Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Πίσω στο χωριό τίποτε πλέον δεν είναι το ίδιο…Τα σπίτια ήταν κλειστά και τα παιδιά δεν έπαιζαν πια στους δρόμους..αναζήτησε τη μυρουδιά του βασιλικού και της μαντζουράνας.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Τα σπίτια ήταν κλειστά και τα παιδιά δεν έπαιζαν πια στους δρόμους. Αφουγκράστηκε ν’ ακούσει κάποια γνώριμη μιλιά και αναζήτησε τη μυρουδιά του βασιλικού και της μαντζουράνας.

Πίσω στη γειτονιά της, την οδό Σαπφούς, στη Μάνια Καλλονής Λέσβου, μετά από δεκαετίες απουσίας, η συμπάροικος Μαρία Καράμπελα βρέθηκε… σ’ έναν ξένο τόπο.Διαφήμιση




Έτρεχε αλαφιασμένη, με κομμένη την ανάσα, να δει τον τόπο που γεννήθηκε, εκεί που μεγάλωσε, εκεί που έπαιζε με τις φίλες της στο δρόμο κι αργότερα στολιζόταν -έφηβη πια- για να πάει βόλτα στον Φάραγγα.

«Τίποτε δεν ήταν πια το ίδιο. Η γειτονιά μου, άγνωστη, έτσι όπως είναι σήμερα, για μένα, την περπάτησα και έκλαψα.

Αναζήτησα το σπίτι μου που δεν υπάρχει πια. Μόνο ένας τόσο δα μικρός τόπος που ήταν χτισμένο και σκέφθηκα τόσα χρόνια πώς οι γονείς μου ανάθρεψαν τόσα παιδιά, με τόση φτώχεια πέντε παιδιά, με τόση όμως φροντίδα, τόση στοργή κι αγάπη που νοιώθαμε ότι δεν μας έλειπε τίποτε!

Αφουγκράστηκα ν’ ακούσω γνώριμες φωνές, ν’ ακούσω μουσικές, να μυρίσω τους βασιλικούς, τα γιασεμιά που τα κάναμε βραχιολάκια και βγαίναμε βόλτα, τις μαντζουράνες.

Κοντοστάθηκα να δω τις παλιές γειτόνισσες να προβάλουν στις πόρτες. Τη θεία Μαρία την Τσιριλένα, τη θεία Ευρίκλεια, τη θεία Άννα την Πατακούδενα, τη θεία Μαρία τη Χατζουπουλίνα, τη θεία Αφροδίτη… Ποια να πρωτοθυμηθώ!

Όλες στη γειτονιά ήταν ‘θείες’. Οι πόρτες πάντα ανοιχτές. Πατούσες την τζάγρα κι έμπαινες μέσα στο σπίτι απρόσκλητη, αλλά πάντα καλοδεχούμενη».

ΑΔΕΙΑΖΕ ΤΟ ΝΗΣΙ

Την ακούω, χωρίς να τη διακόπτω, και καταγράφω τις εικόνες που μου δίνει γενναιόδωρα και τόσο, μα τόσο ζωντανά!

Η Μαρία Παπάζογλου έφυγε από την Καλλονή Λέσβου το 1958. Μια εποχή που το νησί άδειαζε, όπως όλα τ’ άλλα. Που τα χωριά ερημώνονταν και ο τόπος έχανε τα νιάτα του. Όλοι πίστευαν, βέβαια, ότι επρόκειτο για μια φυγή προσωρινή. Οι περισσότεροι προσδιόριζαν και το χρόνο απουσίας!

Πέντε με δέκα χρόνια το πολύ. Διαψεύστηκαν, βέβαια, οικτρά.

Σήμερα, τουλάχιστον, οι Έλληνες νεομετανάστες –άλλης… πάστας αυτοί- γνωρίζουν καλά να μετρούν, να εκτιμούν καταστάσεις, να υπολογίζουν συνέπειες και, …κατά συνέπεια, να μην αυταπατώνται.

Κανένας από τους δεκάδες που συναντάμε και μιλάμε μαζί τους, δεν σκέπτεται να γυρίσει πίσω. Κανένας, σήμερα, δεν βλέπει φως στην άκρη του τούνελ. Κανείς, επομένως, δεν θέλει να ζήσει εκ του πλησίον μια Ελλάδα που αιμορραγεί.

Οι περισσότεροι προσπαθούν, κατά συνέπεια, να βολευτούν εδώ, όπως μπορούνε. Οι συνθήκες δεν είναι εύκολες και λίγοι είναι οι τυχεροί. Οι περισσότεροι είναι αναγκασμένοι, ακόμη και όταν έχουν την τύχη να βρουν δουλειά στο αντικείμενο που τους ενδιαφέρει, να κάνουν υποχωρήσεις, μερικές από τις οποίες πονάνε πολύ. Δόξα, όμως, τω Θεώ να λένε!

Αυτά… παρενθετικά γιατί συμβαίνει να είναι σχετικά με τη μετανάστευση.

ΤΟ ΧΘΕΣ

Η Μαρία Παπάζογλου (Καράμπελα μετά το γάμο της) μου μεταφέρει σήμερα εικόνες ατόφιες, αυθεντικές, του τότε.

«Τ’ απογέματα, το καλοκαίρι, όλες έξω στη γειτονιά. Η θεία Ελένη με την κόρη της τη Μαρίκα, να κεντούν τα ωραιότερα εργόχειρα. Λίγο πιο κάτω, η Μυρσίνη η Καλιάδενα, η Αριάδνη, μαζί με άλλες γειτόνισσες να φτιάχνουν χειροποίητα μακαρονάκια, άλλες να πλέκουν, άλλες να κεντούν, άλλες να καθαρίζουν φασολάκια για μαγείρεμα και να πίνουν συνάμα τα καφεδάκια τους, να λένε τα αστειάκια τους και να γίνεται χαμός».

Σταματά να πάρει ανάσα και μια ρουφηξιά καφέ λάτε – καμία σχέση με αυτό που φέρνουν πίσω οι μνήμες της.

«Αυτή ήταν η γειτονιά μου, η Μάνια. Φτωχή, αλλά χαρούμενη, αγαπημένη.

Τη βρήκα, όμως, ρημαδιό και τους καλούς μου γείτονες να λείπουν. Έψαξα τ’ αχνάρια τους αλλά δεν τα βρήκα πουθενά. Στα σπίτια τους τώρα κατοικούν άγνωστοι, ξενόγλωσσοι. Όλα ήταν άγνωστα για μένα».

Σωπαίνει για λίγο και μετά, σα να βρίσκει διέξοδο στη γενικότερη εικόνα, λέει: «Μη σκεφτείς, όμως, ότι κλείνω τα μάτια μου στη γενικότερη εικόνα που είναι το ίδιο ξένη και διαφορετική σε μας που ξενιτευτήκαμε. Το κακό, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, έχει απλωθεί παντού».

ΓΕΝΙΚΗ ΕΞΟΔΟΣ

Ρώτησε και έμαθε. Αυτοί που δεν ξενιτεύτηκαν, όπως η ίδια, είχαν παιδιά που έπρεπε να πάνε και να σπουδάσουν στην Αθήνα ή να βρουν δουλειά αλλού, πούλησαν τα σπίτια τους και έφυγαν. Οι νέοι ιδιοκτήτες, συνήθως ξένοι. Αυτοί που έρχονται, γοητεύονται από την ομορφιά του τόπου και ζητούν μερίδιο σ’ αυτόν. Με τα λεφτά τους βέβαια.

Όσοι έχουν τη δυνατότητα, μάλιστα, τα ανακαινίζουν, χωρίς να κρατούν εντούτοις πάντα το χαρακτήρα τους. Είναι και αυτός άλλος ένας ουσιαστικός παράγοντας της αλλοίωσης του χθες από το σήμερα.

Άλλοι που έφυγαν και δεν είχαν τη δύναμη να πουλήσουν το πατρικό -γιατί πονούσε πολύ- το ανακαίνισαν κι έρχονται κάθε καλοκαίρι να χαρούν τη μοναδική ομορφιά του τόπου.

Παλιά γειτονιά της Μάνιας που κι αυτή άλλαξε μορφή


Η τάση όμως που επικρατεί, εδώ και χρόνια και κινδυνεύει να αλλοιώσει ανεπανόρθωτα τη φυσική ομορφιά της Καλλονής και των επτά οικισμών της (Παράκοιλα, Σκάλα Καλλονής, Αργιανά, Κεράμι, Δάφια και Αρίσβη), είναι να χτίζονται –κυρίως από τους ξενιτεμένους– σπίτια εκεί που άλλοτε ήταν ελαιώνες, περβόλια και μποστάνια.

«Έκανε την αρχή κάποιος, ρίχνοντας κάτω λιόδεντρα και χτίζοντας ένα διώροφο, για να τον ακολουθήσουν μετά κι άλλοι πολλοί. Αυτοί ευθύνονται, κατά ένα μεγάλο μέρος, που ο τόπος χάνει σιγά–σιγά τις φυσικές του ομορφιές ή, στην καλύτερη περίπτωση, αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του. Ας μη γελιόμαστε. Εμείς οι ξενιτεμένοι που πονάμε πολύ περισσότερο από τους άλλους που έμειναν εκεί, τον τόπο μας, εμείς συντείνουμε συχνά στην αλλοίωσή του».

ΣΧΗΜΑ ΟΞΥΜΟΡΟ

Ναι, πρόκειται σίγουρα για σχήμα οξύμωρο. Οι νοσταλγοί του χτες,

προκαλούν την αλλαγή της εικόνας του σήμερα.

Ιδιοκτήτες των μεγάλων σπιτιών, με τα εντυπωσιακά driveways και τα πελώρια γκαράζ, είναι συνήθως ξενιτεμένοι. Εκείνοι που σε πολλές περιπτώσεις, όταν ήταν παιδιά, βοηθούσαν τον πατέρα τους να κλαδέψει τα λιόδεντρα, σήμερα τα βγάζουν από τη μέση για να χτίσουν το σπίτι που ονειρεύονταν. Νοσταλγούν, βέβαια, το χθες, υπερισχύει, όμως, η ανάγκη να αποδείξουν στον ίδιο τον εαυτό τους -και πιθανόν στους άλλους- ότι δεν στερήθηκαν τον τόπο τους, έτσι, χωρίς όφελος. Χωρίς να έχουν σήμερα αυτά που ονειρεύονταν χτες.

«Δεν μπορείς να εμποδίσεις τον άλλον να χτίσει μέσα στον ελαιώνα του. Το κακό είναι ότι αυτή η τάση απλώνεται και παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Συχνά η ανοικοδόμηση νέων κατοικιών σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, αλλάζει την όψη του τοπίου. Το πράσινο αντικαθίσταται από το τούβλο και τον σουβά.

Και το ειδυλλιακό τοπίο εξαφανίζεται».

Σπίτια με θέα τον κόλπο της Καλλονής είναι, βέβαια, από τα πιο προνομιούχα και οι ιδιοκτήτες τους θεωρούνται -από τους ντόπιους και όχι μόνο- από τους πλέον τυχερούς.

Η ΚΑΛΛΟΝΗ

Η Καλλονή βρίσκεται στο κέντρο της Λέσβου, σε απόσταση 40 χιλιομέτρων από τη Μυτιλήνη και απλώνεται μέσα σε μια μεγάλη και εύφορη πεδιάδα. Έχει την όψη μικρής πόλης με αρκετά μεγάλη και έντονη εμπορική κίνηση, δεδομένου ότι αποτελεί το δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο του νησιού.

Ευνοημένη από τη φύση με τα νερά του Κόλπου (της Καλλονής) να αγκαλιάζουν την πλούσια πεδιάδα των 100 τετραγωνικών χιλιομέτρων που καταβρέχουν ποτάμια και γονιμοποιούν τα υπόγεια νερά, ήταν ανέκαθεν το σταυροδρόμι απ’ όπου περνούσαν οι βασικοί άξονες του νησιού.

Οι αλλαγές στο κορμί της, δεν περιορίζονται μόνο εκεί. Είναι ένα φαινόμενο που εξαπλώνεται σ’ όλη τη χώρα και τα 30 εκ. τουρίστες που θα δεχτεί η γενέτειρα φέτος -και αποτελούν σοβαρή μετάγγιση αίματος στην οικονομία της- σίγουρα θα παίξουν ρόλο και στην αλλοίωση του χαρακτήρα της, όπως τον ξέραμε. Ανάμεσά τους ομογενείς, μερικοί με σχέδιο να χτίσουν στα πατρικά περβόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου