Γίνε και εσύ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ-ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ του kataggeilte.blog στείλε και εσύ το άρθρο σου,με την φωτογραφία η το βίντεο που θέλεις και δεστο στην ροή των άρθρων του .

Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Η εντυπωσιακή περιπέτεια ζωής του σπουδαίου «άγνωστου » Ελληνα φωτογράφου από την Μεσσηνία,Πάνου Ηλιόπουλου και οι Συγκλονιστικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες «ποιήματα»


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Ο Ηλιόπουλος γεννήθηκε σε ένα χωριό τής Μεσσηνίας το 1897 και πέθανε στην Κυπαρισσία το 1985. Έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς σε μικρή ηλικία και έζησε στερημένα παιδικά χρόνια. Το 1917 κατατάχτηκε στον στρατό και στη συνέχεια πολέμησε σε όλη τη διάρκεια τής Μικρασιατικής Εκστρατείας. Μετά την καταστροφή μετανάστευσε το 1923 λαθραία, μέσω τού Μεξικού, στις Ηνωμένες Πολιτείες.


Έκανε λογιών-λογιών δουλειές και παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα φωτογραφίας, ζωγραφικής και κινηματογράφου. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1930 και άνοιξε φωτογραφείο στα Φιλιατρά, όπου και έζησε την υπόλοιπη ζωή του. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και την αγιογραφία. Το 1947 άνοιξε και δεύτερο φωτογραφείο στην Κυπαρισσία. Το 1964 έκλεισε το φωτογραφείο, αλλά συνέχισε να ασχολείται σε προσωπικό επίπεδο με τη φωτογραφία.



Η φωτογραφική δουλειά τού Παναγιώτη Ηλιόπουλου περιλαμβάνει κυρίως πορτρέτα σε στούντιο, αλλά και πορτρέτα και σκηνές σε ανοιχτούς χώρους, καθώς και πολλές φωτογραφίες με επίκαιρα στιγμιότυπα τής εποχής που παρουσιάζουν σημαντικό ιστορικό ενδιαφέρον. Εκείνο όμως που τον καθιστά σημαντικό σαν φωτογράφο είναι η καλλιτεχνική ποιότητα τής δουλειάς του, η οποία ξεπερνάει κατά πολύ το επίπεδο ενός επαγγελματία φωτογράφου τής επαρχίας. Τα παιδιά τού Παναγιώτη Ηλιόπουλου δώρησαν τη συλλογή των αρνητικών και των φωτογραφιών του στο Φωτογραφικό Αρχείο τού Μουσείου Μπενάκη.












ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

Γεννήθηκα το 1897 ξημερώνοντας του Αγίου Βασιλείου

Όταν είχα φτάσει στην 3η τάξη πέθανε η Μάνα μου από πνευμονία. Έκλαιγα για πολύ καιρό.

Όταν έφυγε ο αδελφός μου Ηλίας στενοχωρήθηκα και έκλαιγα.

μετά τον θάνατο της Μάνας μου έβλεπα φοβερά ονείρατα και φώναζα στην αδελφή μου να ανοίξει το παράθυρο αλλιώς δεν σταματούσα τα κλάμματα (η αδελφή μου είχε αναλάβει τα καθήκοντα της Μάνας).

Έπαιξα ολίγο την φλογέρα και μετά κοιμήθηκα.

Αν δεν πεθάνει εκείνη την ώρα, θα γίνει καλά». Έτσι και έγινε. Το Σάββατο το βράδυ πέθανε όπως κουβέντιαζε . Έτσι έχασα και τον πατέρα μου.

Ο αδελφός μου Ηλίας πήγε στρατιώτης. Εγώ φύλαγα τα πρόβατα όπως και πρώτα. Η αδελφή μου παντρεύτηκε ύστερα από ένα χρόνο. Από εκεί και στο εξής, ήμουν ένα ρογιασμένο παιδί μέσα στο ίδιο μου το σπίτι («ρογιασμένα» θα πει παιδιά ορφανά που ήταν φτωχά και πήγαιναν σε αυτούς που είχαν ανάγκη για τσομπάνηδες ή και σε μαγαζιά ή και σε ό,τι άλλες δουλειές είχαν ανάγκη ίσα για να τρώνε και να ντύνονται, με ένα λόγο δούλοι).









Κάποτε είπα στον αδελφό μου να μου φέρει ένα ζευγάρι γουρουνοτσάρουχα και ένα παντελόνι. Ημουν ξυπόλυτος και το παντελόνι ήταν πάντα σκισμένο. Θα ήμουν τότε δεκαοκτώ χρονών.

Δεν μου έφερε τίποτα, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Θύμωσα και έκλαψα

Έβαλα λίγο γάλα να φάω και κάθησα και με τη δεύτερη κουταλιά αισθάνθηκα ένα δυνατό χτύπο στο κορμί μου . Ξαφνιάστηκα , το κουτάλι μου έπεσε πριν φτάσει στο στόμα μου. Έστριψα το κεφάλι μου και είδα τον αδελφό μου Σ. που έριχνε με ταχύτητα τις μαγκουριές έως ότου έσπασε η μαγκούρα επάνω μου. Δεν αντέδρασα καθόλου παρόλο που ήμουν 18 χρονών. Με άφησε και έφυγε. Σηκώθηκα κι εγώ. Δεν έφαγα παρά μόνον τις δυο κουταλιές γάλα πριν να με κτυπήσει. Έφυγα προς το δυτικό μέρος της Λούτσας που λέγεται «Φωλιά του σταυραϊτού» και προς βορράν αυτού είναι ο λόφος που στην κορυφή έχει χτιστεί το μικρό εκκλησάκι του Προφήτου Ηλία. Περνώντας το λόφο του σταυραϊτού κατέβηκα σε ένα βράχο. Εσκέφτηκα να πέσω κάτω αλλά φοβήθηκα μήπως δεν πεθάνω αμέσως και υποφέρω. Εκεί ξενύχτησα κλαίγοντας τη μοίρα μου και την ορφάνια μου. Προσευχόμουν στο Θεό να πάρει τη ζωή μου χωρίς να υποφέρω.

(Όποιους αγάπησα τους έχασα, την Μάνα μου, τον πατέρα μου και τον αδελφό μου Ηλία). Κι έτσι συνεχίστηκε η ζωή όπως ήταν πριν.









Τα φύλαξα τα πρόβατα μέχρι που πήγα στρατιώτης, τον Αύγουστο του 1917

αλλά τι να γράψω? Αφού είχα να γράψω από την ημέρα που έγινα βοσκός. Τέλος κάτι έγραψα και το έστειλα στον αδελφό μου Ηλία. Ύστερα από λίγες ημέρες έλαβα απάντηση που μου έγραφε: «Πήρα το γράμμα σου αλλά δεν ημπόρεσα να διαβάσω ούτε μια λέξη. Τι έπαθες παιδί μου, τα ξέχασες τα γράμματα εντελώς?» Έκλαψα και αναλογιζόμουν ποιος φταίει άραγε, εγώ ή ο κηδεμόνας μου? Από κείνη την ημέρα άρχισα να παίρνω εφημερίδα ή την έπαιρνα από άλλους και πήγαινα σε απομακρυσμένο μέρος μόνος μου και διάβαζα. Πέρασε πολύς καιρός μέχρι να ξαναμάθω τουλάχιστον να γράφω, όμως την ορθογραφία την έχασα εντελώς.

Μείναμε σε αυτό το μέρος μερικό καιρό ακόμη έως ότου ήρθε διαταγή να γίνει προέλαση. Η Μεραρχία μας κατέλαβε το Αξάρη, μια κωμόπολη όπου ήσαν και Έλληνες. Εκεί διανυκτερεύσαμε. Την άλλην ημέραν, είδα μερικούς στρατιώτες και φορούσαν δακτυλίδια, καδένες, ρολόγια και διάφορα άλλα αντικείμενα. Τους ρώτησα πού τα βρήκαν. Μου είπαν πως τα πλιατσικολόγησαν από Τούρκους. Εγώ δεν είχα θίξει κανέναν ούτε είχα υπ’ όψιν μου για τέτοια πράγματα. Και σαν να ζήλεψα και είπα μέσα μου «Αύριο κι εγώ θα κάνω πλιάτσικο». Την άλλην ημέραν φθάσαμε σε ένα χωργιό που ήταν αρκετά μεγάλο. Μπήκα σε ένα καφενείο, πλησίασα έναν Τούρκο, τον έψαξα, βρήκα ένα πορτοφόλι που είχε στην τσέπη του, το πήρα και του πήρα και μια ταμπακιέρα με καπνό. Τα πήρα κι έφυγα. Βγαίνοντας έξω από το χωργιό άρχισα να σκέφτομαι, ελέγχοντας τον εαυτό μου. Κάτι μου έλεγε μέσα μου «Γιατί το έκανες αυτό?». Κοντοστάθηκα για λίγο, μα κάτι με εμπόδιζε να προχωρήσω. Θα είχα απομακρυνθεί 300-500 μέτρα. Γύρισα πίσω με μια απροσδόκητη χαρά να τα δώσω πάλι. Όμως είπα μέσα μου «Θα τον εύρω εκεί άραγε»? Και πάλι άρχισα να στενοχωριέμαι μήπως δεν τον εύρω. Έφτασα στο καφενείο, μπήκα μέσα. Κοίταξα προς το μέρος που καθόταν και τον είδα με άλλους δυό. Επανήλθε η χαρά μου. Του έκανα νόημα και με πλησίασε. Έβγαλα το πορτοφόλι, το άνοιξα για να ειδεί τα χρήματά του ακέραια, του έδωσα και την ταμπακιέρα με τον καπνό χωρίς να κρατήσω ούτε ένα τσιγάρο και πήγα να φύγω. Με έπιασε και με κτυπούσε χαϊδευτικά στους ώμους μου και μου έδινε την ταμπακιέρα με τον καπνό. Δεν την έπαιρνα. Με έπιασε από το χέρι και μου έβαλε την ταμπακιέρα στην τσέπη μου. Είδα την επιμονή του και την πήρα και έφυγα με πολύ-πολύ χαρά και στον δρόμο διαλογιζόμουν με ευχαρίστηση που τα επέστρεψα και είπα μέσα μου πως ουδέποτε θα αφαιρέσω από οποιονδήποτε ούτε ένα τσιγάρο. Αυτό και έγινε μέχρι το τέλος της εκστρατείας αλλά και σε όλην μου την ζωήν. (Μόνον όταν πεινούσα και έβρισκα κάτι για τροφή το έπαιρνα).



















Ύστερα από καιρό με κάλεσε ο λοχαγός στο γραφείο και μου λέει: «Ελα δω βρε Ηλιόπουλε, πώς κάνεις τα στραβόξυλα να δουλεύουν ?». Του λέω «Κύριε Λοχαγέ, εσείς φταίτε και όλοι οι υπαξιωματικοί. Δεν τους μιλάτε ποτέ με καλωσύνη!»

Αφήνοντας και εγώ την πατρίδα, έφυγα γιά το Μεξικό στις 7 Αυγούστου του 1923.

Φύγαμε από τον Πειραιά το μεσημέρι και φθάσαμε στον Ισθμό της Κορίνθου όπου μας πέρασε το επιτετραμένο πλοιάριο στην άλλη όχθη (πλευρά) του Ισθμού και όταν περνούσαμε κοντά στην πόλη της Κορίνθου όπου είχα υπηρετήσει δύο χρόνια ως στρατιώτης, πήγα σε μιάν άκρη του πλοίου και συλλογιζόμουν: «Πού πηγαίνω χωρίς χρήματα? Άραγε, πού να με οδηγεί η μοίρα μου? Γιατί εφέρθηκε τόσο σκληρά ο αδελφός μου?» Θόλωσαν τα μάτια μου κι έτρεχαν πικρά δάκρυα στο πρόσωπό μου. Κάθησα εκεί έως ότου απομακρυνθήκαμε από την Κόρινθο και σκοτείνιασε. Τα δάκρυα στέγνωσαν χωρίς να τα παστρέψω.

Στην Μασσαλία μας παρέλαβαν άνθρωποι του πρακτορείου της εταιρείας οι οποίοι μας οδήγησαν σε ένα ξενοδοχείο εκεί κοντά στο λιμάνι (βρωμιά και δυσωδία) και εκεί κατάλαβα πως όλα τα λιμάνια έτσι είναι. Εκεί συναντήσαμε και άλλους Έλληνες που είχαν εισέλθει λαθραία στην Αμερική, μέσω Κούβας, και τους είχαν συλλάβει και τους γύρισαν πίσω στην Ελλάδα. Μας έλεγαν την περιπέτειά τους και τα είχαν βάλει με τους πράκτορες της Ελλάδας που έπαιρναν τον κόσμο στον λαιμό τους γιά να κερδίσουν χρήματα, αδιαφορώντας για την δυστυχία τόσων ανθρώπων. Ακουσα αυτά που μας έλεγαν και έγραψα στον αδελφό μου να μην δώσει τα υπόλοιπα χρήματα στον πράκτορα (επήρα και την γνώμη του Αλέξη γι αυτό). Εγώ, όμως, όταν πέρασα στην Αμερική, έστειλα τα χρήματα στον αδελφό μου να τα δώσει αλλά εκείνος δεν τα έδωσε.

Επιβιβάστηκαν μερικοί Πορτογάλλοι και όταν έφυγε το καράβι , άνδρες και γυναίκες άρχισαν τον χορό στο κατάστρωμα. Στεκόμουν μόνος μου σε μιάν άκρη και τους χαιρόμουν. «Τι όμορφη που είναι η χαρά», έλεγα μέσα μου. Κοιτούσα το πέλαγος και έκλαψα.

Επενέβη ο πρώτος που του είχα διηγηθεί την ιστορία και τους τα είπε όλα. Μου έκαναν πάντα παρέα κι αυτό ήταν καλό για μένα γιατί με την συζήτηση έφευγε , έστω και για λίγο, η μελαγχολία.

Έμεινα μόνος στο κατάστρωμα με σύντροφό μου την απόγνωση.

Ήταν τόσο θερμό το ενδιαφέρον αυτού του ανθρώπου που δεν θα φύγει από το μυαλό μου σε όλη μου την ζωή. Παρόλο που ήμουν 26 χρονών, δεν είχα μεγάλα γένεια. Είχα μόνο ένα αραιό κατσιόμαλλο, βαθουλωμένο πρόσωπο και μάτια γεμάτα θλίψη και κατάπτωση.

Ήρθε , και με απλωμένα τα δυο του χέρια μου έδωσε να καταλάβω ότι με ρωτούσε αν τον χρειάζομαι άλλο. «Όχι», του λέω και εγώ με απλωμένα τα χέρια μου. Τότε μου πρότεινε το χέρι του και με ένα θερμό σφίξιμο του χεριού του με χαιρέτισε και έφυγε. Βούρκωσαν τα μάτια μου και έκλαψα που βρέθηκε ένας τόσο πιστός και με τόση καλωσύνη άνθρωπος, ένας Μεξικάνος κιόλας, ενώ ένας συγχωριανός μου με είχε εγκαταλείψει τρεις φορές στην διάρκεια του ταξειδιού από την Ελλάδα στο Μεξικό. Και σκεπτόμενος πως δεν θα μπορούσα ποτέ να προσφέρω και εγώ κάτι για τον άνθρωπο αυτόν, του ευχήθηκα, χωρίς φωνή, να είναι ευλογημένος και ό,τι ήταν αδύνατο να κάνω εγώ γιά εκείνον να το κάνει ο Θεός.

Όταν ήρθε η σειρά μου να ανέβω και εγώ, ο υπάλληλος του τραίνου έκλεισε απότομα την πόρτα του βαγονιού. Πίσω από μένα ήσαν και άλλοι επιβάτες. Για μια στιγμή τάχασα, γιά ένα δευτερόλεπτο, αλλά αμέσως συνήλθα και γύρισα δήθεν να αγοράσω ένα περιοδικό από κάποιον που πουλούσε . Αγόρασα ένα περιοδικό με το ένα χέρι και με το άλλο του έδωσα το δολλάριο. Αυτός μου έδωσε ρέστα 50 σεντς. Αυτό το έκανα για να μου δωθεί χρόνος να δω από πού θα μπουν οι άλλοι που έρχονταν πίσω από εμένα. Τότε είδα ότι έμπαιναν στο επόμενο βαγόνι και κατάλαβα ότι η πόρτα έκλεισε γιατί είχαν συμπληρωθεί οι θέσεις στο προηγούμενο βαγόνι. Πού να ξεύρω εγώ από αυτά τα πράγματα? Στην Ελλάδα, έσπρωχναν ο ένας τον άλλον, ανέβαιναν και πάνω από το βαγόνι, αδιαφορώντας για τον διπλανό τους. Είχα άγνοια περί της τάξεως αυτής. Αγνοούσα τα πάντα. Είχα κατέβει από το βουνό όπου ζούσα όπως με είχαν τάξει οι κηδεμόνες μου. Συντροφιά μου είχα τα πρόβατα, το σκυλί και την φλογέρα. Δεν είχα καμμιά επαφή με την κοινωνία, έστω του χωριού μου. Η υποχρέωση του στρατού με απομάκρυνε από το βουνό αλλά τα γράμματα τα είχα ξεχάσει, έστω τα λίγα που πρόλαβα να μάθω. Και μετά τα πέντε χρόνια στον στρατό, βρέθηκα λαθραίος στην Αμερική, χωρίς καμμιά μόρφωση. Επανέφερα τα γράμματα αλλά έχασα την ορθογραφία.

Έξη μήνες πριν, είχα διαβάσει σε μιαν ελληνική εφημερίδα μια αγγελία που έλεγε: «Όποιος θέλει να μάθει την φωτογραφική, ημπορεί να γράψει στη τάδε διεύθυνση της Σχολής

Τα υλικά τα πλήρωνα εγώ και επιδόθηκα με ζήλο να μάθω. Κάποια φορά στο τέλος της περιόδου μου είπε ο Διευθυντής να πάρω την κινηματογραφική μηχανή, μια ταινία φιλμ καθώς και τα τρίποδα και να τραβήξω την ταινία όπου ήθελα εγώ. Να την επεξεργαστώ και να του την παρουσιάσω έτοιμη. Αυτό και έγινε. Πήγα πρώτα στο άγαλμα του Λίνκολν, στο Μουσείο και σε άλλους δρόμους. Μετά πήγα στην Σχολή, την εμφάνισα, τύπωσα και ένα θετικό και την άλλην ημέραν την πήγα στο γραφείο. Την κοίταξε ο Διευθυντής, κάλεσε όλους τους μαθητές (θα ήμασταν μέχρι 30) και άρχισε να τους λέει: «Ο μαθητής αυτός δεν ομιλεί καλά την αγγλική γλώσσα και βέβαια, ούτε και καταλαβαίνει την θεωρία που σας κάνω. Κοιτάξτε την ταινία και δείτε αν έχει κάνει κανένας σας τέτοια επιτυχία!»

{Μετά την Κατοχή έγραψα στον έναν φίλο μου William Walt και μου απάντησε. Και είχαμε αλληλογραφία όταν του έγραψα πώς είχαμε περάσει στην Κατοχή. Τα γράμματα τα διάβαζε η Μάνα του και είχε συγκινηθεί. Μάζεψε ρούχα και χρήματα και μας έστειλε. Τότε είχε γεννηθεί η Ελισάβετ-Άννα και της έγραψα να μας στείλει το όνομα. Μας έστειλε το όνομά της, «Άννα», και το όνομα της γυναίκας του γιου της «Ελισάβετ» και αυτά τα ονόματα φέρει η Ελισάβετ-Άννα.

Κατά τον Γενάρη του 1928, μετά τις Γιορτές, όλες οι εφημερίδες της Αμερικής έγραφαν με μεγάλα γράμματα ότι εφευρέθη ο «ομιλούν κινηματογράφος» και ύστερα από λίγες ημέρες λαβαίνω γράμμα από τον φίλο μου ότι ναυαγεί η επιχείρηση γιατί σβαίνει ο «βωβός κινηματογράφος» με την νέα εφεύρεση του ομιλούντος και χρειάζονταν πολλά χρήματα για την αγορά καινούργιων μηχανημάτων. Επειδή όμως δεν υπήρχαν χρήματα, ματαιώθηκαν όλα.

Μια ημέρα είχα μια φωτογραφία του αδελφού μου Ηλία επάνω στο τραπεζάκι του δωματίου μου. Πήρα ένα μολύβι και χαρτί και προσπαθούσα να κάνω το σχέδιο και το μισοκατάφερα. Αυτό μου έδωσε θάρρος και άρχισα, κάθε ημέρα, να κάνω σχέδιο. Όταν ερχόμουν από την δουλειά, εκεί κοντά ήταν το Μουσείο του Ντητρόιτ, και πήγαινα τακτικά και έβλεπα πολλά, καλά πράγματα. Και άρχισε ένας αόρατος ζήλος μέσα μου. Αν μπορούσα και εγώ να έκανα κάτι από όλα αυτά τα ωραία που έβλεπα! Πάλι ερχόταν μέσα μου η απογοήτευση για την προέλευσή μου, για τα 25 χρόνια που πέρασα στην ερημιά και στον στρατό, αγράμματος, αμόρφωτος, φτωχός, ξυπόλητος, ξεσκισμένος, περιφρονημένος. Τι αξίωση ήταν αυτή της σκέψης μου!

Παρόλα αυτά δεν με άφηνε αυτός ο ζήλος της τέχνης. Εκεί στο Ντητρόιτ, στον κεντρικό δρόμο περνούσα και έβλεπα σε μια βιτρίνα έναν ανάπηρο και από τα δυο του χέρια που ζωγράφιζε. Κρατούσε το πινέλο με τα δόντια του και πίσω στον σβέρκο του είχε μια χαρακιά βαθουλή από την πίεση, καθώς ζόριζε το πινέλο. Μου έκανε εντύπωση και άρχισα πάλι να θαρρεύω και να έρχεται ο ζήλος μέσα μου για την τέχνη. Μια ημέρα μπήκα μέσα στο κατάστημα όπου ζωγράφιζε ο ανάπηρος και αγόρασα μερικά είδη ζωγραφικής και άρχισα να αντιγράφω φωτογραφίες με το μολύβι και κατάλαβα πως το σώμα κανονίζεται με την διάσταση της κεφαλής σε σχέση με το σώμα. Αυτό κατάλαβα από ένα σκίτσο που έκανα από μια φωτογραφία που σχεδίαζα. Άρχισα με ζήλο να εργάζομαι με το μολύβι και να κάνω σχέδια.

μας είχαμε και έναν Σέρβο με χαρακτηριστικά έντονα και με άσπρο σχεδόν το μουστάκι του. Αφού είχαμε τελειώσει την εργασία του λέω: «Κοίταξε προς τα εκεί». Και με μια κιμωλία έκανα το σκίτσα του επάνω στο αυτοκίνητο που δουλεύαμε εκείνη την ώρα. Μαζεύτηκαν όλοι οι εργάτες και κοιτούσαν και θαύμαζαν την επιτυχία και αυτό μου έδωσε θάρρος. Πήγα να το σβήσω γιατί πλησίαζε η εργασία στον έλεγχο. Όμως με εμπόδισαν οι εργάτες. Ήθελαν να το δει και ο ελεγκτής. Μόλις το είδε αποτάθηκε στον Σέρβο και του λέει: «Ποιος σε έφτιαξε? Ο Σέρβος έδειξε εμένα. Ο «Greek», του λέει. «Τι κάθεσαι εδώ σε αυτήν την δουλειά?», μου λέει. Μετά πήραμε την άλλη σειρά της εργασίας και εγώ έφτιαξα το δικό μου σκίτσο. Πάλι μαζεύτηκαν οι εργάτες και κοιτούσαν. Μου λέει ένας: «Πώς το φτιάχνεις το δικό σου αφού δεν έχεις καθρέφτη?». Τους λέω «Κοιτάξτε. Βάζω την παλάμη μου στο κούτελό μου και την σέρνω προς τα κάτω, μέχρι το σαγόνι μου και μετά περνώ την κιμωλία και γράφω επάνω στο αυτοκίνητο το σκίτσο μου». Έγινε πάταγος. Εγώ γελούσα και άλλο έλεγαν: «God damn Greek, God damn Greek»! Το αφήνω και περνάει στον ελεγκτή. «Ποιος σε έφτιαξε», μου λέει. Του λένε οι εργάτες: «Μόνος του». Μου λέει ο ελεγκτής: «Φύγε από αυτήν την δουλειά εδώ». Εγώ γελούσα.

Ξαφνιάστηκα που είδα μια γυναίκα ολόγυμνη επάνω στην έδρα. Άρχισαν οι μαθητές να σχεδιάζουν και άρχισα και εγώ. Κάποια στιγμή έρχεται ο Δάσκαλος και μου ρωτάει πάλι αν είχα πάει σε άλλη Σχολή. «Όχι», του λέω. Με κτύπησε στην πλάτη και μου λέει: «Θα γίνεις καλός», και διόρθωσε ολίγον το σχέδιο και πάλι μου είπε: «Θα γίνεις καλός».

Ήταν κατά το τέλος Μαΐου που πήγα και κάθησα μέχρι τέλος Ιουνίου που έγιναν διακοπές

Στο Μουσείο πήγαινα κάθε Κυριακή που είχε δωρεάν είσοδο. Στην Αίθουσα Μουσικής πήγαινα και καθόμουν μόνος μου εκεί όπου ήσαν κενά καθίσματα και πολλές φορές με συγκινούσε τόσο η μουσική που έκλαιγα.

Όταν σχόλαγα από την δουλειά μου, πήγαινα στο δωμάτιό μου όπου ή θα διάβαζα την Αγία Γραφή ή θα έκανα σχέδια ζωγραφικής. Και αγαπούσα και την Αγία Γραφή και την ζωγραφική. Το μεγάλο καλό με αυτές τις απασχολήσεις ήταν ότι είχα πια συνηθίσει να είμαι πάντα μόνος. Σιχαινόμουν που έβλεπα τις ηθικές αθλιότητες στα πάρκα και ακόμα και στους δρόμους. {Δυστυχώς τώρα έχουν κατακλύσει όλο τον κόσμο}. Όμως κατάφερα να ζήσω μόνος ωσάν να ήμουν στο βουνό με τα πρόβατα και νοσταλγούσα πάντοτε τον καθαρό αέρα του βουνού και τις πλαγιές του.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου