Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Eν Αθήναις...για την Γαβριέλα

Το κόκκινο φανάρι που δεν έσβησε…


Η θεά του αγοραίου έρωτα, που κυριαρχούσε στη ζωή της Αθήνας περισσότερο από πέντε δεκαετίες, δεν ζει.



 Η βαθύπλουτη Γαβριέλα βρέθηκε χτες το πρωί στραγγαλισμένη στο σπίτι της στα Εξάρχεια(Μάρκου Ευγενικού 14).

Από κει είχε περάσει όλη η λεγόμενη υψηλή κοινωνία και όχι μόνο. Πενήντα ολόκληρα χρόνια είχαν διαβεί το κατώφλι της επώνυμοι και ανώνυμοι. Αυτοί οι άνθρωποι της έδωσαν στα χέρια το μεγαλύτερο όπλο: την απόλυτη οικονομική ανεξαρτησία.
Όχι μόνο είχε τεράστια περιουσία σε μετρητά και ακίνητα, αλλά είχε κατ΄ επανάληψη βοηθήσει, με κάθε τρόπο, τους γείτονές της, οι οποίοι την υπεραγαπούσαν.
…………………………………………………………………………….
«Έγινα ιερόδουλος διότι εγεννήθην έτσι…». Πίσω από αυτό το επίγραμμα, το οποίο η Γαβριέλα Ουσάκοβα χρησιμοποιεί και σαν ψευδότιτλο, στο βιβλίο της, κρύβεται η γυναίκα θρύλος.
Η πιο διάσημη σταρ του αγοραίου έρωτα. Εκείνη που έμαθε τους άντρες απ΄ έξω κι ανακατωτά. Στο πλάι της πλάγιασαν επώνυμοι κι επιφανείς, αλλά και πλήθος ανωνύμων.
Δεν ήταν, όμως, μόνο αυτό που την έκανε διάσημη. Ήταν η μεγάλη της καρδιά και η ντομπροσύνη. Σήμερα σπανίζουν τέτοιοι άνθρωποι, αφού σπανίζει η ανθρωπιά και το ενδιαφέρον για τον πλησίον.
Είναι χαρακτηριστικά όσα μας είπε η αδελφή της Λίλη, που ζει στο Χαλάνδρι: «Δεν με νοιάζει το πώς χρησιμοποιούσε τον εαυτό της. Εγώ ξέρω ότι ήταν άγιος άνθρωπος. Βοηθούσε όλο τον κόσμο. Ποτέ κανείς δεν είπε κακό λόγο γι΄ αυτήν».
Και όχι μόνο αυτό. Χτες το πρωί, έξω από το σπίτι της οδού Μάρκου Ευγενικού 14, κοντοστάθηκε ένας γέροντας. Κάτασπρα μαλλιά και τραγιάσκα.
-Ψάχνετε κάτι, τον ρώτησα.
-Εδώ δεν έμενε η Γαβριέλα; Δεν θυμάμαι καλά;
-Γιατί ρωτάτε;
-Ε… να … μ΄ έστειλε μια φίλη μου να δω πότε είναι η κηδεία της για να της πω να πάει.
-Που είναι αυτή η φίλη σας να μας μιλήσει για τη…
-Α! Δεν ξέρω. Αφήστε με. Αφήστε με, ψέλλισε και βήμα ταχύ απομακρύνθηκε.

Μετά λοιπόν από ποιος ξέρει πόσα χρόνια, όχι μόνο αυτός ο γέροντας, αλλά και πόσοι άλλοι θυμούνται τη γυναίκα, που πολύ αγάπησαν, όπως η ίδια εξομολογείται στο βιβλίο της.
Κυκλοφόρησε πριν από 10 χρόνια. Μέσα από τις σελίδες του παρουσιάζει την εικόνα όχι μόνο του εαυτού της, αλλά και των ανθρώπων εκείνων τους οποίους η λαχτάρα για ερωτικές περιπέτειες τους έριχνε στην αγκαλιά της.
Ένας από τους πρώτους γείτονες της Γαβριέλας, στο σπίτι της, στις παρυφές του Λυκαβηττού, όπου το πρωί της Κυριακής βρέθηκε στραγγαλισμένη, είναι ο 65χρονος σήμερα Μύρων Λουλάκης. Θυμάται:
«Το 1940, ήμουν παιδάκι 8 χρονών, όταν εκείνη ήρθε στη γειτονιά. Πάντα την έβλεπα μέσα στο κοινωνικό σύνολο και έτσι μπορώ να σου την περιγράψω. Είχε μεγάλη καρδιά. Σήμερα όπου κι αν ψάξεις, δεν θα βρεις τέτοιο άνθρωπο».
Φέρνει στη θύμησή του τα χρόνια της κατοχής:
«Ερχόταν ο διοικητής της Κομαντατούρ και γέμιζε όλη η γειτονιά Γερμανούς αξιωματούχους. Όταν φεύγανε έβγαινε από το σπίτι της. Γιόμιζε σακούλες και τις άφηνε έξω από τα σπίτια».
Η Γαβριέλα είχε δυο αδέλφια τα οποία ζήλευε υπερβολικά. Δημιουργήθηκαν μέσα της διάφορα προβλήματα, σχετικά με την εμφάνισή της, κι ας ήταν μόνο πέντε χρόνων, τα οποία άμβλυνε η γιαγιά της, όπως αναφέρει στο βιβλίο της. Διόρθωσε τις ατέλειές της, δένοντας με πάνες τα΄ αυτιά που πέταγαν και ξάνθινε με γερμανικό χαμόμηλο τα μαλλιά της. Τα μάτια της, όμως, ποτέ δεν άλλαξαν, να γίνουν γαλανά σαν της αδελφής της.

Από το βιβλίο της:
«Ο μπαμπάς είχε μαλώσει με τη μαμά άσχημα. Ήθελε να πάει στην Τραπεζούντα και η μαμά στη Ρουμανία. Έτσι πήρε τα πορτάλια του και ξεμπάρκαρε. Αργότερα, πέθανε στην Αμερική το 1962. Δεν τον ξαναείδα πια. Ο μικρός, όμως, με απασχολούσε. Δεν τον αγαπούσα καθόλου…»
Εξομολόγηση ή θράσος και έκφραση μίσους για τον αδελφό της, τον οποίο σκότωσε, όταν τσούλησε το καρότσι του πάνω σε μπανανόφλουδα, στα κατάστρωμα του πλοίου;
Διαβάζουμε:
«Όλος ο κόσμος τα ΄βαλε με την απροσεξία του καθενός: «Πετάν φλούδες κάτω; Χάθηκε η θάλασσα;» Μόνο εγώ ήξευρα πως δεν ήταν ατύχημα και είχα τύψεις συνειδήσεως πολύ καιρό».

Μ΄ αυτές τις εξαιρετικά σημαντικές εμπειρίες, έφτασε με την οικογένειά της στον Πειραιά. Παράλληλα με το σχολείο της δεν άφηνε να πάνε χαμένες οι ευκαιρίες που τις έδινε η μητέρα της με τον πατριό της και για καλλιτεχνική μόρφωση. Οι εμπειρίες της στην προεφηβική ηλικία δεν ήταν μόνο το θέατρο, αλλά και το γερμανικό λυκόσκυλο, ο Βόλφ…
Το ανήσυχο μυαλό της έψαχνε πάντα για κάτι διαφορετικό. Το γεγονός αυτό στάθηκε αφορμή τα μετέπειτα χρόνια να την περιτριγυρίζουν μπόλικοι γιατροί, οι οποίοι, όπως τονίζει στο βιβλίο της, δεν την άγγιζαν από τη μέση και κάτω.
Οι δραστηριότητές της δεν αφορούσαν μόνο τους άντρες. Φρόντισε να μάθει κοπτική ραπτική, αλά παρέδιδε και μαθήματα Γαλλικής. Ολ΄ αυτά τη γέμιζαν, ως ένα σημείο. Αυτό που αναζητούσε….. τον εαυτό της, ήταν η ανεξαρτησία.
Αγόρασε το οικόπεδο στην οδό Μάρκου Ευγενικού, το 1936, και δυο χρόνια αργότερα, κατάφερε να χτίσει την πολυτελέστατη για την εποχή εκείνη πολυκατοικία, οπότε και αρχίζουν οι μεγάλες περιπέτειές της, στη ζωή και τον έρωτα.
Όσο όμως ο έρωτας από τη μια και το χρήμα από την άλλη έμπαιναν στη ζωή της, εκείνη παρέμενε πιστή στις αρχές της. Τόδειχνε καθημερινά στους γείτονες, οι οποίοι την υπεραγαπούσαν.
Η Γαβριέλα ποτέ δεν έπαψε να αισθάνεται άνθρωπος αν και πολλές φορές ενεργούσε με τρόπο όχι κοινά αποδεκτό. Έτσι, όμως, συμπεριφέρονται οι άνθρωποι που αισθάνονται ειλικρινείς πρώτα με τον εαυτό τους και κατόπιν με τους άλλους.
Η πολυτάραχη ζωή μιας τέτοιας γυναίκας δεν είναι βέβαια δυνατό ν΄ αποτυπωθεί σε μερικές αράδες. Διαλέξαμε από το βιβλίο της ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, το οποίο δίνει ανάγλυφη την εικόνα των πελατών της, οι οποίοι ήταν απ΄ όλα τα κοινωνικά στρώματα και πλήρωναν για ν΄ απολαμβάνουν κάθε περιποίηση:
«Μούρχεται το απόγευμα ο γαλατάς μ΄ ένα τσέλιγκα. Καπελάκι μαύρο, μεταξωτό, στρογγυλό, χωριάτικο. Είχε και γκλίτσα, λες και θάβοσκε τα κατσίκια και τα πρόβατα, μια σφυρίχτρα στο λαιμό, ένα κομπολόι στην τσέπη, μια φούντα μαύρη μεταξωτή και κεχριμπάρι κίτρινο ζωντανό. Ωραίος, ομολογουμένως, λεβέντης γέρος! Μα κάτι δεν πάει καλά, κάτι έχει. Κοιτάζω προσεχτικά, έχει πελώριες μουστάκες, κάτι άλλο; Δεν έχει μύτη. Παρατηρεί το βλέμα μου ο γαλατάς.
Τη μύτη κοιτάζεις; Ανέλαβε ο γέρος με βροντώδη φωνή. Στον πόλεμο του ΄12, μου την πήρε κάποιο βόλι, αμ΄ στη ζωή δεν μ΄ έβλαψε καθόλου, τα ρουθούνια υπάρχουν.
Όσφρηση έχει καλή, συμπληρώνει ο γιος. Τότε μόνο αντελήφθην το γιο να ξεπροβάλλει πίσω από τη σωματάρα του γέρου. Λεπτός αυτός, λίγο καμπουριασμένος.
Στάσου λίγο, βρε, να δει η γυναίκα τα βλαστάρια μου! Σάματις καμπούρη σ΄ έχω ή έχασες κανένα τάληρο και το γυρεύεις; Θα σε κάνω και γαμπρό: Του βρήκα μια νύφη, ξανθιά, όμορφη, μπουκιά και συχώριο. Αμ΄ ξεύρει τίποτις να της κάνει, μάταδε μ… στο χωριό; Σπιτάκια για φανταράκια, κόκκινα, δεν υπάρχουν. Θα τον αναλάβεις τώρα, με το αζημιώτο βέβαια;
Δεν μιλώ. Του τα δείχνω με νοήματα και επιτέλους μπαίνει στο νόημα. Ντύνομαι και τον βάζω να με γδύσει. Τα κατάφερε επιτέλους. Εγώ είμαι τώρα η νύφη, όχι πλέον αυτός. Βάζω το μαξιλάρι κι αρχίζω να τον χαϊδολογώ…

Αυτή είναι η Γαβριέλα, όπως αυτοπαρουσιάζεται μέσα από τα γραπτά της. Ο θρύλος που κυριάρχησε για πενήντα χρόνια στην κοσμική ζωή της πρωτεύουσας μπορεί να πέθανε αλλά στην πραγματικότητα ζει. Και θα ζει πάντα, όσο υπάρχουν άνθρωποι με τα αισθήματα της ψυχής της.
Παρά το γεγονός ότι η δουλειά που διάλεξε δεν είναι και σήμερα αποδεκτή, κατάφερε να κρατήσει όχι μόνο τους πελάτες δίπλα της, αλλά κυρίως τους ανθρώπους.
Αυτούς που κάθε λεπτό σκεφτόταν πώς θα βοηθήσει και τους έδειχνε απλόχερα τα αισθήματά της. Και βέβαια δεν το έκανε για να μην την «ξεφωνήσουν», γιατί είχε αποδείξει ότι δεν είχε ανάγκη κανένα. Τόκανε γιατί γεννήθηκε με αισθήματα και ευαισθησίες, τα οποία σήμερα είναι δυσεύρετα. Και βέβαια δεν τα αποζητάς στις ιερόδουλες, αλλά στους ανθρώπους εκείνους που θέλουν να λένε ότι αποτελούν την ελίτ της κοινωνίας, η οποία τους αποδέχεται όχι για τα αισθήματά τους και τις ευαισθησίες τους.

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 1991 ΕΘΝΟΣ

Πίσω στα παλιά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου