Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Στέλλα Γκρέκα Τραγουδίστρια-θρύλος.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζει στον Διόνυσο. Στα 92 της διανύει την καλύτερη περίοδο της ζωής της. Θα μπορούσα να μείνω σε ένα δωμάτιο δύο
μήνες και να μην πλήξω. Βιβλίο και σταυρόλεξα. Κεντάω πολύ. Πολύ κέντημα, πολύ πλεκτό, μου αρέσει να μαγειρεύω, να φροντίζω το σπίτι, μου αρέσει να ετοιμάζω πράγματα. Να δημιουργώ κατ' αυτό τον τρόπο. Να κάνω πράγματα με τα χέρια μου. Δεν μου αρέσει να παίζω χαρτιά, να πηγαίνω σε νάιτ κλαμπ. Τα νάιτ κλαμπ δεν μου αρέσουν καθόλου. Προτιμώ την κλασική μουσική. Μόνο όπερα ακούω. Τα τραγούδια μου δεν τα ακούω ποτέ. Τον Απρίλιο θα γίνω 92 ετών. Γεννήθηκα στην Αθήνα. Το πατρικό μου όνομα είναι Λαγκαδά. Ο πατέρας μου γεννήθηκε στην Πλάκα, στην οδό Βύρωνος 2, το 1868. Ήταν σκηνογράφος και δούλευε με την Ευαγγελία Παρασκευοπούλου. Εκείνη την εποχή έφταναν στην Ελλάδα ιταλικοί θίασοι και έκανε τα σκηνικά, έτσι λάτρεψε την όπερα. Ο αδερφός του είχε το περίφημο βεστιάριο Λαγκαδά. Εγώ δεν τον θυμάμαι γιατί πέθανε όταν ήμουν 18 μηνών. Στο σπίτι ακούγαμε όπερες και καλή μουσική. Ήμασταν εννέα αδέρφια. Το πρώτο είχε γεννηθεί το 1899, εγώ, η τελευταία, το 1922. Ο Θεός ξέρει πώς τα έβγαλε η μάνα μου πέρα με εννέα παιδιά, βασανίστηκε πολύ. Δεν είχαμε τίποτα, φτώχεια του κερατά.





Ζούσαμε με ζόρι. Τραβήξαμε κουπί, αλλά ποτέ δεν αισθανθήκαμε φτωχοί. Και είχαμε πολύ καλό κύκλο. Είχαμε σχέσεις με τον Παντελή Χορν, τον Δαραλέξη, τον Φιλαδελφέα. Όταν ήμουν οκτώ ετών με άκουσε να τραγουδάω ο Οικονομίδης –πολύ κομψός, με τα λινά, με καπέλο παναμά, ωραίο στυλ– και λέει: «Αυτό το παιδάκι έχει πολύ καλή φωνή, αλλά είναι μικρό για να κάνει φωνητική. Θ' αρχίσουμε σολφέζ». Και άρχισα να τραγουδώ στη Χορωδία Αθηνών, κάπου πίσω από το Μινιόν. Στην Κατοχή ήμουν δεκαεννιά ετών και δεν πολυέβγαινα από το σπίτι. Υπήρχε ένα υπαίθριο βαριετέ, το Αλκαζάρ, στον Σταθμό Λαρίσης, όπου πήγαινε ο κόσμος και ξέσκαγε. Πήγαμε μια μέρα με τη μαμά μου να δούμε τους κλόουν. Τότε με είδε για πρώτη φορά ο Ορέστης Λάσκος. Καιρό αργότερα, πήγαινα στο Βασιλικό Θέατρο να πάρω εισιτήρια, όταν βλέπω κάποιον να πηδάει από το τραμ, που ήταν εν κινήσει, και να τρέχει προς το μέρος μου. Ήταν ο Λάσκος. Μου λέει: «Ίσως με ξέρετε. Είμαι ο Ορέστης Λάσκος». Εγώ ντράπηκα, ήθελα να το παίξω κουλ και του είπα «Είναι το όνομά σας αυτό ή ψευδώνυμο;». Και μου απάντησε στα ίσια: «Εσείς μια μέρα θα γίνετε γυναίκα μου». Και έφυγε. Συναντηθήκαμε αργότερα στο σπίτι ενός καθηγητή, γείτονά μας στην πλατεία Ελευθερίας. Έτσι άρχισε η ιστορία μας. Παντρευτήκαμε το 1942. Μας πάντρεψε ο Φίνος. Οι δικοί μου δεν τον ήθελαν καθόλου. Μείναμε μαζί όλη την Κατοχή, αλλά από την αρχή είδα ότι δεν γινότανε. Από ένα σημείο και μετά ήμασταν χωρισμένοι, αλλά μέναμε στο ίδιο σπίτι. Δεν ήταν κακός άνθρωπος ο Λάσκος, αλλά τρομερά ανεύθυνος. Κι αυτό λέει πολλά. Ήταν η πρώτη μου αγάπη, αλλά απογοητεύτηκα τόσο πολύ, που μαράζωσα. Μέναμε σε ένα διαμέρισμα στην οδό Τροίας. Ήταν νόστιμος άνθρωπος, αλλά ήμασταν δύο διαφορετικοί κόσμοι. Κι εγώ δεν μπορούσα να ζω με κάποιον που γύριζε στις 4 το πρωί, δεν ήξερα πού ήτανε, που έτρωγε όλα τα χρήματα με τους θιάσους. Μπορώ να γράψω ένα βιβλίο για επεισόδια επίπονα. Ο κολλητός του φίλος, η σκιά του, ήταν ο Τσιφόρος. Δυστυχώς, έκανε πάντα παρέα με τον Τσιφόρο. Απατεών! Ένας λόγος που απομακρύνθηκα από τον Ορέστη ήταν και το ότι έκανε παρέα με αυτό τον άνθρωπο. Δεν μου άρεσε. Ήταν βρόμικος. Αφάνταστα. Είχε μπει και φυλακή, τέτοια πράγματα. Ο Λάσκος ήταν ήδη γνωστός. Είχε κάνει το Δάφνις και Χλόη και αυτό ήταν το αστέρι του. Τα άλλα που γύρισε ήτανε μελό σαχλαμάρες. Κι αυτό που έπαιξα εγώ μια μπούρδα ήτανε. Γύρω στο 1943, αν θυμάμαι καλά, ο Λάσκος γύριζε μια ταινία, τις Ραγισμένες Καρδιές, και μου είπε ότι είχε βρει μία πρωταγωνίστρια πολύ ωραία, του κολεγίου, που την έλεγαν Λίλι Μακ. Μου ζήτησε στο δοκιμαστικό της να περπατήσω δίπλα της σε έναν κήπο. Έτσι πήγα, περπάτησα και όταν ο Φίνος είδε το δοκιμαστικό, του είπε: «Τι ψάχνεις; Δεν βλέπεις τη γυναίκα σου; Την έχει επισκιάσει την άλλη». Κι έτσι έγινα moviestar. Δεν είχα ιδέα, ούτε ηθοποιός ήμουνα. Σε αυτή την ταινία είπα και τα δύο πρώτα μου τραγούδια. Ο Λάσκος ούτε να το ακούσει, να τραγουδήσω. Έψαχνε να βρει άλλη τραγουδίστρια και όταν άρχισαν οι φωνοληψίες ήρθε η Δανάη, η Ανθή Ζαχαράτου, αλλά οι φωνές τους δεν ταίριαζαν με την ομιλία μου. Έτσι, τα τραγούδησα εγώ. Μετά έκανε ο Φίνος τη Μαρίνα και ήμουνα η πρωταγωνίστρια. Βγάλαμε το τραγούδι και σε δίσκο. Οι εταιρείες τότε το είχαν ως τακτική: όταν έβρισκαν ένα ταλέντο, έλεγαν «θα σου βγάλουμε δίσκο, αλλά για έναν χρόνο δεν θα πληρωθείς». Και μου δώσανε μια λίρα για δύο τραγούδια, δηλαδή 11 δολάρια. Αυτά τα λεφτά πήρα εγώ και ούτε θυμάμαι αν τα πήρα στα χέρια μου. Κι έτσι άρχισε η καριέρα μου, αν την πούμε καριέρα. Κανονικά, δεν πρέπει να λέω ότι είμαι καλλιτέχνις. Είμαι καλλιτέχνις που δεν έχει κάνει καριέρα. Εννοώ, δεν έχω βγει στη σκηνή, δεν έχω βγει σε κέντρο, δεν έχω βγει στο θέατρο. Ούτε έχω βγάλει χρήματα από το τραγούδι. Λάτρευα τα τραγούδια του Χαιρόπουλου και ζήτησα από τον φίλο μας, τον φωτογράφο Τάσο Μελετόπουλο, να μου τον γνωρίσει. Ήθελα να τραγουδήσω στη Ραδιοφωνία, να κάνω εκπομπή. Ο Χαιρόπουλος ήταν πολύ αλλιώτικος απ' ό,τι τον φανταζόμουνα. Ήταν νευρασθενής. Νόμιζε ότι τα πόδια του ήταν γυάλινα και δεν έβγαινε πολύ. Αλλά ήταν υπέροχος. Είχε και μια γυναίκα εξαιρετική, καλλιεργημένη. Υποτίθεται ότι με ερωτεύθηκε, όπως ερωτευόταν κάθε τραγουδίστριά του. Τα αγάπησα πολύ τα τραγούδια του, γιατί μου άρεσε να λέω δύσκολα τραγούδια, ήταν προκλητικό. Τα έλεγα άνετα, ωραία. Τώρα πια δεν μπορώ να τα πω. Πήγα τότε στη Ραδιοφωνία και τους είπα ότι έχω ετοιμάσει ένα πρόγραμμα με τον κύριο Χαιρόπουλο και θέλω να κάνω εκπομπές. Υπεύθυνοι του μουσικού τμήματος ήταν οι Μυριβήλης, Φαραντάτος, Γιαννίδης, Αστεριάδης. Μου λένε ότι πρέπει να περάσω από οντισιόν. Εγώ αρνήθηκα και σηκώθηκα να φύγω. Τότε ο Αστεριάδης βρήκε τη λύση. Υπήρχε μία εκπομπή που λεγόταν «Το μεθυσμένο φεγγάρι» και υποτίθεται ότι ήταν ένα κέντρο όπου έρχονται κάποιοι ν' ακούσουν ένα πιανάκι και είχε και κάποιους διάσημους, ας πούμε, καλεσμένους. Δεν τον ήθελαν και τον Χαιρόπουλο γιατί ήταν πολύ δύσκολος. Τελικά η εκπομπή έγινε, είχε απήχηση και κάθε Πέμπτη βράδυ είχαμε πρόγραμμα Στέλλα Γκρέκα. Ο Γιαννίδης στο πιάνο. Τι προσωπικότητα! Ο κόσμος άρχισε να με μαθαίνει και περίμενε πότε θα τραγουδήσει η Στέλλα Γκρέκα. Ήταν overnight σουξέ. Την επομένη της εκπομπής έρχεται ο Σουγιούλ και μου λέει «έχω γράψει ένα τραγούδι και θέλω να το πείτε». Και με πάει στην Κολούμπια και υπογράφω συμβόλαιο, χωρίς δικηγόρο – αλλά ήμουνα χαζό και πήγα. Το πρώτο τραγούδι που είπα ήταν το «Πού να 'σαι τώρα». Και από την άλλη μεριά το «Χθες το βράδυ» του Γιαννίδη. Ούτε κι εγώ ξέρω πόσα τραγούδια είπα. Τουλάχιστον είκοσι μέσα σε έναν χρόνο. Μου λένε ότι το «Μαρίνα» είχε σπάσει ρεκόρ. Μου κάνει εντύπωση γιατί δεν ήταν από τα πιο δημοφιλή. Δημοφιλές ήταν το «Γύρισε». Το «Ήρθες σαν την άνοιξη». Το «Πάμε στο άγνωστο». Δηλαδή υπάρχει ακόμα μέχρι σήμερα και η φράση το «Πάμε στο άγνωστο». Δεν καταλάβαινα την ανταπόκριση του κόσμου. Δεν την ήξερα, δεν είχα επικοινωνία. Εγώ μόνο το μικρόφωνο ήξερα. Μάλιστα, μια συγκεκριμένη τραγουδίστρια είχε τότε διαδώσει ότι ήμουνα άσχημη γι' αυτό και δεν έβγαινα στο θέατρο. Ούτε επίγνωση της ομορφιάς μου είχα. Δεν πήγαινα κομμωτήριο, δεν βαφόμουνα, δεν ήμουνα κοκέτα. Η μάνα μου με είχε μεγαλώσει έτσι. Μου έλεγε «μην κοιτάς τα μούτρα σου στον καθρέφτη, μη νομίζεις ότι είσαι κι όμορφη». Αλλά δεν είχα και ποτέ λεφτά, ούτε για το κομμωτήριο. Ήταν μια δύσκολη εποχή για όλο τον κόσμο και δεν με πείραζε. Δεν ήμουνα καλομαθημένη. Βολευόμουνα. Την περνάγαμε με ό,τι είχαμε. Ο Λάσκος ό,τι χρήματα είχε, τα έτρωγε. Εγώ το μόνο πράγμα που πήρα από τον Λάσκο ήταν το όνομα. Αυτός με βάφτισε «Γκρέκα». Ήθελα δικό μου όνομα, δεν ήθελα να βγω ως Στέλλα Λάσκου. Ούτε με άλλες τραγουδίστριες είχα σχέση. Εγώ ζούσα κλεισμένη, αυτές ζούσαν στα θέατρα, στα κέντρα. Τα τραγούδια μου που αγαπώ πιο πολύ είναι του Χαιρόπουλου. Καμία δεν τα έχει πει όπως εγώ. Το είπε και ο ίδιος, ότι η φωνή μου ήταν σαν βιολοντσέλο. Με τον Αττίκ δεν δουλέψαμε ποτέ, ενώ τον ήξερα κοινωνικά. Η ατυχία μου ήταν ότι όταν έπαιζα στις Ραγισμένες Καρδιές με ήθελε και ο Τζαβέλας για τα Χειροκροτήματα. Ο Τζαβέλας ήταν ο άνθρωπος που εκτιμούσα περισσότερο απ' όλους. Ήταν υπέροχος άνθρωπος. Κύριος! Το ταλέντο. Θα είχα αρχίσει την καριέρα μου τραγουδώντας Αττίκ, με αυτό το υπέροχο τραγούδι που είχε γράψει για τη μητέρα του. Αν είχα δουλέψει με τον Τζαβέλα, θα είχα κάνει και καριέρα και δεν θα είχα φύγει ποτέ από την Ελλάδα. Θα άλλαζε η ζωή μου. Αυτό είναι ένα τραγούδι που πάντα ήθελα να το έχω πει. Όπως και τη «Σερενάτα». Για την Αμερική έφυγα αμέσως μόλις χώρισα τον Λάσκο. Έφυγα για να γλιτώσω. Δεν ήθελα να του οφείλω τίποτα και δεν έχω μετανιώσει ποτέ που χώρισα. Είχα μια πρόσκληση από την Αμερική, να βγάλω εκεί δίσκους. Άρχισε να μου τα στρίβει ο Λάσκος, ότι δεν μου δίνει διαζύγιο, αλλά έπρεπε να υπογράψει για να φύγω. Τέλος πάντων, συμβιβαστήκαμε. Όταν πήγα στην Αμερική, έβαλα μπροστά για το διαζύγιο κανονικά. Εκεί, πήγα στη Γουίλιαμ Μόρις. Ήταν η μεγαλύτερη ατζενσία στην Αμερική. Είχε τη Ρίτα Χέιγουορθ και όλους τους αστέρες του κινηματογράφου. Και με δέχτηκαν. Και μόνο που περνούσα τις οντισιόν ένιωθα ότι έχω πετύχει. Είπα μέσα μου: «Τα κατάφερες, Στέλλα». Δεν με ενδιέφερε τόσο η καριέρα αλλά να τα καταφέρω να με πάρουν στο θέατρο. Στη Νέα Υόρκη έμενα στον αδερφό μου. Τον αγαπούσα πολύ τον Άγγελο. Τον έχασα πέρσι. Σπιτονοικοκύρης του στη Νέα Υόρκη ήταν ο Αυγερινός, που ήταν διευθυντής σε ένα τμήμα του Νιάρχου. Με περιτριγύριζε τρία χρόνια. Δεν ήμουνα ερωτευμένη, αλλά είπα «άει στο καλό, ένας νοικοκύρης άνθρωπος είναι, θέλω να κάνω οικογένεια». Όχι ότι τον αντιπαθούσα, ήμουνα διατεθειμένη να κάνω το παν για να κάνω καλή οικογένεια. Το ξέχασα εντελώς το θέμα της καριέρας. Έπεσα με τα μούτρα στην οικογένεια κι έκανα είκοσι χρόνια να τραγουδήσω. Αυτά το 1950. Ο Αυγερινός έκανε περιουσία, έκανε καράβια, δούλευε πολύ, εγώ απέκτησα ένα πολύ ωραίο σπίτι. Στο Ρίβερντεϊλ. Δεν έζησα καλά μαζί του. Δεν υπήρχε ερωτική ζωή, δεν είχα σύντροφο. Ήταν ένας άνθρωπος εργασιομανής κι εγώ στήριζα την οικογένεια. Και ήταν και ανυπόφορα ζηλιάρης. Τελικά με τους άντρες ήμουνα βλάκας, δεν ήξερα να διαλέξω. Παρόλο που ήταν ζηλιάρης, μου επέτρεπε τουλάχιστον να πηγαίνω όποτε ήθελα στην όπερα. Έλεγα από μέσα μου: «Αχ! Γιατί να μην μπορώ να πω αυτή την άρια;». Σκεφθείτε, το 1959 άρχισα να κάνω μαθήματα κλασικού τραγουδιού. Κρυφά, για έναν χρόνο. Όταν το ανακάλυψε ο άντρας μου, μου έκοψε και την τελευταία δεκάρα. Ζήσαμε πολλά χρόνια με τον άντρα μου, αλλά πέθανε φτωχός. Κεφαλονίτης, έκανε ανοίγματα και τα έχασε όλα. Στην τράπεζα άφησε 5.000 δολάρια. Αλλά πούλησα το σπίτι και τα κοσμήματά μου. Είχα καταπληκτικά κοσμήματα, αριστουργήματα. Δεν μου έκαναν καμία εντύπωση. Όταν τα πούλησα, δεν μου έλειψαν καθόλου. Και ξέρετε γιατί δεν μου έλειψαν; Γιατί τα αγόραζε γι' αυτόν. Έπρεπε να δείξει ότι είναι πετυχημένος και η γυναίκα του φοράει ό,τι και οι άλλες κυρίες. Επέστρεψα στην Ελλάδα μετά από 40 χρόνια. Και ζήσαμε άνετα και ωραία, κι εγώ και τα παιδιά μου, δεν έχω παράπονο. Τώρα που μεγάλωσα περνάω την καλύτερη περίοδο της ζωής μου. Την καλύτερη εποχή. Την απολαμβάνω και δεν την αλλάζω με τίποτα. Θα ήθελα να είχα βρει έναν σύντροφο στη ζωή. Μια καλή συντροφιά. Δεν το είχα ποτέ. Δεν είναι εύκολο. Και ξέρετε, κουράζεται και η ψυχή. Ίσως επειδή είμαι άνθρωπος του καθήκοντος. Πάντοτε δούλευε και η λογική. Γιατί υπολόγιζα και τους άλλους γύρω μου. Γι' αυτό και δεν έκανα τρέλες. Μακάρι να είχα κάνει. Αλλά καριέρα και οικογένεια μαζί δεν θα μπορούσα να κάνω. Σκέπτομαι πως αν είχα να κάνω τη ζωή μου πάλι, θα έκανα τα ίδια σφάλματα. ===== Πέντε ακόμα υπέροχες ιστορίες από τη Στέλλα Γκρέκα Χαζεύετε τους πίνακες του Γουναρόπουλου; Θα σας πω πώς τους απέκτησα. Είναι μια ωραία ιστορία. Με τους Γουναρόπουλους ήμασταν φίλοι. Όταν τραγουδούσα, με πήρε μια μέρα η Μαρία η γυναίκα του και μου είπε ότι ο Γουναρόπουλος είχε ετοιμάσει ένα έργο για να μου το χαρίσει. Εγώ έφευγα τότε για Αμερική και δεν προλάβαινα, δεν το πήρα ποτέ. Πέρασαν πολλά χρόνια και μια μέρα περπατούσα στη Νέα Υόρκη, στη λεωφόρο Κολόμπους. Πάρκαρα έξω από ένα παλαιοπωλείο για να μπω να δω κάτι μπουκάλια παλιά και βλέπω αυτά τα δυο έργα κάτω στο πάτωμα. Κόντεψα να πάθω. Λέω στον γκαλερίστα ¨αυτά τα έργα ποιανού είναι;". Αυτός δεν ήξερε τι είναι, γιατί ο Γουναρόπουλος υπέγραφε gounaro και δεν αναγνώρισε την υπογραφή. Είπα μέσα μου «Ο Γιώργος μου τους έστειλε». Ούτε θυμόταν ποιος τους είχε αφήσει εκεί. Μου ζήτησε 200 δολάρια. Δεν είχα επάνω μου τα χρήματα, επέστρεψα στο σπίτι μου και έμεινα άγρυπνη όλη νύχτα. Το πρωί πήγα και πήρα τα έργα. Ξέρω ακριβώς πώς συνέβησαν τα πράγματα. Πριν κηρυχθεί ο πόλεμος, ο Γουναρόπουλος είχε πάει στην Αμερική να κάνει έκθεση. Είχε πάρει ένα μπαούλο γεμάτο έργα. Έμενε στο σπίτι της κουνιάδας του. Στου εφοπλιστή του Περιβολάρη. Του Πέρη. Εν τω μεταξύ, κηρύσσεται ο πόλεμος και γυρίζει στην Ελλάδα, στην οικογένεια του. Παράτησε όλα τα έργα στο μπαούλο στο υπόγειο. Οι κληρονόμοι ήταν τελείως άσχετοι και τα πούλησαν για παλιατσαρίες. Είχε θησαυρούς αυτό το μπαούλο. Έρχεται μια μέρα στη ραδιοφωνία για να με γνωρίσει ο αδερφικός φίλος του βασιλέως, υπουργός τουρισμού και ραδιοφωνίας, ο Μπαλτατζής-Μαυροκορδάτος και μου λέει ότι ο βασιλιάς έχει ξετρελαθεί με τη φωνή μου. Ήταν ευγενέστατος, επέστρεψε στο παλάτι και είπε τις εντυπώσεις του. Τότε είπε ο βασιλεύς ότι ήθελε να μου κάνει ένα δώρο. Και με πήρε ο Μπαλτατζής και με πήγε στον Πετρίδη που ήταν ο καλύτερος φωτογράφος, ο φωτογράφος του παλατιού και με φωτογράφισε. Και πήγε τη φωτογραφία μου για να με δουν. Υποτίθεται ότι λάτρευαν οι βασιλείς το «Χθες το βράδυ», ήταν το τραγούδι τους. Τις έχω αυτές τις φωτογραφίες. Να, πίσω σας. Μια μέρα με πήρε τηλέφωνο ο Μπαλτατζής και μου είπε «σας περιμένω να έρθετε στο Τουρκολίμανο για λαντς». Είχαν εκεί το σκάφος του βασιλιά. Δεν πήγα. Με πήρε και μου είπε σας περιμέναμε αλλά δεν ήρθατε. Πληθυντικός. Μπορεί να ήταν και ο βασιλεύς, ποιός ξέρει. Του είπα «λυπούμαι αλλά ήμουνα απησχολημένη». Γιατί δεν πήγα; Πρώτα-πρώτα με έθιξε γιατί δεν με κάλεσαν με τον άντρα μου, ήμουν παντρεμένη. Καλείς μια γυναίκα, δε μου στέλνεις ταξί να με πάρει και εκτός αυτού τι νομίζει; ότι ήμουνα κανά τσουλάκι να τρέξω στο λιμάνι να μπω στο σκάφος; Είχα το μυαλό να μην το κάνω και δεν πήγα. Και έτσι δε γνώρισα τον βασιλέα, αν ήταν εκεί. Αλλά με τον Μπαλτατζή, μείναμε φίλοι. Όταν πήγα στην Αμερική, μόλις είχε γράψει ο Τενεσί Ουίλιαμς, το «Καλοκαίρι και καταχνιά». Εγώ δε μιλούσα καλά αγγλικά πήγα στην οντισιόν και με επέλεξαν να παίξω το ρόλο της Μεξικάνας, δίπλα στην Ντόροθι Μαγκουάιαρ. Δεν πήγα γιατί έπρεπε για δυο χρόνια να ταξιδέψω σε όλη την Αμερική και μετά να πάμε στο Μπρόντγουεϊ. Το 1974 επέστρεψα στην Ελλάδα για να κάνω ένα δίσκο για το Χαιρόπουλο. Ο Χαιρόπουλος ήταν τότε σε αθλία κατάσταση και κάτι έπρεπε να κάνω. Θυμάμαι πήγα στην εταιρεία Ελλήνων συγγραφέων να βρω τον Παπαδούκα να γράψει κάτι για το δίσκο και τους ξανάδα όλους. Τον Τζαβέλλα, το Λιδωρίκη, το Λάσκο μετά από 28 χρόνια. Να σας πω κάτι; Δε μετάνιωσα που τον άφησα. Αυτό σκέφτηκα τότε. Πήγα πρόπερσι στη Λυρική κι απογοητεύτηκα. Βρε αγάπη μου τι ήταν αυτός ο Ριγολέτος με το κοστούμι, ο άνθρωπος! Να σας πω κάτι; Πήγα, γιατί στο Ριγολέτο η κάθε άρια του είναι διαμάντι. Απόλαυσα τουλάχιστον την μουσική.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου