απο Γιαγιά Αντιγόνη
Κάθισαν στο στρωμένο τραπέζι
αμίλητοι, μουδιασμένοι.
Ετσι ξαφνικά είχε μπει στη ζωή τους αυτή η γυναίκα
δίχως να ξέρουν τίποτα για αυτή.
- Δεν μου λες κόρη μου άρχισε την έρευνα
η Χρυσώ, στην Αθήνα που μένεις;
-Στην Πλατεία Αμερικής,
απάντησε μονολεκτικά η Πίτσα .
- Μόνη; συνέχισε η γιαγιά .
- Με τον μπάρμπα της πριν συχωρεθεί
πετάχτηκε ο Σώζος
υποψιασμένος για την ανάκριση.
- Μάνα, πατέρα, δεν έχεις;
- Μόνο μάνα ο πατέρας μου δεν ξέρω ποιος είναι
απάντησε φέρνοντας το κουταλάκι με τον χαλβά
στα κατακόκκινα χείλη της.
Ένοιωθα την ένταση.
Όμως η φιλοξενούμενη δεν είχε σκοπό
να της πάρουν τον αέρα.
Παράξενο αλλά είχα άρχισει να την συμπαθώ.
Μέχρι τώρα δεν είχα συναντήσει γυναίκα
με τόση τόλμη να μην τη νοιάζει
η γνώμη των άλλων .
- Αλήθεια που είσαι γεννημένη; Συνέχισε ο Σωτήρης .
- Στην Αθήνα αλλά δεν έμεινα μόνιμα εκεί.
Γυρίζαμε σε όλα τα χώρια και τις πόλεις της Ελλάδας.
Η μάνα μου με είχε μαζί της στα μπουλούκια .
- Στα ποια μπουλούκια τι είναι αυτά;
-Θίασος πως το λέτε ,θέατρο.
- Θεατρίνα ήταν η μάνα σου;
έσυρε τη φωνή η Μαρουσώ που έβγαινε δεν έβγαινε .
-Εκεί όλοι τα κάνουν όλα. Καθαρίζουν,
στήνουν τα σκηνικά, μαθαίνουν τα λόγια,
φροντίζουν τα κουστούμια,
προβάρουν τραγούδια, τα βήματα του χορού
ανάλογα την παράσταση.
- Και εσένα ποιος σε φρόντιζε;
ρώτησε γουρλώνοντας τα μάτια η Αλίκη .
-Όλοι! Μ ’αγαπούσαν όλοι σαν να ήμουν δικό τους παιδί.
Και σε γυρίσματα σε ταινίες έχω παίξει
καμιά δυο φορές σαν χρειάζονταν πιτσιρίκια .
- Καλά σχολείο δεν πήγες;
- Εγώ κορίτσι μου έμαθα τόσα πολλά που τα σχολεία
δεν πιάνουν μία και δεν είχα τις στρίγκλες
με το χάρακα να σου επιβάλουν τι πρέπει να μάθεις
σαν στρατιωτάκια όπως μου έλεγε ο Χαράλαμπος
που είχε φτάσει ως το Πανεπιστήμιο.
Από αυτόν καλή του ώρα εκεί που είναι έμαθα χωρίς
πρέπει τα πιο πολλά γιατί όπως μου έλεγε με το πρέπει
δεν μαθαίνεις να αγαπάς τη γνώση.
Όσα βιβλία έξω από τα σχολικά έχω διαβάσει
ούτε οι δάσκαλοι.
Άκουσα παραμύθια και νανουρίσματα
όσο κανένας σας.
Έχω πάρει αγάπη και αγκαλιές
που δεν ήταν ψεύτικες.
Και ένα παιδί τα ξεχωρίζει.
Με μάθανε να μη φοβάμαι ούτε τη ζωή
ούτε τους ανθρώπους,
μόνο που μου τώρα μου λείπουν πολύ.
Με κάποιους κρατάω ακόμα επαφές
και ο μπάρμπας μου που ήταν
στο Τζάνειο και συχωρέθηκε ήταν αυτός
που δεν τελείωσε ποτέ το Πανεπιστήμιο
αλλά όλοι τον φώναζαν σοφό
γιατί είχε γνώση, τόλμη και λόγο σπαθί.
Μου είχει γράψει σε ένα χαρτάκι…..
«Μη φοβηθείς κανένα αλλά και αν το πάθεις
μη το δείξεις.
Να μη σε νοιάζει η γνώμη κανενός.
Αν κάνεις αυτό που σου αρέσει τότε μόνο
είσαι ευτυχισμένη και αγαπάς όχι από χρέος
αλλά γιατί είσαι έτοιμη να δώσεις αληθινά
πράματα».
Κανείς δεν μου έχει επιβάλει τα πρέπει!
Ηταν το πρώτο μήνυμα να τους δώσει
να καταλάβουν πως αυτή
θα ήταν η νικήτρια.
Και θα έμπαινε στο σπίτι,
γυναίκα του γιου τους είτε
ήθελαν είτε όχι.
Από το... βιβλίο της γιαγιάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου