Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα των άρθρων -Τα δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν τους συγγραφείς.

Απριλίου 07, 2010

Η Αργυρένια (συνέχεια)...


απο Γιαγιά Αντιγόνη
 
Εφτασε η Αργυρένια με τα παιδιά της, στον Πειραιά,


ένα πρωινό του ’38.

Σε ξύλινα μπαούλα είχε την οικοσκευή της.

Καμηλό κουβέρτες. περκάλινα σεντόνια, παπλώματα

πορσελάνες και ότι πιο ακριβό της αγόραζε ο Θεοδόσης από

την Αγγλετέρα.

Γούνες από ταξίδια στην Αφρική και ότι χρυσαφικό της

είχε περάσει στο λαιμό.. στα δάχτυλα…





Πίσω είχε αφήσει την Ζωή της και τον Θεοδόση

να την προσέχει..





Εκεί κάτω στα Χανιά δεν γύρισε ποτέ, γιατί ένοιωσε

πως όλοι είχαν χαθεί μαζί με τον χαμό τους.

Τα παιδιά γαντζωμένα γύρο της.

Η ψιλή φιγούρα της ντυμένη στα μαύρα

και από το κεφαλόδεσμο, άφηναν να φανούν τα μακριά μαύρα

κατσαρά μαλλιά της.





Ο κουνιάδος, την πλησίασε. Τα παιδιά όρμησαν πάνω του.

Είχε φροντίσει για τα μπαούλα και τις δερμάτινες βαλίτσες

να μεταφερθούν με ξεσκέπαστο τρίκυκλο.

Φτάσαν στην Καλλιθέα, στο σπίτι του.

Πολυτέλεια και χλιδή. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά τους υποδέχτηκε

η γυναίκα του με την μακριά βελούδινη ρόμπα.

«Καλώς ορίσατε, σας έχουμε βρει σπίτι, εδώ κοντά» .

Αμέσως η Αργυρένια ένοιωσε την παγωμάρα.





Το σπίτι ήταν ένα υπόγειο με δυο κάμαρες μια κουζινούλα

με τρία κρεβάτια, μία ντουλάπα, ένα τραπέζι και μια γκαζιέρα στον

μαρμάρινο νεροχύτη ένα ψυγείο πάγου που ευτυχώς

τα είχε καθαρίσει η ψυχοκόρη της «βελούδινης ρόμπας».





Δυο παράθυρα που ακουμπούσαν στο πεζοδρόμιο…

Ως να νυχτώσει μαζί με τα αγόρια είχαν αδειάσει και τακτοποιήσει

το νοικοκυριό της.

Πίσω είχε ένα αυλιδάκι με γεράνια, στα παρτέρια. Η Μαίρη κρατούσε

την πορσελάνινη κούκλα και έκλεγε…

Ως να βραδιάσει σχεδόν όλα ήταν τακτοποιημένα.

Και στην ντουλάπα κρέμασε τα σακούλια με την λεβάντα….

Τα αγόρια κοιμήθηκαν στο έξω δωμάτιο και η μάνα με την Μαρία

στο διπλανό.


Την άλλη μέρα έφυγαν η Αργυρένια και ο Αντώνης μαζί με τον θείο

να πάνε στο εργοστάσιο αλλαντικών. Τους βόλεψε και τους δύο.

Ο Αντώνης δέθηκε με τον μπάρμπα του και μια και εκείνος

δεν είχε παιδιά , τον προώθησε να κάνει δική του δουλειά,

ανοίγοντας του ένα μαγαζί με γυαλικά στο κέντρο του Πειραιά.





Δυο χρόνια μετά η Ελλάδα ζούσε τις πιο σκληρές στιγμές της.

Τα αγόρια υπηρέτησαν στο λιμενικό μετά από προσπάθειες

του θείου.

Η Αργυρένια , χάρηκε αλλά άρχισε να υποπτεύεται τον κουνιάδο της

σαν ισχυρά εμπλεκόμενο.

Τα χρόνια της δυστυχίας δεν τους άγγιξαν.

Τι ειρωνεία στα εύκολα έζησε την απόλυτη δυστυχία

και τώρα που ο κόσμος έλειωνε αυτή, δεν γνώρισε προσωπικό

πόνο, παρά μόνο το κλάμα των άλλων, τον τρόμο και την

πείνα την δυστυχία και την συμφορά και η καρδούλα της

μάτωνε.

Το ΄42 παντρεύεται η Μαρία και μένει στο σπίτι του γαμπρού

στην Αγιά Σοφιά, συνοικία του Πειραιά.

Ένα χρόνο αργότερα αποκτά την πρώτη εγγόνα!

Ακολούθησαν άλλες δυο.





Χαρά και λύπη χέρι-χέρι….





Ο Γεράσιμος είχε προσχωρήσει στα «μιάσματα» κατά την άποψη

του Αντώνη.

Φυλακές Αβέρωφ, ξερονήσια, και η Αργυρένια να παρακαλά τον Αντώνη.

Τοίχος είχε σηκωθεί ανάμεσα στα αδέλφια που κράτησε χρόνια.

«Ελα χαιδεμένο μου βοήθησε το παιδί»

«Να μη κάνει τον ήρωα ως πότε θα υποχρεώνομαι;»





Χρόνια πάλευε παρακαλούσε, και ο Αντώνης της έκανε

το χατίρι για την αγκαλιά που του είχε δώσει.

Πέρασαν χρόνια και η Αργυρένια πάλευε με τον Γεράσιμο της.

Δεν πέρασε γιορτή, που να μην έβαζε το πιάτο του στο τραπέζι.

Ο Αντώνης της έγινε παράγων στην Πειραική κοινωνία.

Δεν ήθελε να λείψει τίποτα από την μάννα…

.

Όμως εκείνη τα βράδια δεν ήξερε

για ποιόν να πρωτοκλάψει ….





Γέρασε για να τους δει μονιασμένους.

Σαν έφυγε από την ζωή θυμάμαι τους θείους

να σπαράζουν …

Η Αργυρένια που αγαπήθηκε και αγάπησε

τα παλικάρια της …..





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου