Εμεναν στη Δραπετσώνα στο δρόμο πλάι στη γέφυρα που έφευγαν τα τρένα Πειραιά-Θεσσαλονίκη. Λίγο πιο πάνω οι Ρουμάνικες πολυκατοικίες. Στα αριστερά δίπλα στο λιμάνι η προσφυγιά της Δραπετσώνας. Πάλευαν με τη πείνα, τη νοσταλγία, τη προσδοκία του λίγου.. του ελάχιστου, ίσα να έχουνε φαί στην κατσαρόλα.
Ο Πότης ο λιμοκοντόρος, έμενε με τα γονικά του, την γυναίκα του και τις τρεις κόρες στο χαμηλό σπίτι ασβεστωμένο με ώχρα και κόκκινα βαμμένα παράθυρα. Αρεσε το χρώμα στην Καιτούλα.. Ηταν η προίκα της. Ο Πότης το σπίτι το απαίτησε, για να έχουν μια βοήθεια στο ξεκίνημα, ήταν και η κοιλιά της μικρής γκαστρωμένη.. έκοψε το σβέρκο του ο πατέρας της να τους βοηθήσει. Μοναχοπαίδι την είχε.
Με τα πεθερικά έμειναν πριν ο πατέρας της να βγάλει μιλιά. Στο σπίτι του γαμπρού έμειναν οι δικοί του. Ηρθαν τα προικιά στο σπίτι τα άπλωσαν να τα ράνουν τη μέρα που έστρωναν το κρεβάτι.
Η Καίτη έλιωνε σαν κοιτούσε τα μάτια του.
Ο ομορφότερος της γειτονιάς!
Την ζήλευαν οι συγγένισσες , οι ξαδέλφες, οι φιλενάδες….
Μόνο τα μάτια της μάνας της βουρκωμένα από ένα παράξενο προαίσθημα, κρατούσε το δίσκο προσπαθώντας να ισορροπήσει τα ποτήρια που κερνούσε με σουμάδα το κάλεσμα.
Οι κοπέλες έστρωσαν το νυφιάτικο κρεβάτι με τη στρώση την δαντελένια από τα χέρια της γιαγιάς. Έριξαν ένα μικρό αγόρι για το γούρι. Το πρώτο να είναι αρσενικό!
Το φθινόπωρο έρχεται στη ζωή η πρώτη…
Ακολούθησαν άλλες δυο..
Η πεθερά φαρμακωμένη..
-Εγώ μια γέννα έκανα και αυτή πετυχημένη!
Ο Πότης κάθε πρωί που έβγαινε από την αυλόπορτα, το ίδιο φροντισμένος με ατσαλάκωτο κουστούμι και καβουράκι στα πλούσια μαλλιά του.
Έμοιαζε να μην τον νοιάζει το αλισβερίσι, μάνας και νύφης..
Σ’ ένα δρόμο που έμοιαζε με αδιέξοδο ζωής, μόνο ο μόρτης, κυκλοφορούσε με το λουλούδι στο πέτο.
Η μάνα της Καίτης ησυχία δεν είχε.
-Τι δουλειά κάνει κορίτσι μου ο βλάμης; Ούτε το όνομα του ανάφερε ποτέ.
- Εχει γραφείο και κάνει μεταφορές πόσες φορές να σου το πω;
Η Γιωργία ποτέ δεν τον χώνεψε, ούτε τη μάνα του που κουμαντάριζε την κόρη της και τις εγγόνες. Και τούτο το αποκοτιασμένο, να υποδουλώνεται για τη χάρη της αγκαλιάς. Για αυτό την μεγάλωσε; Να έρθει τούτη η χοντρο-Μαρίτσα να έχει τον πρώτο λόγο. Να μη μπορούν οι γονιοί της να πάνε όποτε θέλουν. Ηταν βλέπεις παράξενες και οι ώρες του ντελικανή.
Ένα πρωινό την έστησε στη στάση του τραμ. Δεν είχε καλοξημερώσει και τυλιγμένη με το μαύρο σάλι χώθηκε μαζί του.
Κατέβηκε στο ηλεκτρικό σταθμό. Ξοπίσω η Γιωργία. Κάθισε στο διπλανό ξύλινο βαγόνι και σκυμμένη χάιδευε τις παλάμες να ζεσταθούν.
-Αν έχω σφάλει, Παναγιά Κανάλα μου, σχώρα με. . σταυροκοπήθηκε.
Κατέβηκαν στη Καλλιθέα.
Τράβηξε τον κεντρικό δρόμο και χώθηκε ξαφνικά στο μαγαζί που είχε κλαρωτές κουρτίνες. Πάνω η ταμπέλα έγραφε «Κομμώσεις Η Ελένη». Δυο ώρες μετά τραβήχτηκαν οι κουρτίνες που με το φως της μέρας φάνταζαν έντονα τα χρώμα του. Ειχε να κουρευτή από το γάμο τη βάφτιση της τρίτης μικρής. Από τον Αύγουστο του 53, τώρα γύρισε ο χρόνος και θα του γυρίσει η τύχη του Πότη.
-Καλημέρα κορίτσι μου μπορώ να κουρευτώ;
-Βεβαίως περάστε. Δεν έχουν έρθει και τα κορίτσια ακόμα, αλλά θα σας περοποιηθώ εγώ. Πρόσεξε την κοιλιά της. Ετοιμόγεννη έμοιαζε.
-Στο μήνα σου είσαι; Μεγαλοκοπέλα ήταν κοντά στα σαράντα, δεν μπορεί να ήταν η αιτία του ξεπορτίσματος!
Μπήκε η πρώτη κοπέλα.
-Τι έγινε κα Ελένη; Ηρθαν τα χαρτιά;
-Μπά τίποτα ακόμα. Πήγε ο Παναγιώτης στο τηλεγραφείο τίποτα. Λες να φταίει η μάνα του που δεν του στέλνει τα χαρτιά;
Γύρισε η Γιωργία σπίτι της κουρέλι. Ώστε αγαπητικός ο μάγκας!
Πληρωμένη μπριγιαντίνη και ατσαλάκωτο κοστούμι…
Από την λακ της κάθε Ελένης…
Τρεις μήνες αργότερα, η Γιωργία πήγε στην Ελένη…. Να κουρευτεί….
Η μωρομάνα είχε γεννήσει το σερνικό.
Η Ελένη άφαντη… Ο Παναγιώτης είχε φύγε από την ζωή της την ίδια μέρα που ερχόταν το δικό τους παιδί.
Η Γιωργία πήρε την μάνα της Ελένης και την κατέβασε στην γέφυρα που έφευγαν τα τρένα.. Την έβαλε στο σπίτι της κόρης της και της έδηξε τη νυφιάτικη φωτογραφία…
Μια βδομάδα μετά κουβαλούσαν τα μπαούλα με τα τσαμπασίρια τους έξω από το σπίτι. Ο Πότης πρόβαλε με το τρίκυκλο από την γωνία. Μάζεψε τα πράγματα και τη θιγμένη αξιοπρέπεια ..
Τα παιδιά με την Καίτη έλειπαν..
Κάποια Κυριακάτικα απογεύματα η Καίτη, στολιζόταν να πάει σινεμά…
Η μάνα της ήξερε πως ζήταγε την αγκαλιά του έστω και αν την χαρτζιλίκωνε…..
http://giagia-antigonh.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου