Γιαγια Αντιγονη
Μύρισε η κολόνια του. Σήμερα είναι γιορτή.
Γέλασε σαδιστικά στον καθρέφτη του.
Έσυρε από την ντουλάπα του το καλό κοστούμι. Αργές κινήσεις… νωχελικές.. σαν τη ζήση του μέσα στο μοναδικό δωμάτιο που του ανήκε στο κτίριο..
Εκεί που στοιβάζονται γερασμένα κορμιά. Ακριβοπληρωμένο.. δεν μοιάζει με τα άλλα..
Μόνο στη μοναξιά δεν διαφέρει.
Στοιβαγμένα γηρατειά σε λευκούς τοίχους.. φυλακή αφύλαχτη..
Η κατάληξη και το κλείσιμο μιας αυλαίας όταν οι θεατές αποσύρονται..
Στερέωσε τον κόμπο της γραβάτας, σαν θηλιά του φάνηκε.. λίγο ακόμα να την σφίξει να τελειώνει..
Εξω η λιακάδα ειρωνευόταν το μέσα του..
Τα φυτεμένα λουλούδια άνθιζαν στα παρτέρια της αυλής.. και αυτή η γαρυφαλλιά γεμάτη στα κόκκινα άνθη σαν εκείνα που κρεμούσε στολίζοντας το πέτο του.. τότε..
Παράξενος τύπος, κλειστός και απόμακρος επικοινωνούσε πάντα με ένα νεύμα αγέλαστο βυθισμένος στις σιωπές.
Αμέτοχος, βυθισμένος στα περασμένα, δεν ήθελε να γνωρίζει κανείς ποιος ήταν, από πού ήρθε και το γιατί που τον «κλείδωσε».
Στο κοινό σαλόνι δεν έπαιξε με κανέναν τάβλι, ούτε μια πρέφα.
Την εφημερίδα την έπαιρνε στο δωμάτιο του.. έτσι για να μαθαίνει τον έξω κόσμο και αυτό βαριεστημένα δίχως αναλύσεις, αμέτοχος για την ζωή που έτρεχε έξω από την σιδερένια πόρτα της αυλόπορτας.
Μοναδική του συντροφιά ο κατάκοιτος Αρίστος που δεν μπόραγε να μιλήσει.
Με το βλέμμα καρφωμένο στο ίδιο πάντα σημείο.
Ένα εγκεφαλικό του είχε στερήσει την επαφή..
Ο «αλλόκοτος» ήταν το όνομα του από τους συγκάτοικους του, έκανε παρέα μόνο με τον Αρίστο.
Ωρες στη δική του κάμαρα του μιλούσε.. ήξερε πως δεν τον άκουγε. Σαν έρχονταν τα παιδιά του έφευγε, για να επιστρέψει όταν έμενε μόνος.
Ενωνε την μοναξιά του με τον παράλυτο βουβό φίλο.
Σήμερα κατέβηκε στην αυλή και έκοψε ένα τριαντάφυλλο..
Στο σαλόνι άφησε στο τραπέζι γλυκά που είχε παραγγείλει στην Δέσποινα να του αγοράσει.. ήταν η μόνη καθαρίστρια που της χαμογελούσε.. την χαρτζιλίκωνε να έχει ένα σύμμαχο. Να του καθαρίζει τα ρούχα να τα στέλνει στο καθαριστήριο και να του αγοράζει τα αναγκαία..
Ανοιξε την πόρτα του φίλου του.
-Καλημέρα Αρίστο του ψιθύρισε αφήνοντας το άνθος στο κομοδίνο.
-Σήμερα είναι η γιορτή μου!
Κάθισε στην καρέκλα δίπλα του..
-Ετσι που λες αγαπητέ μου σήμερα πέρασαν όλες οι μακρινές γιορτάδες να μου θυμίσουν πως κάποτε έζησα.. συμμετείχα.. χαιρόμουν..
Εδώ που τα λέμε παραχόρτασα το οδοιπορικό μου.
Ενας καλοζωισμένος δανδής ήμουν.
Με οικογένεια,, τρία παιδιά και την Ελένη να υπομένει τ’ ανείπωτα.. να στηρίζει τα λάθη μου.. πάντα στις απουσίες μου παρούσα στο μεγάλωμα των παιδιών.. στις απιστίες μου επιεικής.. πονεμένη αλλά περήφανη.
Στα μεθύσια, στα ταξίδια, στις κραιπάλες συγκαταβατική..
Δεν ήταν τα φράγκα που έφερνα. Δεν ήταν η πολυτέλεια που πρόσφερα… ανάγκη δεν την είχε. Η μόνη που μ’αγάπησε Αρίστο.. Ολες οι άλλες ήταν απλά κοκότες που πλήρωνα να ανταλλάξω το μύθο του «άντρα». Τα παιδιά μου δεν τα χάιδεψα όσο ήθελαν.. τα ξεχνούσα παρατημένα από την πατρική αγκαλιά.
Δεν τα «γνώρισα» γαμώτο!
Δεν μ΄ένοιαζε, παρ’ εκτός του τομάρι μου!
Τόσο ασυνεπής και εγωιστής υπήρξα!
Μόνος μου έλυσα τους κάβους της προσέγγισης!
Εζησα για πάρτη μου! Ο κολόγερος!
Σαν πέθανε η Ελένη έσπασε ο κρίκος της συνοχής.
Σαν γέρασα και οι συνοδοιπόροι στις κραιπάλες, χάθηκαν ένας-ένας.. άδειασε και ο χώρος.. σώπασε το επιτηδευμένο χειροκρότημα της ωφέλειας τους από μένα.
Ενοιωσα ντροπή να γυρίσω πίσω.. να ζητήσω το αντίτιμο μιας κούφιας ανταλλαγής.. έχω χρέη και τα χρώστια είναι πολλά και απλήρωτα.. στα ογδόντα να ζητήσω συγνώμη;
Γιατί απ’όλα; Για τα πολλά; Για αυτά που δεν έχουν επιστροφή; Σκατά! Έφταιξα και πληρώνω. Μόνος μου το διάλεξα.. τούτο το κλείσιμο από ντροπή γιατί φίλε, η ζωή δεν συγχωρεί με ευκολία.
Και είναι δίκαιο..νομίζεις σαν γεράσεις εξιλεώνεσαι;
Εχω το δικαίωμα να πάρω ρέστα; ΧΑ!
Χθες το βράδυ έγραφα σ΄ένα χαρτί λίγες αράδες να τις δώσουν στα παιδιά μου σαν κλείσω τα μάτια μου. Είναι η δική μου αναλγησία και το δικό τους στέρημα αποτυπωμένα.. η «κοινή» μας πορεία.
Ακου…
Ποιους συγχωρεί η ζωή;
Τους τολμηρούς;
Τους ανήμπορους;
Τους θρασείς;
Τους φοβισμένους;
Τους αριβίστες;
Τους ολιγαρκείς;
Οσους ταξίδεψαν;
Οσους κάθονται στο μόλο άβουλοι;
Οσους είχαν «φωνή»;
Οσους κατάπιαν τις σιωπές τους;
Οσους έζησαν στο ψέμα;
Οσους είπαν σκληρές αλήθειες;
Οσους πάτησαν τους όρκους;
Οσους τους «πλήρωσαν»;
Οσους απαίτησαν;
Οσους έθαψαν τα μυστικά τους;
Να με βάλετε δίπλα στην Ελένη να έχω να της ζητάω συγνώμες..
Έσκυψε στο ρυτιδιασμένο πρόσωπο του τελευταίου φίλου…
Σαν να του φάνηκε ένα δάκρυ να γυαλίζει στην άκρη του ματιού..
Αρίστος με συχώρεσες; Αναρωτήθηκε..
Το επόμενο πρωί η καρδιά του τον είχε προδώσει στη καρέκλα.
Με το κοστούμι φορεμένο τον βρήκαν.. ακόμα ντυμένος ..έτοιμος για το ταξίδι..
Από το τετράδιο.. είναι μουντή η μέρα και το διάλεξα
πηγη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου