Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Πόσοι, ξενιτεύτηκαν, έκαναν οικογένειες μακρυά, αλλά ζούν και ονειρεύονται την επιστροφή στό σπιτάκι και στη γειτονιά τους. Σήμερα σχεδόν δεν υπάρχουν γειτονιές σαν αυτές που γνωρίσαμε εμείς, Τί θα καταγράψουν τα νέα παιδιά που θα γεννηθούν;

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Εκείνα τα χρόνια, μιλάμε για την δεκαετία του 1950, όταν λέγαμε ‘’ η Γειτονιά μας’’, δεν εννοούσαμε μόνο τον τόπο, αλλά και τη μάζωξη
των γειτόνων, είχε δηλαδή και κοινωνική έννοια. Στην αγορά ήταν τα καταστήματα, τα καφενεία, ο κόσμος που πέρναγε, αλλά πίσω από τα χτήρια της αγοράς σχηματίζονταν οι κοινωνικές γειτονιές. Το μέρος της συγκέντρωσης ήταν ένα διαλεγμένο μέρος που έπρεπε να έχει απλοχωριά και να είναι προφυλαγμένο από τον αέρα. Τ’ απογεύματα, από τον Μάη μέχρι πέρα τον Σεμπτέβρη, σχεδόν καθημερινά, οι γυναίκες που δεν μπορούσαν βέβαια να πάνε στό καφενείο, μαζεύονταν εκεί. Μία έφερνε την κοντή καρεκλίτσα της, άλλη έφερνε σκαμνάκι ή καμιά φορά μερικές κάθονταν και επάνω σε επίπεδες πέτρες που με τον καιρό είχαν αποθέσει εκεί.




Γεμάτο γειτονιές το χωριό μας, στου Μούστα , στο Σπανοχώρι, στου Τσαούση , στην Αλλαγή.
Ά ν πέρναγες από ξένη γειτονιά, όλοι σε χαιρετούσαν και μόλις προσπέρναγες, τα βλέμματα σε ακολουθούσαν μέχρι να χαθείς στη στροφή του δρόμου,και ακολουθούσε το σχετικό κουτσομπολιό. Έτσι και είχες και κανά μικρό κουσουράκι… κάηκες.
Όλες οι γειτονιές του χωριού μου, λίγο πολύ ήταν όμοιες, μα εγώ θα σας μιλήσω ειδικά για την δική μου γειτονιά όπως την θυμάμαι. Μπροστά στην αγορά, ήταν το καφενείο του Μητσιάκου και απέναντι ακριβώς ήταν παλιότερα το φαρμακείο του Μήτρου του Ντόγκα που αργότερα έγινε μπακάλικο του Παν Κοντογιαννόπουλου. Αριστερά ήταν ο φούρνος του Ρήγα και δεξιά το καπνοπωλείο του Χρ. Δημόπουλου. Τίς Κυριακές το καφενείο γέμιζε κόσμο με τις καρέκλες να απλώνονται σε αρκετό μήκος του δρόμου. Εκείνες τις Κυριακές, παρά τη φτώχεια που τυραννούσε σχεδόν όλο τον κόσμο, οι άνθρωποι φορούσαν το καλό τους κοστούμι, γραβάτα και οι ηλικιωμένοι την ρεμπούπληκα. Έπιναν τον καφέ τους έπαιζαν την πρέφα τους ,πειραζόντουσαν μιλούσαν ένιωθες πως η Κυριακή ήταν μια ξεχωριστή ημέρα.
Και πίσω από την αγορά η γειτονιά μας.
Οι γείτονές μου ήταν ωραίοι άνθρωποι, οικογενειάρχες, δεν θυμάμαι σοβαρές διχόνοιες μεταξύ τους. Όλοι πάσχιζαν να αναθρέψουν τα παιδιά τους έντιμα εκείνα τα δύσκολα χρόνια που και το ψωμί ακόμη δεν ήταν δεδομένο ότι θα υπάρχει στο τραπέζι…




Οι γυναίκες, νοικοκυρές στο σπίτι και δουλεύτρες στα χτήματα, φορτωμένες τις έγνοιες των παιδιών . Σον έκοβαν ψωμί για το παιδί τους πάντα μου έδιναν και εμένα μια φέτα με λάδι. Γιαυτό τις ένιωθα όλες τους μάνες μου, μέχρι σήμερα τις θυμάμαι με συγκίνηση.
Εκεί στη καθημερινή συγκέντρωση, πάντα βρισκόταν θέμα για συζήτηση. Πότε κάποιο κουτσομπολιό , πότε τα καθημερινά βάσανα η ακόμη καμιά φορά τραγούδι η παραμύθι, η αίνιγμα. Μιάς και μου δόθηκε η ευκαιρία θα σας πω ένα αίνιγμα που άκουσα από τη μάνα μου μια φορά εκει στή γειτονιά και που και εκείνη το θυμόταν από τη γιαγιά της.
‘’Χίλιοι ,μύριοι επήγαιναν – ένας τούς απάντησε – το όνομα τούς άλλαξε – και πίσω τούς εγύρισε.’’ Τί είναι;
Τόσο μου είχε αρέσει από το ωραίο μέτρο στήν απαγγελία του, όσο και από την ευρηματικότητα του που το θυμάμαι ακόμη.
Σήμερα δέν θέλω να σας κουράσω με σοβαρά η δυσάρεστα, μα να θυμηθώ κάποια ευτράπελα που άκουγες από εκείνες τίς κατά κανόνα αγράμματες μα τόσο γλυκές γυναίκες.




Που λέτε, η πρώτη και καλλίτερη στην παρέα τους η θεία μου η Χρυσούλα. Είχε γεννηθεί στό Λουτρό το 1896 δηλαδή ήταν το 1955 περίπου 59 χρόνων και είχε πάει μέχρι την Δευτέρα του Δημοτικού. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ήταν πολυ βαρήκοη και αυτό το κουσουράκι της τήν έκανε πολύ ευχάριστη γιά μάς τα παιδιά που γελάγαμε με εκείνα που απαντούσε αλλά και εκείνη όταν καταλάβαινε τη γκάφα της γελούσε ανοιχτόκαρδα.
Μια φορά, το Υπουργείο Γεωργίας προκειμένου να βελτιώσει τη ράτσα στις κατσίκες, έφερε μερικές από την Ελβετία ράτσας Zaanen – αυτές οι λευκές που υπάρχουν και σήμερα στα μέρη μας. Στήν Μερόπη έφεραν τρείς καί τίς έδωσαν σε τρία σπίτια. Μία από αυτές πήρε και η θεία Χρυσούλα και από εκείνη τη στιγμή, νόμιζε ότι όλος ο κόσμος ασχολείται με την κατσίκα της. Μία ημέρα ένας χωριανός μας ήλθε και ζητούσε τόν θείο μου τόν Ηλία. Μπήκε στήν άκρη της αυλής και ρωτάει από μακρυά τη βαρύκοη θεία.
-Χρυσούλα, πού είναι ο Μαστρολιάς;
-Γέννησε, απαντάει η θεία που νόμισε ότι τη ρώτησε γιά την κατσίκα της.
– Ο Μαστρολιάς πού είναι; επανέλαβε ο άλλος γελώντας
– Δύο μωρέ έκανε, να τόοοσα
– Βρέ εσύ ο Μαστρολιάς πού είναι;
– A, από γάλα ένα σωρό και τα μαστάρια τα έχει συνέχεια γιομάτα. Ο άλλος βλέποντας πως δέν μπορεί να συνενοηθεί με την θεία, πλησίασε κοντά της και τήν ρώτησε πού είναι ο Ηλίας.
Τότε η αγαθή θεία κατάλαβε τί του απαντούσε και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια μα περισσότερα ήταν τα γέλια που κάναμε εμείς τα παιδιά που βέβαια το διαδόσαμε σε όλες τίς γειτόνησες.
Απέναντι από το σπίτι μας καθόταν η Ρουμπίνη με τον άντρα της τόν Μήτσο, έναν εργατικό και σοβαρό άνθρωπο και παρά το ότι δεν είχε πάει σχολείο, κουβέντιαζε όμορφα.
Η Ρουμπίνη που και εκείνη δέν γνώριζε γράμματα ήταν πολύ περήφανη γιατί είχε δουλέψει στου Κριμπά το σπίτι. Ένα απόγευμα καθόταν η Χρυσούλα στην γειτονιά με άλλες γυναίκες, ήρθε και η Ρουμπίνη όχι και πολύ ορεξάτη.
-Μωρή, πήγες στό γιατρό, τι σου είπε τι σου βρήκε; ρώτησε η Χρυσούλα.
– Άστα, εμένα μου βρήκε απόσταση και στό Μήτσο μου συνεργία.
– Τί λές μωρή καλιακούδα, αυτές είναι βαρειές αρρώστειες τί θα κάμεις τώρα;
– Σιγά μωρή που είναι βαρειές αρρώστειες, ένα χαπάκι τόσο δά μας έδωσε ο γιατρός.
-Ρουμπίνη, τα χαπάκια τόσα δα είναι δεν είναι σάν καρβέλια της είπε η μάνα μου.
– Άσε με μωρή και σύ τί ξέρεις από αρρώστειες… μετά από λίγη ώρα πέρασε ο άντρας της ο Μήτσος και κάποια τόν ρώτησε τί τους βρήκε ο γιατρός.
-Η Ρουμπίνη έχει υπόταση και εγώ έχω ισχιαλγία, αλλά αντιμετωπίζουνται μας είπε ο γιατρός. Τι ωραίοι διάλογοι από αυτές τις γυναίκες…..




Όμως η θεία έκανε τα νοιστιμότερα κεφτεδάκια του κόσμου. Έβαζε κιμά από μοσχάρι και μπουτάκι αρνί, τα έκοβε με το μπαλνταδάκι, όχι σε μηχανή, έβαζε μυρωδικά αλλά σημασία έχει, οτι το αποτέλεσμα ήταν τα ονομαστά κεφτεδάκια της θείας που εγώ πήγαινα και της τα έκλεβα. Το καταλάβαινε, έκανε πως θύμωνε αλλά μετά γελούσε και νομίζω ότι το διασκέδαζε γιατί και ο γυιός της όταν ήταν μικρός , της τα έκλεβε.
Θα συνεχίσω με τα αστεία από την θειά Χρυσούλα γιατί με αυτή είχαμε τα ωραιότερα.
Η θεία , είχε βάλει σε ένα ταψύ πίτουρα, λιοκόκκι, ξερά ψωμιά και τα είχε βρέξει με νερό να φάνε τα κοτόπουλα. Εγώ, χωρίς να με ιδει, πήγα και έριξα ένα μεγάλο ποτήρι κρασι στό ταψί, έφαγαν τα κοτόπουλα και μετά από λίγο άρχισαν να περπατάνε με στραβό το λαιμό, σκουντουφλούσαν και έπεφταν κάτω.
-Κακό που έπαθα άρχισε να τσιρίζει η θεία Χρυσούλα. Έπεσε αρρώστεια στα πουλιά, δεν θα μου μείνει κανένα. Να προλάβω να σφάξω μερικά. Εγώ βλέποντας ότι σοβαρεύουν τα πράγματα , είπα της μάνας μου τί είχα κάνει. Ημάνα μου και θύμωσε μα και γέλαγε . της λέει, μη τα σφάζεις ακόμα ,είναι μιά απαλή αρρώστεια που θα τούς περάσει γρήγορα. Λές; αναρωτήθηκε η Χρυσούλα και δεν τα έσφαξε. Μετά μερικές ημέρες της είπα τι είχα κάνει και γέλαγε όπως πάντα ανοιχτόκαρδα.
Μα πάλι θα σοβαρέψω κι ας υποσχέθηκα ότι τούτο το κειμενάκι θα είναι μόνο εύθυμο. Με τριγυρίζουν οι αναμνήσεις για κείνα που ζησαμε εκεί και πέρασαν και χάθηκαν και δεν μπορούμε να τα ξαναζωντανέψουμε, παρά μόνο στην θύμησή μας.
Πολλές φορές λέμε τί ωραία ήταν εκείνα τα χρόνια και τα αναπολούμε με νοσταλγία…
Μα αν είμαστε ψύχραιμοι, δεν ήταν καθόλου καλά. Φτώχεια, σχετική πείνα, ξυπόλυτα παιδιά, γονείς ταλαιπωρημένοι που δέν είχαν το χρόνο να ασχοληθούν μα τα παιδιά τους και η έγνοια τους ήταν να βρούν το απαραίτητο ψωμί…
Ο πόλεμος, οι πολιτικές καταστάσεις μετά τόν εμφύλιο δύσκολες. Τα καλλίτερά μας χρόνια τα περάσαμε κάτω απ’ τίς λόγχες των φρουρών..
Σήμερα τα αναπολούμε με νοσταλγία, μα πιστεύω πως δεν είναι τα χρόνια που νοσταλγούμε αλλά το γεγονός ότι τότε δεν είχαμε αθροιτικά, δεν είχαμε πίεση ούτε πρεσβυωπία και τα βάσανα τα είχαν οι γονείς μας που τώρα μας λείπουν… Το απλό παιχνίδι γιά το παιδί ήταν αρκετή διασκέδαση και μάλιστα όταν στό ένα χέρι μπορούσε να κρατάει ένα κουμούτσι ψωμί. Ηταν και οι άνθρωποι γύρω μας.
Πώς μπορώ να ξεχάσω τίς απόκριες ,στίς γειτονιές που ανάβαμε το ντιλιβάνι και όλοι, μικροί μεγάλοι χόρευαν με τραγούδια που έλεγαν με το στόμα, βλεπεις τότε δέν είχαμε ούτε ραδιόφωνα ούτε στερεοφωνικά. Παίζαμε την Αμπάριζα, τον κλίτσικα – έτσι λέγαμε το ξυλίκι- την καραβάνα, έπαιζαν τα κορίτσια με το πάνινο τόπι και τις πάνινες κούκλες.
Πώς να ξεχάσω εκείνες τίς γυναίκες με το κεφολομάντηλο στά μαλλιά να ιδιάζουν το νήμα γιά τον αργαλειό , να γνέθουν με τή ρόκα τους τό μαλλί η το λινάρι η καμμιά φορά να φτάνουν στό σπίτι τους με μιά ζαλιά ξύλα από το βουνό κατάκοπες, γιά να συνεχίσουν με το μαγείρεμα η το ζύμωμα;
Ξεχνιέται η γιαγιά με τα ροζιασμένα χέρια, που μπορούσαν όμως να χαιδεύν τόσο γλυκά ενω μας έλεγε παραμύθια;
Κι οι πατεράδες που γυρνούσαν το σούρουπο με αργα βήματα, σκαφτιάδες η ζευγολάτες χωρίς ωράριο, Ήλιο με Ηλιο που λέγανε με μόνο φαγητό μιά ρεγγα στό λάδι και ένα μπουκάλι κρασί…
Φίλοι μου, δεν ήταν ωραία εκείνα τα χρόνια , μα ήταν ωραίοι οι δικοί μας άνθρωποι που τώρα δεν τούς έχουμε αλλά πάντα θα μας λείπουν…
Ηταν η γειτονιά μας ο κόσμος μας, εκεί νιώθαμε ασφάλεια και σιγουριά εκεί τα γειτονάκια ήταν αδέρφια, και σύντροφοι στό παιχνίδι – μέ τα παιδιά από άλλες γειτονιέςς κάναμε πετροπόλεμο- εκεί νιώσαμε το ξεκίνημα της ζωής μας.
Οπως Τα χελωνάκια που γεννιούνται στήν αμμουδια της θάλασας, και διασχίζουν μιά απόσταση 10 μέτρων γιά να μπούν στό νερό,και τα αρπαχτικά πουλιά τα αφανίζουν, ένα στα είκοσι γλυτώνει.- Γιατί δεν τα παίρνετε στα χέρια σας εσείς να τα ρίξετε στή θάλασσα ; ρωτήσαμε τόν επιστήμονα ζωολογίας.-Η διαδρομή αυτή που κάνουν τα χελωνάκια, μας είπε , καταγράφεται στόν εγκέφαλό τους και έτσι όταν ενηλικιωθούν θα επιστρέψουν εκεί που γεννήθηκαν γιά να αναπαραχθούν, αλλιώς θα χαθούν γιά πάντα.
Ο σολωμός, μετά από χρόνια περιπλάνησης στίς θάλασσες, επιστρέφει στό ποτάμι που γεννήθηκε για να αναπαραχθει και να πεθάνει.
Τα πρώτα βήματα, οι πρώτες παραστάσεις, όπως και σε πολλά είδη του ζωικού βασιλείου, έτσι και στόν άνθρωπο, καταγράφονται ανεξήτηλα στόν εγκέφαλό του, δεν ξεχνιούνται ποτε΄. Πέντε δεκαετίες λείπω από το χωριό μου και τη γειτονιά μου, μα κάθε όνειρο που βλέπω, πάντα συμβαίνει ΕΚΕΙ, εκεί που γεννήθηκα και μεγάλωσα… εκεί που γαληνεύω…
Σε όλους σχεδόν συμβαίνει αυτό .Άς κοιτάξουμε γύρω μας, πόσοι και πόσοι, ξενιτεύτηκαν, έκαναν οικογένειες μακρυά, αλλά ζούν και ονειρεύονται την επιστροφή στό σπιτάκι και στη γειτονιά τους.
Σήμερα σχεδόν δεν υπάρχουν γειτονιές σαν αυτές που γνωρίσαμε εμείς, Τί θα καταγράψουν τα νέα παιδιά που θα γεννηθούν; Άς ελπίσουμε ότι η φύση θα κάνει καλά τη δουλειά της και δεν θα τα αφήσει με μηδενικές αναμνήσεις, δεν θα τα αφήσει να χαθούν…
dimitrisapetropoulos@yahoo.gr

Του Δημήτρη Πετρόπουλου
πηγη http://meropitopik.blogspot.gr/

Το είδαμε εδω 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου