνα, ξύλινα ράφια στους τοίχους και στην πιο περίοπτη θέση πάνω στα βαρέλια, η φωτογραφία του δικού τους Στέλιου Καζαντζίδη. Εδώ ήταν το στέκι του, περνούσε ώρες πολλές. Μάλιστα οι φήμες λένε ότι ένα βράδυ κατά το διάστημα που ο Άκης Πάνου ήταν στη φυλακή, με τη βοήθεια του τότε διευθυντή των φυλακών βγήκε για να συναντήσει τον πιο έμπιστο και καλό φίλο του στο μαγαζί του «Κουμπούρα». Η κουζίνα σερβίρει μεζέδες (γίγαντες, γίδα βραστή και ενίοτε πατσά). Πλούσιες σαλάτες και ορεκτικά, πιάτα της ώρας και καλό κρασί. Τις Κυριακές κλειστά.
* Τέλος, ένα καραβάκι δρόμος και φτάνουμε στο καφενεδάκι του «Καπελογιάννη», στο παλιό Λιμάνι των Σπετσώνπου μοιάζει να έχει τη δική του ιδιαίτερη θέση στη μνήμη των κατοίκων αλλά και των επισκεπτών του νησιού. Για τους περισσότερους είναι το καφενείο που ο Κοσμάς Σκούταρης (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος) έκανε της προεκλογικές του ομιλίες και συγκεντρώσεις στην ταινία «Τζένη Τζένη». Μπορεί σήμερα το παραδοσιακό καφενείο να έχει αλλάξει εξωτερικά όψη, ο εσωτερικός του διάκοσμος παραμένει όμως ίδιος, όπως και τότε. Καφενείο και μεζεδοπωλείο πλέον, παραμένει ανοιχτό όλο το χρόνο, το ίδιο ζεστό, φιλόξενο και αυθεντικό. Πολλοί από τους κατοίκους του νησιού θυμούνται και αφηγούνται με καμάρι τη δική τους συμμετοχή αλλά και χαρακτηριστικά στιγμιότυπα από την ταινία… Τη σκηνή με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο να κάθεται με συγχωριανούς του, καπνίζοντας τον ναργιλέ του με ύφος μεγαλοκοματάρχη. Μόλις πλησιάζει στο μέρος τους ο Ανδρέας Μπάρκουλης (Νίκος Μαντάς) σηκώνεται σχεδόν υποκλινόμενος και τον καλεί να καθίσει μαζί του ενώ οι θαμώνες ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Αυτά διηγούνται οι κάτοικοι σε εκείνους που θέλουν να μάθουν κάτι περισσότερο.

ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ  ΤΥΠΟΣ  15/6/10

"Και τσουγκρίσαν τα ποτήρια
στο παλιό το ταβερνάκι
και ανοίξαν παραθύρια
και φανήκαν κοπελούδες
απ’ τις γρίλιες με πλεξούδες
και ξανάνιωσα λιγάκι 
στο παλιό το ταβερνάκι ..."

Πίσω στα παλιά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου