Γίνε και εσύ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ-ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ του kataggeilte.blog στείλε και εσύ το άρθρο σου,με την φωτογραφία η το βίντεο που θέλεις και δεστο στην ροή των άρθρων του .

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Ελληνες Βρυκόλακες



Οι Βρυκόλακες ζούσαν από πάντοτε στην Παράξενη Ελλάδα σε πολύ μεγάλους αριθμούς, πυροδοτώντας τους πιο επίμονους θρύλους και περιστατικά. Η Ελλάδα είναι από τις βασικές γενέτειρες των δοξασιών και των αμέτρητων ιστοριών για Βρυκόλακες (ίσως μάλιστα να είναι και η πρώτη), μαζί με τη Σερβία, τη Μικρά Ασία, τη Γερμανία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία, και τη Ρωσία. Ειδικά τα νησιά του Αιγαίου, είναι γεμάτα από Βρυκόλακες όλων των ειδών.

Οι Βρυκόλακες, νεκροζώντανοι που στοιχειώνουν τα μέρη και τους ανθρώπους, βγαίνουν από τους τάφους τους κάθε νύχτα, συνήθως τα μεσάνυχτα, προτιμούν όμως τις νύχτες χωρίς φεγγάρι για να μπορούν να γίνονται ένα με το σκοτάδι και ν’ αρπάζουν τα θύματα τους.

Βγαίνουν κάθε νύχτα, αλλά στη Σαντορίνη δεν βγαίνουν ποτέ το Σάββατο, στην Πρέβεζα δεν βγαίνουν ποτέ την Κυριακή, στην Τήνο δεν βγαίνουν ποτέ την Παρασκευή –οπότε μπορείς να κάνεις την νυχτερινή σου βόλτα ακίνδυνα– στη Σέριφο φοβούνται να βγουν από τα μνήματα τους μόνο την Τρίτη (εκτός αν πέφτει Τρίτη και 13, οπότε έχουν γλέντι) στην Κάλυμνο προτιμούν να βγαίνουν τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες γιατί τους αρέσει ο παγωμένος βοριάς που φυσά, καβαλούν πάνω του και ταξιδεύουν από σκεπή σε σκεπή, και κανένας δεν πρόκειται να βγει για να δει τί είναι αυτός ο θόρυβος που ακούγεται στα κεραμίδια μια νύχτα του χειμώνα (κι αν είναι μια μαύρη γάτα, είναι σίγουρα Βρυκόλακας, γιατί μπορούν να μεταμφιέζονται σε μαύρες γάτες και μαύρα κοράκια).

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γράφει ένα ποίημα για τον Θανάση Βάγια, έναν Ηπειρώτη, που λόγω του ότι πρόδωσε τους συμπατριώτες του υποστηρίζοντας τον Αλή Πασά, μετά τον θάνατό του βρυκολακιάζει και επισκέπτεται τη γυναίκα του:


Ο Βρυκόλακας

«Πες μου τι στέκεσαι Θανάση, ορθός, βουβός σαν λείψανο στα μάτια εμπρός; Γιατί Θανάση μου βγαίνεις το βράδυ; Ύπνος για σένανε δεν είν’ στον Άδη; Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί βαθιά σε ρίξανε μέσα στη γη. Φεύγα, σπλαχνίσου με! Θα κοιμηθώ. Άφες με ήσυχη ν’ αναπαυθώ. Στάσου μακρύτερα. Γιατί με σκιάζεις; Θανάση, τι έκαμες και με τρομάζεις; Πώς είσαι πράσινος, μυρίζεις χώμα. Πες μου, δεν έλιωσες, Θανάση, ακόμα;»

Τήνε ξεγύμνωσε, το χέρι απλώνει. Μέσα στο κόρφο της άγρια το χώνει. Μένει σα μάρμαρο. Κρύος σα φίδι τρίζει απ’ το φόβο του, στο κατακλείδι.

Σα λύκος ρυάζεται, τρέμει σα φύλλο. Στα δάχτυλα έπιασε το Τίμιο Ξύλο. Τη μαύρη γλύτωσε, το φυλαχτό της, καπνός, εσβήστηκεν απ’ το πλευρό της. Τότε ακούστηκε κι η κουκουβάγια έξω, που φώναζε: Θανάση Βάγια!

Στη Μάνη ξεχωρίζουν τους βρυκόλακες σε «Ριχτούς» –που είναι αυτοί που δεν ησυχάζουν ποτέ– και σε «Σαββατιανούς» που βγαίνουν από το μνήμα τους μόνο τα Σάββατα. Όποτε κι αν βγαίνουν για τη νυχτερινή τους περιπλάνηση, είναι σίγουρο ότι όλη την ημέρα κοιμούνται μέσα στους τάφους τους. Επιστρέφουν εκεί το ξημέρωμα, πριν να προλάβει να βγει ο ήλιος, συνήθως όταν λαλήσει ο μαύρος κόκορας (που οι νησιώτες δεν τον σφάζουν ποτέ, γι’ αυτόν τον λόγο), κι αν δεν προλάβουν γίνονται σκόνη και στάχτες. Τη στιγμή που αποχωρούν από ένα μέρος, για να πάνε να κρυφτούν, ακούγεται ένα δυνατό «μπαμ!» χάνονται κι αφήνουν πίσω τους έναν καπνό και κανείς δεν τολμά να βγει από το σπίτι για να δει τί ήταν αυτό το «μπαμ!» που ακούστηκε -από «σύμπτωση», αυτή η δοξασία βολεύει πάρα πολύ τους παράνομους εκείνους ψαράδες που ψαρεύουν με δυναμίτη τα χαράματα.

Στη Σάμο πιστεύουν ότι παρουσιάζονται μετά τα μεσάνυχτα μέχρι να λαλήσει ο κόκορας, αλλά βγαίνουν και ακριβώς στις 12.00 το μεσημέρι, μόνο που δεν μπορούν να απομακρυνθούν από τον τάφο τους. Στις παραδόσεις της Χίου, οι βρυκόλακες αποχωρούν μόνο όταν λαλήσει τρεις φορές ο λευκός κόκορας. Στην Αμοργό επίσης πιστεύουν ότι οι «βουρκόλακες» βγαίνουν ακόμη και την ημέρα. Στη Μακεδονία πιστεύουν ότι βγαίνουν μόνο τις νύχτες με πανσέληνο.

Είναι τόσες πολλές οι ελληνικές παραδόσεις και οι δοξασίες για το ποιοι άνθρωποι βρυκολακιάζουν όταν πεθάνουν, που αν ισχύουν όλες τους, τότε κανείς δεν είναι «υπεράνω πάσης υποψίας» στα νησιά του Αιγαίου. Στη Μυτιλήνη πιστεύουν ότι βρυκολακιάζουν όσοι έχουν κάνει μεγάλα εγκλήματα, αλλά και όσοι χτυπούν τους γονείς τους, οι τοκογλύφοι, οι μεθύστακες, αυτοί που αυτοκτονούν, όσοι έχουν αλλάξει την πίστη τους και όσοι δεν πηγαίνουν ποτέ στην εκκλησία.

Στην Άνδρο, βρυκόλακες γίνονται εκείνοι που όταν πέθαιναν κάποιος τους βλαστήμησε ή τους καταράστηκε για κάτι κακό που έκαναν στη ζωή τους, γι’ αυτό στην Ελλάδα ο ετοιμοθάνατος πάντα ζητά συγχώρεση από όσους ανθρώπους έβλαψε στη ζωή του.

Οι αδικοσκοτωμένοι, οι ταλαιπωρημένοι, οι μαγεμένοι από κακές μάγισσες, αυτοί που αργούν να ξεψυχήσουν, όσοι δεν πρόλαβαν να εκπληρώσουν μια ιερή υπόσχεση που έδωσαν, αυτοί που για κάποιο λόγο μένουν άταφοι, τα αβάφτιστα μωρά που πέθαναν πριν προλάβουν να τα βαφτίσουν κι αυτοί που πεθαίνουν μόνοι τους τη νύχτα με πανσέληνο, όλοι αυτοί βρυκολακιάζουν σύμφωνα με τις δοξασίες πολλών νησιών του Αιγαίου. Στη Σκύρο πιστεύουν ότι βρυκολακιάζουν μόνο οι άταφοι και οι «άψαλτοι» το ίδιο και στη Θράκη.

Πολλοί πιστεύουν ότι βρυκολακιάζει και ο νεκρός εκείνος που τον έθαψαν χωρίς να περάσουν εικοσιτέσσερις ώρες από τον θάνατο του κι αυτό μας φέρνει στον νού περιπτώσεις Νεκροφάνειας. Πολλοί άνθρωποι έχουν θανατωθεί ως «βρυκόλακες» γιατί είχαν νεκροφάνεια και ξαφνικά «ζωντάνεψαν» πολλές ώρες ή και μέρες μετά το θάνατο τους. Αλλά βρυκολακιάζουν και όσοι έχουν την ατυχία να περάσει μια γάτα από πάνω τους μόλις ξεψυχήσουν, γι’ αυτό και οι άνθρωποι φυλούν πολύ καλά το δωμάτιο του νεκρού μέχρι να τον πάρουν για την ταφή του.

Για τη μορφή και την εμφάνιση του Βρυκόλακα, όλοι οι νησιώτες διαφωνούν και οι πεποιθήσεις ποικίλουν από νησί σε νησί. Στη Σκόπελο δεν έχουν καθόλου σάρκες αλλά είναι σκελετοί που περπατούν και στην Αλόννησο έχουν σάρκες μαύρες και γυαλιστερές, που λάμπουν στο σκοτάδι. Στο Πήλιο είναι λαμπεροί, και στα Άγραφα είναι αόρατοι εκτός από τις νύχτες με φεγγάρι. Στη Σαμοθράκη πιστεύουν ότι το σώμα τους είναι από φωτιά, αλλά μπορεί να είναι και σκιές ή να είναι τελείως αόρατοι.

Στις Σπέτσες, στην Ύδρα και στα Κύθηρα, είναι κακόσχημοι καμπούρηδες με κατάμαυρα χέρια και μεγάλα νύχια. Στην Τήνο έχουν την μορφή του νεκρού, αλλά με μακριά γένια, μακριά μαλλιά, και γαμψά μακριά νύχια. Στη Χίο είναι λευκοντυμένοι –με τα σάβανά τους– αλλά έχουν και έναν αρχηγό, που είναι τριπλάσιος σε μέγεθος και κατάμαυρος κι ολόγυρα του χοροπηδούν οι άλλοι. Στη Λέσβο έχουν πρόσωπο κατακόκκινο και πολύ άγριο, κι έχουν δόντια σαν του σκύλου ή σαν της γάτας. Πολλές φορές περπατούν με τα τέσσερα και ουρλιάζουν σαν λύκοι.

Στη Χίο φοβούνται να κοιτάξουν τη νύχτα σ’ έναν καθρέφτη γιατί είναι σίγουρο ότι αν το κάνουν, θα δουν στον ύπνο τους ένα βρυκόλακα. Στη Λέσβο πιστεύουν το ίδιο για κάποιον που θα κάνει το λάθος να σφυρίξει μετά τα μεσάνυχτα. Στη Θάσο, εμφανίζεται στα όνειρα των κακοκοιμισμένων και τους τυραννά, και τότε του δίνουν το όνομα «Βραχνάς». Στη Σκιάθο πιστεύουν ότι ο Βρυκόλακας κυνηγά μόνο τους συγγενείς του.

Στην Αμοργό πιστεύουν ότι τα τέρατα αυτά τρώνε και κρέας: επιτίθενται στα αιγοπρόβατα, μπαίνουν στα σπίτια και τρώνε ό,τι φαγώσιμο βρουν και πίνουν το λάδι από τα καντήλια στα εικονίσματα, πίνουν ακόμη και νερό (γι’ αυτό και δεν πρέπει ποτέ να αφήσεις ένα ποτήρι με νερό δίπλα σου όταν κοιμάσαι). Με μία μεγάλη μαγκούρα στο χέρι, γυρίζουνε μετά τα μεσάνυχτα στους δρόμους και ενοχλούν και τρομάζουν τους ανθρώπους, ειδικά τις γυναίκες και τα παιδιά, πετάνε πέτρες στους περαστικούς ή τους κυνηγούν για να τους πιάσουν, κι αυτοί τρελαίνονται από το φόβο τους.

Πολλές φορές οι βρυκόλακες φεύγουν από τον τόπο τους που είναι θαμμένοι και πηγαίνουν σε άλλα μακρινά μέρη, παίρνοντας τη μορφή ζωντανών ανθρώπων. Ζουν ανάμεσα στους ζωντανούς, κάνουν φίλους και συμμετέχουν στα γλέντια, αλλά δεν πίνουν ποτέ κρασί. Κάνουν και διάφορες δουλειές, ζώντας μια συνηθισμένη ζωή. Η περισσότερο διαδεδομένη είναι «παπουτσής» ή «τσαγκάρης». Ως «παπουτσήδες» αναφέρονται συχνά στη Σαντορίνη, στη Λαμία, στη Σάμο, στην Άρτα, στη Ρόδο και στη Μάνη. Πολλές φορές ακόμη και παντρεύονται ή κάνουν παιδιά.

Στην Κρήτη, τα παλιά χρόνια, αν έμενε έγκυος η γυναίκα κάποιου που ήταν στείρα, τότε έλεγαν πως κοιμήθηκε την νύχτα με τον «Καταχανά». Τα παιδιά που κάνουν είναι χωρίς κόκαλα, δεν κοιμούνται τις νύχτες, φοβούνται το θυμιατό και δεν κλαίνε ποτέ. Στην Κρήτη, αν περπατάς μόνος σου τη νύχτα και ακούσεις κάποιον να φωνάζει το όνομα σου, δεν πρέπει να απαντήσεις γιατί είναι κάποιος βρυκόλακας και αν αποκριθείς θα σε πάρει μαζί του. Αυτή η πεποίθηση συγγενεύει με εκείνη περί του «αμίλητου νερού», το νερό που πρέπει να πάρεις μια συγκεκριμένη ώρα της νύχτας από τη βρύση και να μη μιλήσεις καθόλου στη διαδρομή για το σπίτι, ό,τι κι αν ακούσεις, για να μη σε πάρουν οι νεράιδες.

Στις παλιές εποχές, στην Χίο, υπήρχε τόσος μεγάλος φόβος και τρόμος για τους βρυκόλακες ώστε κανείς δεν τολμούσε να βγει τη νύχτα έξω μόνος του (κι ίσως αυτός ο φόβος να είναι η αληθινή ρίζα της πεποίθησης ότι οι «Χιώτες πηγαίνουν δυο-δυο»). Οι βρυκόλακες παίρνουν τα εφταμηνίτικα παιδιά μαζί τους στους χορούς τους και τα αναγκάζουν να τραγουδούν. Πειράζουν τους παπάδες πετώντας τους πέτρες, κάνουν ζημιές στα σπίτια των χωρικών σπάζοντας τα παράθυρα και τα έπιπλα, ενώ στα περισσότερα νησιά συνήθως παραμονεύουν τις νύχτες στα σταυροδρόμια.

Ο περιηγητής γιατρός Zallony, έχει καταγράψει σε χειρόγραφο του 19ου αιώνα, αυτά που άκουσε και είδε για τους Βρυκόλακες στα νησιά του Αιγαίου: «Παράξενες ιστορίες αρχίζουν να κυκλοφορούν στα νησιά. Κάποιοι διηγούνται ότι είδαν τάχα τον πεθαμένο να περιφέρεται στο σκοτάδι της νύχτας ουρλιάζοντας. Άλλος τον είδε να περνά στον αέρα το μεσημέρι πάνω σ’ ένα σύννεφο φωτιάς.

Άλλος πάλι βεβαιώνει ότι ξύπνησε τα μεσάνυχτα από σπαρακτικούς αναστεναγμούς και αντίκρισε ανάμεσα σε καπνούς και σε φλόγες ένα φάντασμα σαβανωμένο, δεμένο με αλυσίδες να βασανίζεται από ένα ολόκληρο κοπάδι διαβόλων. Άλλοι φοβούνται να πάνε στα πηγάδια μόλις πέσει ο ήλιος, για να μην τους αρπάξει και τους τραβήξει μέσα στην τρύπα ο βρυκόλακας. Και άλλοι αφήνουν μια δεμένη κότα στο κατώφλι του σπιτιού, για να την φάνε οι βρυκόλακες και να μην μπούνε μέσα στο σπίτι το βράδυ.

»Όλες αυτές οι τερατώδεις διαδόσεις, συσσωρεύονται μέρα με την ημέρα, μεγαλώνουν κι όλοι πιστεύουν ότι ο βρυκόλακας τυραννά με όλους τους τρόπους τους ζωντανούς για να λυτρωθεί από τις αμαρτίες του, ότι σέρνει από τα πόδια τους κοιμισμένους αν τ’ αφήνουν να προεξέχουν από τα σκεπάσματα στο κρεββάτι, ότι τρέχει σαν σίφουνας στα χωράφια και στις αγκαθιές. Μεταμορφώνονται σε μαύρο σκύλο, μαύρο κοράκι ή μαύρη γάτα και ουρλιάζουν όλη τη νύχτα, παγώνοντας το αίμα των ανθρώπων.

»Και οι παπάδες, αντί να διαφωτίσουν το ποίμνιο για τις πλάνες του, το βυθίζουν βαθύτερα σ’ αυτές, προστάζοντας να διαβάζεται κάθε μέρα χαιρετισμός της Παναγίας και δέηση υπερ της αναπαύσεως της ψυχής του βρυκόλακα, να κλειδαμπαρώνονται οι κάτοικοι στα σπίτια τους και να τοποθετούν κέρινους σταυρούς στις πόρτες τους. Αλλά απ’ αυτόν τον γενικό τρόμο επωφελούνται οι ερωτευμένοι. Συναντιούνται τις νύχτες χωρίς να φοβούνται ότι θα τους δουν και καταφεύγουν σε πονηρά τεχνάσματα.

Έχουν φανάρια σκεπασμένα με μαύρο ύφασμα, ώστε να σκοτεινιάζει η λάμψη τους και τρέχουν τη νύχτα ουρλιάζοντας και σέρνοντας μεγάλες αλυσίδες. Οι περίεργοι τρέχουν για να κλειστούν στα σπίτια τους. Έτσι οι εραστές βρίσκουν την ευκαιρία να σκαρφαλώνουν στα δώματα και να μπαίνουν στις κάμαρες των κοριτσιών από τα παράθυρα, ή τρέχουν μαζί και κρύβονται στους θάμνους ή στους στάβλους ή κάτω από τις βάρκες, ενώ οι άλλοι χωρικοί τρυπώνουν βαθιά στο κρεβάτι τους τρέμοντας, και κουκουλώνονται με τα παπλώματα»

Ο G. F. Abbot, στο έργο του Macedonian Folklore, σημειώνει κάτι ενδιαφέρον: «Στη Βόρειο Ελλάδα, οι άνθρωποι που έχουν γεννηθεί το Σάββατο, οι οποίοι αποκαλούνται Σαββατιανοί ή Σαββατογεννημένοι, πιστεύεται ότι έχουν το αμφιλεγόμενο προνόμιο να βλέπουν τα φαντάσματα και τα κακά πνεύματα και να κατέχουν μεγάλη επιρροή πάνω στους Βρυκόλακες. Ένας κάτοικος του Σοχού, διαβεβαίωσε τον γράφοντα ότι ένας Σαββατιανός είχε παγιδέψει έναν βρυκόλακα σε έναν αχυρώνα και τον έβαλε να μετράει τα στάχυα και τους κόκκους του σταριού. Καθώς ο δαίμονας ήταν απασχολημένος με το μέτρημα, ο Σαββατιανός κατάφερε να τον καρφώσει στον τοίχο. Στα Λιακοβίκια, πιστεύεται ότι ο Σαββατιανός χρωστά τη δύναμή του σε ένα μικρό σκυλάκι, που τον ακολουθεί κάθε απόγευμα και διώχνει μακριά τους βρυκόλακες! Και λέγεται επίσης, ότι σ’ αυτές τις περιστάσεις ο Σαββατιανός είναι αόρατος σε όλους εκτός από το μικρό σκυλάκι»

Ο Γάλλος γιατρός D. Icard, στη μελέτη του La Mort reelle et la Mort apparente (1897) και σε σχετικό άρθρο του στο ιατρικό περιοδικό La Presse Medicale (Aug. 1904) αναφέρεται στις συχνότατες περιπτώσεις νεκροφάνειας στην Ελλάδα και σε πολλά ελληνικά παράξενα περιστατικά. Μεταξύ άλλων γράφει: «Έχω στα αρχεία μου για την Ελλάδα 22 περιπτώσεις ανεξήγητης αναβίωσης ανθρώπων που είχαν διαγνωστεί ως νεκροί από τους γιατρούς τους και μάλιστα σε μία απ’ αυτές ένα πτώμα “συνήλθε” από το θάνατό του και σηκώθηκε απότομα όρθιο, με την παρουσία δεκάδων γιατρών αφού ήταν γιατρός, κατά τη διάρκεια της κηδείας του. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Δρ. Μ. Κ. Μπουσσάκης (Boussakis) καθηγητής της Φυσιολογίας στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, ήταν αυτόπτης μάρτυρας σ’ αυτό το εξωφρενικό περιστατικό, όπως επίσης και ο διακεκριμένος γιατρός Δρ. Ζάχος Λουζιτάνος (Luzitanus). Πρέπει να υπενθυμίσω ότι η Ελλάδα είναι η χώρα στην οποία η πίστη στα Βαμπίρ, στους Βρυκόλακες, συνεχίζει να επιβιώνει και μάλιστα έντονα»

Ο Lawson, στο Modern Greek Folklore, γράφει: «Στη Θεσσαλία, μου είπαν για μια οικογένεια που ζει στη Δομοκό, που αναγνωρίζουν έναν Βρυκόλακα ανάμεσα στους προγόνους τους πριν από δύο ή τρεις γενιές, και πως μέσω της γενεαλογίας του κληρονόμησαν μια συγκεκριμένη ιδιότητα που τους καθιστά ικανούς να αντιμετωπίζουν πολύ δραστικά τους Βρυκόλακες που στοιχειώνουν κατά περιόδους την εξοχή. Και μάλιστα, τόσο πολύ οι άνθρωποι αναγνώριζαν και σέβονταν τις ικανότητες της οικογένειας αυτής, που καλούσαν τα μέλη της ως ειδικούς συμβουλάτορες όταν απομακρυσμένες περιοχές είχαν προβλήματα με Βρυκόλακες»

Στη Λέσβο, αν δουν κάποιοι φάντασμα στην αυλή τους πρέπει να το πετροβολήσουν με το αριστερό χέρι. Ακόμη βάζουν πίσω από την πόρτα τους ένα σταυρό από καλάμια ή ένα δίχτυ ψαρέματος δεμένο με κόκκινη κλωστή. Πολλές φορές έβαζαν σε πολλά νησιά, ένα κομμάτι χοιρινή γλώσσα πάνω στην πόρτα, καρφωμένο με καρφί που ήταν βγαλμένο από φέρετρο. Στην Κρήτη ζωγραφίζουν στην πόρτα τους μία «μούντζα». Στη Σαντορίνη σφράγιζαν τις νύχτες τις κλειδαρότρυπες με αντίδωρο από την εκκλησία και έβαζαν μικρούς σταυρούς στο γείσο των παραθύρων.

Η πιο διάσημη προστασία είναι το γνωστό ξόρκι: «Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά», ή ακόμη κι εκείνο το «έξω από ‘δώ, στα όρη στα άγρια βουνά» που πρέπει πάντα να το λέει μια ηλικιωμένη γυναίκα. Στη Νίσυρο, για να προστατευτούν τις νύχτες από τους «Βαρδάλακες» κουβαλούσαν μαζί τους ένα «μαυρομάνικο» μαχαίρι, βρεγμένο τουλάχιστον μία φορά με αγιασμό. Το ίδιο και στην Εύβοια, που επιπλέον πίστευαν ότι ο Βρυκόλακας δεν μπορεί να μπει στο σπίτι αν υπάρχουν τοποθετημένα μερικά πιάτα σε σχηματισμό σταυρού πάνω στον τοίχο.

Στη Μυτιλήνη βάζουν ένα μικρό σταυρό μέσα στο στόμα του νεκρού μόλις ξεψυχήσει και ρίχνουν στον τάφο του αγιασμό και λάδι. Στην Τήνο κάνουν το ίδιο, μόνο που ο σταυρός πρέπει να είναι από κερί του Επιτάφιου. Στην Κρήτη όμως, σφράγιζαν το στόμα του νεκρού με λιωμένο κερί φτιάχνοντας το σχήμα του σταυρού. Στο Καστελόριζο, αφήνουν δίπλα στο καντήλι του σπιτιού του νεκρού, ένα ποτήρι με νερό για σαράντα μέρες «για να πίνει η ψυχή του νεκρού να ξεδιψά, μην αποζητήσει αίμα». Στη Σκιάθο πιστεύουν ότι ο Βρυκόλακας «φοβάται πολύ το αλμυρό νερό» και γενικώς σε όλα τα νησιά πιστεύουν ότι δεν πλησιάζει ποτέ στη θάλασσα.

ΟΠΛΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΒΡΥΚΟΛΑΚΩΝ

Ασβέστης, αλμυρό νερό, βρασμένο λάδι, ξύδι, σκόρδα και κρεμμύδια, κερί εκκλησίας, σταυρός, αγιασμός, μαυρομάνικα μαχαίρια, ξύλο συκιάς και ξύλο ελιάς, καρφιά από φέρετρο, στειλιάρι από φτυάρι νεκροθάφτη, καινούργια ψαροδίχτυα, φωτιά, θειάφι, λευκά κεριά, καρδιά από γουρούνι, στάχτη από το τζάκι του παπά, βραστό νερό και πέτρες με ζωγραφισμένους σταυρούς πάνω τους, λένε ότι είναι αποτελεσματικά όπλα εναντίον του Βρυκόλακα. Αλλά ο πιο συνηθισμένος και αποτελεσματικός τρόπος για την πλήρη εξόντωση του –στις λαϊκές παραδόσεις– είναι το κάρφωμα του λειψάνου του με έναν σιδερένιο λοστό.

Σε πολλά μέρη πίστευαν πως για να εξοντωθεί σίγουρα ο βρυκόλακας, έπρεπε να τον βγάλουν από τον τάφο του και να τρυπήσουν την κοιλιά. Έπειτα αφαιρούσαν την καρδιά του, την καίγανε σε φωτιά από ξύλο ελιάς, και τον ξαναθάβανε σε άλλο μέρος. Σε άλλα μέρη πιστεύουν ότι πρέπει να πάει στον τάφο και να τον ξεθάψει ένας Σαββατογεννημένος. Του βγάζει την καρδιά, την τρυπά με ένα σιδερένιο σουβλί και την ρίχνει σε καυτό ξύδι που βράζει σε μια κατσαρόλα εκεί δίπλα του. Έπειτα ρίχνει το βραστό ξύδι πάνω στον νεκρό και τον θάβει πάλι. Πολλές φορές τον ξαναθάβουν σε λιωμένο καυτό ασβέστη και του χύνουν στον αφαλό ζεματιστό νερό.

Είναι πολύ διαδεδομένο πως στο νεκροταφείο του χωριού Βουρκωτή στην Άνδρο, κανενός νεκρού το λείψανο δεν είναι απείραχτο. Τον παλιό καιρό όλων των νεκρών οι καρδιές ήταν καρφωμένες με μαυρομάνικο μαχαίρι. Στην Εύβοια, το 1791, πιστεύοντας ότι οι βρυκόλακες ήταν υπεύθυνοι για μία πολύ μεγάλη επιδημία, ξέθαψαν όλους τους νεκρούς και τους έκαιγαν με ένα πυρωμένο σίδερο στην καρδιά, το περιστατικό έχει καταγραφεί στο σπάνιο ταξιδιωτικό βιβλίο Voyageen Grece de Xavie Scrofani, το οποίο θεωρείται πολύτιμο σύγγραμμα για τους μελετητές των παράξενων ελληνικών παραδόσεων, γιατί είναι γεμάτο από καταγραφές παράξενων περιστατικών και δοξασιών.

Στις παραδόσεις των νησιών του Αιγαίου συναντούμε την πληροφορία, ξανά και ξανά, ότι όταν οι άνθρωποι κατόρθωναν να πιάσουν έναν βρυκόλακα, τον έβαζαν μέσα σ’ ένα σακί και πριν λαλήσει ο κόκορας, τον πήγαιναν και τον πετούσαν πάνω σε ένα ξερονήσι. Από εκεί δεν μπορούσε να φύγει και τελικά έλιωνε. Το Ποντικονήσι στην Κέρκυρα, που πολλοί το αποκαλούν «το απολιθωμένο καράβι των Φαιάκων», απεικονίζεται στον περίφημο πίνακα του Μπαίκλιν Το Νησί των Νεκρών, διασώζοντας έτσι, κάτι από το παρελθόν του ως νησί-νεκροταφείο, που όλοι το φοβόντουσαν όταν έδυε ο ήλιος.

Στα Αιγαιοπελαγίτικα νησιά, ο πιο ισχυρός μυστικός τόπος εξορίας των βρυκολάκων είναι το νησάκι Καμένη (ή Καημένη) της Σαντορίνης. Και είναι, λένε, ο πιο αποτελεσματικός τόπος εξ’ αιτίας της ύπαρξης του ηφαιστείου και της μεγάλης ποσότητας θειαφιού που έχει η περιοχή. Μάλιστα πιστευόταν ότι ήταν τόσοι πολλοί οι βρυκόλακες που είχαν εξοριστεί εκεί, που είχαν φτιάξει και μια μικρή δική τους κοινωνία πάνω στο νησάκι, και γι’ αυτό δεν τολμούσε ποτέ κανείς να το πλησιάσει.

Στη Μύκονο τους εξόριζαν στο νησάκι του Άη Γιώργη και στο παράξενο νησάκι Μπάου, που λένε μέχρι σήμερα ότι τα βράχια του έχουν αποτυπωμένα πάνω τους τα πρόσωπα βρυκολάκων, και ότι κάποια από αυτά έχουν σχήμα νεκροκεφαλής (που μπορεί όμως να είναι τεχνητό, σαν σημάδι για να το αποφεύγουν οι βάρκες και τα πλοία). Στα Χανιά, τους εξόριζαν στο νησάκι Καλαθάς, στα βόρεια του ακρωτηρίου.

Στη Λέσβο τους εξόριζαν στο νησάκι Λαγός, απέναντι από τη Μήθυμνα (Μόλυβος) και μάλιστα μέχρι σήμερα οι κάτοικοι αρνούνται να στήσουν τουριστικές εγκαταστάσεις εκεί γιατί το φοβούνται από τις ιστορίες που έχουν ακούσει από τους παππούδες τους, (το όμορφο αυτό νησάκι είναι γεμάτο λαγούς, απ’ όπου και το τοπικό του όνομα, και πολλοί πιστεύουν ότι οι λαγοί αυτοί είναι «βρυκολακιασμένοι»!). Το νησάκι Δασκαλιό κοντά στην Κύθνο, θεωρείται επίσης ένας τόπος εξορίας βρυκολάκων. Το νησάκι Λειψοί, ανάμεσα στην Πάτμο και στη Λέρο, ήταν γνωστό ως το «Νησί των Νεκρών» κι όποιος έβγαινε πάνω του δεν ξανάφευγε ποτέ. Στην ίδια περιοχή, το Φαρμακονήσι ήταν τρομερός τόπος κατοικίας βρυκολάκων.

Στις δοξασίες για βρυκόλακες οφείλουν οι Βόρειες Σποράδες το παλιό τους όνομα: «Δαιμονονήσοι».

Επίσης, τα νησάκια Νεκρό και Νεκροθήκες στην Κάλυμνο. Το νησάκι Δαιμονόπετρα της Ικαρίας, και το φοβερό Διαβολολίμανο της Σάμου. Επίσης είναι πολύ παράξενο ότι στο Αιγαίο υπάρχουν πολλά νησάκια-νεκροταφεία, στα οποία οι κάτοικοι έθαβαν τους νεκρούς τους, για να μην κινδυνεύουν αν κάποιοι από αυτούς βρυκολάκιαζαν. Μερικά απ’ αυτά είναι η Παναγία η Νησιώτισα στην Εύβοια, ο Άγιος Φωκάς έξω από την Μονεμβασιά, η Εκάτη της Δήλου, η νησίδα Ιλισσού, η Απολλωνία και τα Δαιμονονήσια έξω από την Κάρπαθο. Ο θρύλος λέει για τρία-τέσσερα νησάκια που ήταν κάποτε κοντά στην Κω, αλλά οι βρυκόλακες τα πήρανε (!) και εξαφανίστηκαν, για να εμφανίζονται στους ναυτικούς σε σημεία που δεν υπάρχουν νησάκια στο χάρτη, τα οποία τα λένε «Φαντασματονήσια».

Στην Μύκονο υπάρχει ένα μικρό ακρωτήριο που λέγεται Βουρβούλακας, γιατί εκεί στοίχειωνε το μέρος ένας πολύ άγριος βρυκόλακας και μάλιστα από μακριά το ακρωτήριο μοιάζει σαν κώνος που προεξέχει σαν τον πύργο του βρυκόλακα που είναι το «βροκολακόσπιτό» του. Τα τρομερά Βρυκολακονήσια, είναι έξι μικρά νησάκια κοντά στις βορειοανατολικές ακτές της Σκύρου, τα οποία βέβαια κατοικούνται από βρυκόλακες που πίνουν το αίμα των ψαράδων που θα τολμήσουν να βγουν στην ακρογιαλιά τους. Στην Κάρπαθο (που έτσι κι αλλιώς το όνομα της θυμίζει Καρπάθια) υπάρχει ένα μέρος που λέγεται Χας, όπου τα παλιά χρόνια πίστευαν ότι υπάρχει ένα χωριό βρυκολάκων. Στην Κρήτη πίστευαν το ίδιο για ένα μέρος που λέγεται Καταχανάς (που στα κρητικά σημαίνει βρυκόλακας, περιπλανώμενος ή αόρατος).

Στο χωριό Κλειδί της Άρτας υπάρχει μια μοναδική στο είδος της δοξασία: πιστεύουν ότι όταν ο νεκρός είναι αμαρτωλός, τότε το μνήμα του σηκώνεται από την κανονική του θέση και πάει αλλού (!) κι αλλάζει συνέχεια θέση, και πρέπει να διαβαστούν ευχές για να σταματήσει αυτή η δαιμονική κατάσταση. Στη Θράκη, πιστεύουν ότι οι βρυκόλακες περιπλανιούνται στα όνειρα των ανθρώπων, εμφανίζονται στα όνειρα των κοιμισμένων και φέρνουν εφιάλτες, και τότε τους ονομάζουν «Μόρα».

Στα παράλια της Μικράς Ασίας τραγουδούσαν ένα όμορφο δημοτικό τραγούδι για τους βρυκόλακες, που έχει μείνει γνωστό ως Το Τραγούδι της Αρετής, αν και πολλές φορές συναντάμε παραλλαγές του με τον τίτλο:

Το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού

«Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογάτο και το μνημί του Κωνσταντή αναθεμάτιζέ το. Ανάθεμα σε Κωνσταντή κι εσύ και το καλό σου. Το τόσο μυριανάθεμα ο Κωνσταντής βαρέθη. Κάνει το μνήμα του άλογο και το καντήλι σέλα, και τα κιβουροχάλικα τα κάνει χαλινάρια παίζει βιτσιά του μαύρου του κι άγριος αλυχτάει.

Απού την χείρα την αρπά, στον μαύρο την καθίζει παίζει βιτσιά τ’ αλόγου του, σαν τον αέρα πάει. Για δέ κοράσιο όμορφο το σέρνει αποθαμένος και όντεν επερνούσανε στα μνήματα απ’ έξω: κατές τώρ’ Αρετούσα μου, στο σπίτι μας να πάεις; Κατέχω Κωνσταντίνο μου, στο σπίτι μας να πάω κι ο Κωνσταντής εχάθηκε στη μέση των μνημάτων.

Χτυπάει η πόρτα, αχ, αν είσαι αγέρας πήγαινε, αν είσαι Χάρος διάβα, κι αν είσαι ο Πικροχάροντας δεν έχω πιά παιδάκια. Άνοιξε μάνα μ’, άνοιξε, εγώ ‘μαι, η Αρετούσα Δείξε τον αραβώνα σου από την κλειδωνιάστρα κι αν είσαι η Αρετούσα μου τότις ‘ναι θα σ’ ανοίξω. Δείχνει τον αρραβώνα της κι ετότες της ανοίγει μα ώσπου να χαιρετηθούν, απόθανεν η μάνα σαν είδε την βουρλάκαινα με τα μεγάλα δόντια»

Τα νεκροζώντανα αυτά τέρατα τυραννούσαν για πολλά χρόνια τους Έλληνες.

Και είχε τόσα μα τόσα ονόματα ο Βρυκόλακας από μέρος σε μέρος: Βρικόακας στη Σαμοθράκη, Βροκόλασκας στη Μήλο και στη Νάξο, Ζούλακας στη Θήβα, Βρυκολάκι στην Αμοργό, Βίλις στις Σέρρες, Βρουκόακας στη Σάμο, Βορκόλακας στην Κύθνο και στην Τήλο, Βουρκόλακας στην Λέσβο, Κάρπαθο, Κρήτη, Μήλο και Κύθηρα, Βουρβούλακας στην Άνδρο και στην Κω, Βαρθάκαλας στη Νίσυρο και στη Σήμη, Βουρβουλακίνα στην Χίο, Κατράμης στον Έβρο, Βελιγκέκας στα Ιωάννινα, Καταχανάς στην Κρήτη… Κι ονόματα άλλα που δεν έχουν τέλος: Βάρθακας, Βυρκόλασκας, Βουλκούλακας, Βρυόλακας, Βρύλακας, Βαρβάλακχας, Βούρλοκας, Βούρδουλας, Βρικουλάκιας, Βουρκσόλακας, κλπ, κλπ. Ακόμη, τον συναντά κανείς σε όλη την Ελλάδα και με τα ονόματα: Λάμπασμα, Λάμια, Φάντακας, Στημένος, Κατσικάς, Βραχνάς, Κατραχανάς, Καταχθόνιος, Γούστρελλος, Ντουσμάνης, Καλαμπάουρας, Καραμπουσμπούκης.

Όποια κι αν είναι η εξήγηση για τις αληθινά αμέτρητες δοξασίες για βρυκόλακες στην Ελλάδα, ήταν η αφορμή για να γραφούν εκατοντάδες συγγράμματα για την αντιμετώπιση τους, όπως αυτής της Ιεράς Μονής Βλαχέρνου, Περί Βουλκολάκων:

«Ο θείος Πατριάρχης Ιωάννης ο Νηστευτής, ούτως λέγει ότι ήκουσα εις πολλούς νήσους και πόλεις γίνεται φρικτόν και παράνομον πράγμα από μεγάλης αγνωσίας των ανθρώπων και ενεργείας σατανικής, και λέγουν όταν αποθάνουν εξ αυτών τινές, σηκώνονται και γίνονται καταχθόνιοι, τους οποίους αποκαλούν βουλκολάκους και αυτοί λέγουν πως θανατώνουν τους ζωντανούς. Πλανώνται και καίουν τους αδελφούς τους κακόν το έπαθαν, δεν ξεύρουν πως ο διάβολος γίνεται και ωσάν άγγελος και καλόγερος και κοσμικός άνδρας, και γυναίκα και παιδί και ξύλον και ραβδί και δάκτυλον και νερό και αίμα και δίσκος λαμπρός και φωτιά και άνθρωπος αποθαμένος – και πάσα άλλον πράγμα όπου να είναι γίνεται κατά φαντασίαν και διά τούτο δεν πρέπει να το πιστεύει τινάς αυτό που βλέπετε εις το κορμί του αποθαμένου, διατί ο άνθρωπος ωσάν αποθάνη αίμα δεν έχει και μην πλανάσθε εις του διαβόλου τας φαντασίας.

»Ει δε, όποιος βουληθεί και κάψει τον αδελφό του ως βουλκόλακα, αν είναι κληρικός να είναι καθηρημένος και να μην μεταλάβει έως τον θάνατο του, ει δε κοσμικός συνεργήσει, είκοσι χρόνους ακοινώνητος. Παύσατε επιτέλους τοιαύτες βλάσφημες πράξεις»

Το φανταστικό βαμπιρικό ρομάντσο του 1870 με τίτλο Varney the Vampire, or The Feast of Blood (ένα από τα πρώτα βιβλία –ίσως και το πρώτο βιβλίο– του Φανταστικού για Βαμπίρ) μεταξύ πολλών άλλων διηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου ο οποίος περνά μια απίστευτη περιπέτεια στα τρομερά Βρυκολακονήσια της Σκύρου.

Στην Ιστορία των Φραγκικών Δουκάτων του Αιγαίου που κυκλοφόρησε πριν από τρεις αιώνες στο Παρίσι από τον Sauger, καταγράφονται τα εξής για τη Σαντορίνη: «Σ’ αυτό το νησί συμβαίνει κάτι ασύλληπτο για μένα, μα που φαίνεται εκεί συνηθισμένο. Μερικοί από τους πεθαμένους ξαναγυρίζουν στα σπίτια τους λίγες μέρες ύστερα από την ταφή τους και κανείς δεν ξέρει τί είναι αυτό που τους ξαναζωντανεύει. Οι Σαντορινιοί τους λένε Βουκόλακες»

Η παλιά τουριστική έκδοση Murray’s Handbook for Travellers in Greece, πληροφορεί τους αναγνώστες της: «Λένε ότι στη Σαντορίνη οι νεκροί δεν λιώνουν. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στη θειούχο σύσταση του εδάφους, που αποτρέπει ή καθυστερεί το λιώσιμο, μουμιοποιώντας τους πεθαμένους. Η αντισηπτική ιδιότητα του εδάφους και η συχνή ανακάλυψη αναλλοίωτων πτωμάτων έγιναν αιτίες να γεννηθούν πολλές δεισιδαιμονίες ανάμεσα στους κατοίκους του νησιού. Έτσι, η Σαντορίνη απέκτησε την φήμη του ιδανικότερου τόπου διαμονής για τους Βρυκόλακες. Όπως λένε “κομίζει γλαύκαν ες Αθήνας”, σ’ αυτά τα μέρη ακούγεται το ‘στέλνει βρυκόλακες στη Σαντορίνη’».

Ο Άγγλος περιηγητής Robert Peshley, γράφει το 1837: «Πολλοί Υδραίοι μου διηγήθηκαν την ιστορία για το πως ένα διάστημα το νησί τους είχε γεμίσει βρυκόλακες. Η εξαφάνιση τους ήταν αποκλειστικά έργο της σωτήριας δράσης του επισκόπου τους. Αυτός κατάφερε να τους στείλει όλους στη Σαντορίνη, όπου βρίσκονται ακόμη σε πολύ μεγάλους αριθμούς. Εκεί, πάνω σ’ αυτό το έρημο νησί, περιπλανώνται μέχρι τις άκρες των απόκρημνων γκρεμών του, χωρίς ελπίδα διαφυγής, κι αγριεμένοι σπρώχνουν τεράστιους βράχους να κυλήσουν στο νερό. Όποιος είναι αρκετά θαρραλέος και βρεθεί κοντά στην ακτή, ίσως ν’ ακούσει τις διαπεραστικές κραυγές και τ’ απόκοσμα ουρλιαχτά τους, φωνές που πάντα προμηνύουν μιά επερχόμενη καταιγίδα ή κάποια ακόμη χειρότερη φυσική καταστροφή»

Στα νεκροταφεία πολλών περιοχών της Ελλάδας, έχουν βρεθεί εκατοντάδες λείψανα καρφωμένα στο φέρετρο τους, για να μην μπορούν να βγουν από τον τάφο. Το 1960, ανακαλύφθηκε στη Μυτιλήνη ένας σκελετός, γερά στερεωμένος στο χώμα με ατσαλόπροκες πολύ μεγάλης διαμέτρου. Το 1990, κατά την διάρκεια αρχαιολογικών ανασκαφών στην Άνω Σκάλα Λέσβου, οι Καναδοί αρχαιολόγοι που ερευνούσαν ένα τουρκικό νεκροταφείο του 19ου αιώνα, ανακάλυψαν μέσα σε μιά πέτρινη κρύπτη το λείψανο ενός άγνωστου Μωαμεθανού, μάλλον μεσήλικα, ο οποίος θάφτηκε καρφωμένος στο λαιμό, στα χέρια, στη λεκάνη και στους αστραγάλους με μεγάλα καρφιά σαράντα εκατοστών. Πολύ παρόμοια ευρήματα υπάρχουν στη Ναύπακτο, στην Άρτα, στη Ζάκυνθο και στη Δράμα. Οι βρυκόλακες στοιχειώνουν τα όνειρα και τις νύχτες της χώρας, ταξιδιώτες μέσα στο χρόνο που μεταδίδουν τις νεκροζώντανες ιστορίες τους σαν επιδημία.

Ακόμη και ο Διονύσιος Σολωμός, αναφωνεί σ’ ένα ποίημα του:

«Με τρομάρα κοιτάει τους νεκρούς και τους φωνάζει ω κολασμένα αφήτε με τα χέρια όσα εδώσαμε φιλιά τόσα μαχαίρια και πέφτει ομπρός τους γονατιστός χάμου σας γνωρίζω, τί θέλετε; Είστε δικά μου του καθενός το πρόσωπο μου μοιάζει Αλλά πέστε μου τί θέλετε έτσι κοντά μου; Συγχωράτε και πάψτε πια – Αμέτε παραπέρα δεν είναι ακόμη Παρουσία Δευτέρα»

***

@ “Παράξενη Ελλάδα” / Παντελής Γιαννουλάκης: συγγραφέας ερευνητής κι εκδότης του παράξενου περιοδικού strange



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου