Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Γυναίκα της Λευκάδας: Η αποθέωση της λεβέντικης κορμοστασιάς



(Το κείμενο που ακολουθεί- ύμνος στη γυναίκα της Λευκάδας- δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1959 στην εφημερίδα «Ελευθερία». Η συγγραφέας του Ντιάνα Αντωνακάτου, (ζωγράφος-συγγραφέας-ιστορικός-ιστοριοδίφης-λαογράφος), γεννηθηκε στην Κεφαλονια το 1921 και πεθανε το 2011. Υπήρξε το δεξί χέρι του Αντώνη Τζεβελέκη και η συμβολή της στην εδραίωση των Γιορτών Λόγου και Τέχνης της Λευκάδας ήταν σημαντική. Δημιούργησε στενές σχέσεις με το νησί μας. Πολλοί δε από τους πίνακες ζωγραφικής που φιλοτέχνησε, έχουν θέματα από την Λευκαδίτικη φύση.)



ΤΗΣ κ. ΝΤΙΑΝΑΣ ΑΝΤΩΝΑΚΑΤΟΥ



Τα χωριά που διατηρούν ακόμη την τοπική ενδυμασία ολοένα και σπανίζουν στον τόπο μας. Σε ολοένα και λιγότερα μπορεί να χαρεί κανείς πια την γραφικότητα της ελληνικής φορεσιάς στην καθημερινή της εμφάνιση. Και σε ελάχιστα μέρη η ενδυμασία διατηρεί την γιορτινή ομορφιά της στις εργατικές ώρες.

Ένα απ’ αυτά ίσως και μοναδικό είναι το νησί της Λευκάδας. Η λευκαδίτικη φορεσιά στην καθημερινή εργάσιμη μορφή της έχει κρατήσει, στη “γραμμή”, όλη τη χάρη της εορταστικής. Και τούτο γίνεται γιατί ανάμεσα στις δυό, η διαφορά είναι ασήμαντη: τόσο απλή, απέριττη και σεμνή είναι κι’ αυτή ακόμη του γάμου ή του πανηγυριού, η γιορτινή φορεσιά της Λευκαδίτισσας, που δεν χάνει τίποτε στις ώρες του μόχθου. Τουναντίον τότε είναι που προβάλλεται η αληθινή ομορφιά της: Η λιτή κομψότητα της γραμμής της, χωρίς στολίδια, χωρίς πολυτέλεια ποιοτική.

Είναι αλήθεια κάπως παράξενο πώς ένα απ’ τα Επτάνησα, τα νησιά με την αμεσότερη επαφή με τη Δύση διατήρησε ως τις μέρες μας, τόσο ερμητικά, κλειστές τις θύρες του προς τα ευρωπαϊκά ρεύματα, κρατώντας αναλλοίωτη την παράδοση της γυναικείας φορεσιάς.

Δεν ξεχνάμε βέβαια και την Κέρκυρα. Γιατί η Κεφαλονιά, Ζάκυνθος και Ιθάκη έχουν χάσει από τον 19ον αιώνα τη συνήθεια – αρκετά χαλαρή άλλωστε – της τοπικής ενδυμασίας. Στην Κέρκυρα όμως με την τρομερή τουριστική της εξέλιξη, δεν μπόρεσε να διατηρηθεί σαν ένα σύνολο διαλογικά αναπόσπαστο απ’ την αγροτική ζωή, όπως έγινε στη Λευκάδα. Κι’ οι λόγοι είναι φανεροί.

Η Λευκάδα δεν έμοιασε στις ταξιδιάρικες γειτόνισσές της, Κεφαλονιά και Ιθάκη, ούτε ευλογήθηκε με την τουριστική θέση της Κέρκυρας, ούδ’ αρχόντεψε σαν την Ζάκυνθο. Η γη της φτωχή αλλά όχι άγονη όπως των δύο πρώτων, την καθήλωσε αγροτική κι’ αταξίδευτη. Τα μοναδικά πετάγματά της, έφταναν ως την αντικρινή γη της Αιτωλοακαρνανίας, απ’ όπου, την χωρίζουν, 50 μέτρα θάλασσα κι’ ο επτανησιώτικος πολιτισμός της. Ωστόσο κάτω από τούτη τη σκιά της Στερεάς με τα χωρίς φυγή βουνά της, έμεινε στη Λευκάδα ζωντανή η στεριανή παράδοση: αγαπητό το τσάμικο, βουνίσια η τραγουδιστή επτανησιώτικη λαλιά, μαντηλοφόρες οι γυναίκες. Κι’ όμως, όσο για τη φορεσιά, άλλο χαρακτηριστικό, απ’ τη συντηρητική συμβολή της διατήρησής της, δεν έδωσε η Στερεά.

Οι Λευκαδίτισσες έχουν μια απ’ τις πιο απλές φορεσιές της Ελλάδος. Δεν την βαραίνουν φλουριά ή κοσμήματα, δεν την στολίζουν χρυσά, αργυρά ή μεταξωτά κορδόνια, δεν την πλουμίζουν υφαντά κεντήματα ή διακοσμητικά σχέδια, δεν την φορτώνουν βελούδινα γιλέκα ή ταφταδένιες φούστες.



Η λευκαδίτικη φορεσιά έχει μιά λιτότητα στο χρώμα και στη γραμμή τόσο αυστηρή που θ’ άγγιζε λες τα όρια της καλογερικής σκληρότητας, αν αυτή η ίδια η λιτότητά της, δεν είχε μιάν έκφραση βαθύτατα γυναικεία. Κι’ εκεί βρίσκεται το μυστικό της ομορφιάς της.

Αυτό που χαρακτηρίζει τις άλλες γυναικείες ενδυμασίες, ο διακοσμητικός τους πλούτος, τους στερεί συγχρόνως τη “γραμμή”. Το γυναικείο σώμα χάνεται κάτω από τα επιτιθέμενα τμήματα της ενδυμασίας πάνω στο κλασσικό πουκάμισο. Άφαντο το στήθος, χαντακωμένο μέσα στα περιδέραια, τα φλουριά, τα γιλέκα, τα επανωφόρια. Χοντρή, άκαμπτη η μέση πίσω από τις βαρειές πόρπες της ζώνης.

Η Λευκαδίτισσα όμως δεν αφανίζει το θησαυρό της κορμοστασιάς της, κάτω από τον πλούτο της ενδυμασίας. Η φορεσιά της ανάλλαχτη μέσα στα χρόνια πλάι στην τελείως ευρωπαϊκή ανδρική – σχεδιάστηκε θαρρεί κανείς με σοφία για να αναδείξει όσο γίνεται πιο πολύ την υπερηφάνεια του στητού λαιμού, το τρυφερά ανυπεράσπιστο καμπύλωμα των ώμων, το σεμνό στρογγύλεμα του στήθους, το δακτυλίδι της μέσης. Σχεδιάστηκε για να αγκαλιάσει το γυναικείο κορμί κι’ όχι να το πνίξει.

Για τούτο, έχει μιαν άμεση συγγένεια με το Μινωικό κοστούμι, όχι φυσικά στις λεπτομέρειες, αλλά στην πρόθεση και γενικά στην αίσθηση. Κι’ αν εκείνο, σοκάροντας την σύγχρονη σεμνοτυφία μας με το τολμηρό ξεστήθωμά του, φαίνεται το αντίθετο της σεμνότητας του λευκαδίτικου μπούστου ωστόσο και τα δυό δεν θέλησαν τίποτε άλλο από το να “γράψουν” το πάνω μέρος του κορμιού και να περάσουν μέσα από το δακτυλίδι της μέσης το καλυμμένο θέλγητρο του υπόλοιπου σώματος στα βαθειά κανάλια της φούστας.

Καμιά ενδυμασία απ’ όσες μας έχει αφήσει η ελληνική αρχαιότητα, δεν είναι πιο θηλυκιά όσο η μινωική. Κι’ ίσως καμιά από τις φορεσιές της νεώτερης Ελλάδος δεν είναι πιο γυναικεία από την Λευκαδίτικη. Η μιά με την απροκάλυπτη και η άλλη με την καλυπτική σοφία, φτάνουν στο ίδιο αισθησιακό, αν μπορεί κανείς να πη, αισθητικό αποτέλεσμα.

Κι’ οι δυό κατ’ εξοχήν γυναίκες. Μόνον που η μια είναι… Ελένη και η άλλη Πηνελόπη.

Κι’ ακριβώς, αυτό μιά φιγούρα Πηνελόπης προσφέρει η Λευκαδίτισσα, αυτή που διαφεντεύει από την Ιθακήσια και την Κεφαλλονίτηςα, τον τίτλο της γνήσιας απογόνου. Γιατί πολλές αρχαιολογικές ελπίδες ξανάχτισαν τα παλάτια της Πηνελόπης σε τούτο το νησί. Κι’ απ’ τα τρία νησιά, καλύτερα της πάει να τριγυρίζει σαν απογονική συνέχεια, με μιάν αρχοντική χάρη μέσα σε τούτες τις Λευκαδίτισσες που ξέρουν να υφαίνουν ολόστητες στον αργαλειό. Να ξαναζεί μέσα στα μεγάλα μάτια τους, που έχουν ένα πόνο καρτερίας, στο σκληρό κόψιμο του σαγονιού που έμαθε να αγωνίζεται, στα χείλια που αντιστέκονται σιωπώντας.

Έτσι την γνωρίσαμε στο καλοκαιρινό μας πέρασμα, σαν μιά υπερήφανη συνέχεια. Πηνελόπες, καρτερικές, εργατικές, ασίγαστες, πιστές στο μοναδικό αφέντη: στη γυναικεία μοίρα τους. Έτσι τις ανταμώσαμε στη βρύση, να περνούν με το φόρτωμα του νερού στηριγμένο στο κεφάλι, κι’ ήταν τότε που ανακαλύψαμε το βαρύ τίμημα της κυπαρισσόστητης κορμοστασιάς τους. Αυτό το βάρος του νερού που το κουβαλάνε δυό και τρείς φορές την ημέρα, κάποτε από χιλιόμετρα μακριά αστάλωτα ακόμη κοπελούδια, χωρίς την βοήθεια των χεριών, αυτό, λέμε, το βάρος κατεβαίνει σαν χαράκι σιδερένιο και ορθοστήνει το κορμί από την κορφή ως τον αστράγαλο.

Αυτό το βάρος που μπορεί νάναι σακιά αλεύρι, βαρέλια κρασί, κόφες σταφύλια, ακόμη και κούνια μωρού, δίνει στη μέση το χορευτικό λύγισμα κι’ αφήνει τα χέρια ελεύθερα για να μπορούν να πλέκουν βαδίζοντας. Αφήνει και τα μάτια ελεύθερα, κι’ αν τύχη νάναι κοριτσιού, το μακαρίζουν… Και το κορίτσι διαβαίνει μπρός από τον άντρα με την μαντίλα λεύτερη, χωρίς δέσιμο, χωρίς πιαστήρι, ν’ ανεμίζει πίσω καφετιά, βυσσινιά, ή πράσινη, σπάνια μπλε, ομοιόχρωμη με το βαμβακερό καθημερινό φουστάνι. Με το κορσάζ εφαρμοστό, σφιχτά τα μανίκια που καλύπτουν των αγκώνα μόλις και αφήνουν λίγο στο λαιμό μια χάρη στρογγυλή γύρω-γύρω. Με τη φούστα φαρδιά ανασηκωμένη στις ώρες της δουλειάς, από τις δυό μπροστινές άκρες και δεμένη πίσω σε κόμπο βαρύ, ν’ αφήνει να φαίνεται το μεσοφούστανο, το κότολο, στο ίδιο χρώμα κι’ αυτό.



Αλλοίμονο σε κείνες που ασπρομαλλιάζουν κόρες. Διακρίνονται απ’ αυτό το σφιχτό μπούστο που κουμπώνει με κόπιτσες κρυφές στη μέση του στήθους κι είναι συνέχεια του φουστανιού. Αυτό τις προδίδει. Δεν τους επιτρέπεται να φορέσουν το διακριτικό της παντρεμένης. Αυτές μονάχα μπορούν να ανοίξουν το μπούστο σαν τις μινωικές. Όλο το στηθαίο απ’ τους ώμους μέχρι τη μέση είναι κομμένο κυκλικά. Στη θέση όμως του ανοίγματος και πάνω από το στηθόδεσμο, που προβάλλει ψεύτικα το στήθος από τη μέση σε οξεία γωνία, μπαίνει το μαντήλι-σπαλέτα, κροσσωτό στις άκρες, πιασμένο στην πλάτη και στη μέση και καρφιτσωμένο στη χαρακιά του κόρφου με μιά χρυσή καρφίτσα, τη “σπίλα”.



Τα γιορτινά τους από σεμνό μεταξωτό με το στολίδι του πλισέ της φούστας, τη μεταξωτή ποδιά πάνω που το μοναδικό της κόσμημα είναι ομοιόχρωμο κέντημα στο γλωσσωτό της ποδογύρι. Το μαντήλι είναι μόνο μπαμπακερό, να μη γλιστρά. Μόνον στο γάμο είναι πολυτελέστερο και λευκό όπως και του στήθους…

Ένας ατέλειωτος μόχθος το εικοσιτετράωρο της Λευκαδίτισσας και ο ίδρως του πολύτιμος δεν περισσεύει για πότισμα καμιάς περιττής ανάγκης.
Ο ίδιος όμως τούτος μόχθος που την ποτίζει αδιάκοπα, κρατάει την ίδια σαν μίσχο ψιλόλιγνο και λυγερό σ’ όλη της τη ζωή…

ΝΤΙΑΝΑ ΑΝΤΩΝΑΚΑΤΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου