
Κάθε τέτοια εποχή το μπαλκονάκι μου αρχίζει να το λούζει ο ήλιος, από τις πρώτες πρωινές ώρες που θα ανατείλει μέχρι νωρίς το απόγευμα πριν δύσει. Μαζί του φυσικά λούζει και εμένα, διότι δεν έχω ομορφότερη συνήθεια από το να κάθομαι ακουμπισμένη στα κάγκελα, να χαζεύω τον δρόμο και τους περαστικούς και να νιώθω τις ακτίνες του ήλιου επάνω μου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά πάντα ένιωθα πως ο ήλιος μου δίνει επιπλέον ενέργεια. Λετε να έχω συλλέκτες ηλιακής ενέργειας επάνω μου και να μην το γνωρίζω? Όπως και να έχει, θεωρώ πως είμαι παιδί του ήλιου, γιατί πάντα με τις ηλιοφάνειες η καρδιά μου βγάζει φτερά.
Θα δυσκολευτώ πολύ να το αποχωριστώ το μπαλκονάκι μου και αυτό είναι κάτι που το γνωρίζω πλέον καλά και προσπαθώ να το αποδεχτώ μέσα μου. Θα μου λείψει η θέα του, τα ήσυχα καλοκαιρινά βράδια (με εξαίρεση εκείνα τα βράδια που όλα τα κανισάκια της γειτονιάς αφηνιάζουν ταυτόχρονα), οι ατέλειωτες ώρες στο τηλέφωνο πηγαινοερχόμενη στο μάρμαρο, οι φωνές και τα γέλια των παιδιών από την κοντινή παιδική χαρά και ένα σωρό άλλα. Κατά ένα περίεργο λόγο κουβαλάει ένα σωρό αναμνήσεις, ίσως περισσότερες και από το ίδιο το σπίτι.
Όμορφη ημέρα σήμερα και ακόμα μια φορά βρίσκομαι στο μπαλκόνι με τα χέρια μου ακουμπισμένα στα κάγκελα. Από την παιδική χαρά δεξιά μου διακρίνω τα παιδάκια που τρέχουν γύρω από τις κούνιες και παίζουν. Οι φωνές και τα γέλια τους μου αποσπούν την προσοχή και χάνομαι ακόμα μια φορά στις δικές μου αναμνήσεις.
Ξαφνικά μου μυρίζει γιασεμί από τον διάδρομό μας και ας μην έχει νυχτώσει. Αυτή η μυρωδιά...Το γιασεμί που κοσμούσε την σιδερένια πόρτα στο σπίτι του θείου και πλημμύριζε τα μικρά μας ρουθούνια κάθε φορά που βρισκόμασταν κοντά στο σπίτι μας. Εγω που πάντα ήμουν με ένα "γιατί" στο στόμα μου, κατά τις ομολογίες της μάνας μου, δεν άργησα να αναρωτηθώ για αυτό που μύριζα για πρώτη φορά και να ενημερωθώ από την μητέρα μου.
-Μαμά τι μυρίζει τόσο όμορφα? Από που έρχεται αυτή η μυρωδιά?
-Αυτό είναι γιασεμί παιδί μου. Τα βλέπεις τα μικρά άσπρα ανθάκια του στην πόρτα του θείου? Αυτό είναι το γιασεμί και μόνο το βράδυ μυρίζει τόσο έντονα και όμορφα.
Από εκείνη την στιγμή ανυπομονούσα πότε θα βραδιάσει για να βγω στο μπαλκόνι και να νιώσω στα ρουθούνια μου την μυρωδιά του. Αυτός ίσως και να ήταν ο πρώτος μου μεγάλος έρωτας, κάτι που με κάνει να διαπιστώνω σήμερα πως τελικά από μικρή είχα την τάση να ερωτεύομαι εύκολα. Οτιδήποτε ξυπνούσε τις αισθήσεις μου το ερωτευόμουν, γέμιζα μέσα μου έρωτα και ζωή και κυκλοφορούσα σαν μεθυσμένη.
Οι φωνές από την παιδική χαρά με επαναφέρουν από το άρωμα του γιασεμιού και με μεταμορφώνουν στην φιγούρα της μάνας μου. Νιώθω να βλέπω μέσα από τα μάτια της εμάς, την αδερφή μου και εμένα, που παίζουμε στην παιδική χαρά και εκείνη από μακριά, μητέρα κατάσκοπος, να μην μας αφήνει λεπτό από την βολή της. Γυρνάμε και χαιρετάμε και εκείνη μας χαμογελάει γνέφοντας το κεφάλι της. Από αυτό το μπαλκόνι τίποτα δεν της ξέφευγε, ακόμα και σήμερα.
Η παιδική χαρά της γειτονιάς μας. Πόσα παιχνίδια δεν κάναμε σε αυτή την παιδική χαρά. Αλλά και πόσα χτυπήματα στα χαλίκια και στο τσιμέντο της. Γιατί τότε είχε χαλίκια και όχι ειδικό δάπεδο, όπως έχει τώρα, για να μην χτυπάμε. Και εκείνο το οξυζενέ που τσούζει με στοίχειωνε σε κάθε μου χτύπημα. Προσπαθούσα να μην χτυπάω για να το γλιτώσω γιατί κάθε φορά που χτύπαγαν τα άλλα παιδιά έτρεχα και εγώ να δω από κοντά τις πρώτες βοήθειες. Τι το θελα? Η έκφρασή τους και τα κλάματα όταν έπεφτε το οξυζενέ στην πληγή με είχε στοιχειώσει. Ώσπου δεν το γλίτωσα και το γεύτηκα και εγώ με την σειρά μου.
Αυτή η παιδική χαρά μπορεί να αποτελούνταν μόνο από τις κούνιες, το γύρω γύρω όλοι, δυο τραμπάλες και μερικά μονόζυγα, αλλά είχαμε τον τρόπο μας να παίζουμε και ένα σωρό άλλα παιχνίδια στον χώρο της. Από αγαλματάκια ακούνητα, τα μήλα, κυνηγητό μέχρι και μακριά γαϊδούρα και αμπάριζα. Και σε αυτά τα μονόζυγα και δίζυγα είχα μάθει να γίνομαι πραγματικός αίλουρος και ακροβάτης. Ώσπου η μάνα μου μια μέρα με αντιλήφθηκε ότι κρεμόμουν σαν το πιθηκάκι και ακροβατούσα και με κατσάδιασε να μην ξαναπάω για να μην πέσω και σπάσω ότι έχω και δεν έχω. Φυσικά δεν τολμούσα να παρακούσω γιατί αυτό το κατσάδιασμα ήταν το χειρότερό μου.
Κάθε φορά λοιπόν ανακαλύπταμε και ένα παιχνίδι και ναι ήμασταν πάρα πολλά παιδιά και αυτό έκανε τα παιχνίδια ακόμα πιο απολαυστικά. Εγώ μαζί με τα δύο ξαδερφάκια μου ανήκαμε στους βενιαμίν της γειτονοπαρέας καθώς όλα τα άλλα παιδιά ήταν αρκετά μεγαλύτερα από εμάς. Βέβαια, δεν μας κάνανε πέρα και μας παίζανε διότι κάθε ένας μας είχε και το μεγαλύτερο αδέρφι από κοντά για να μας προσέχει. Φυσικά αυτό τους προκαλούσε δυσαρέσκεια και με την πρώτη ευκαιρία προσπαθούσαν να μας ξεφορτωθούν αλλά δύσκολα το καταφέρνανε αυτό διότι ξέρανε πως αν πάθουμε κάτι θα έχουν και την ευθύνη και το ανάλογο κατσάδιασμα. Ναι οι γειτονιές τότε ήταν γεμάτες από παιδιά που τρέχανε στους δρόμους και τις αλάνες, γιατί τότε τα περισσότερα οικόπεδα ήταν αλάνες. Οι δικές μας αλάνες που τις κάναμε ότι θέλαμε.
Οι αλάνες...Στρέφω το βλέμμα μου προς τις δύο πολυκατοικίες που υπάρχουν απέναντί της δικιάς μας. Οι δύο μεγάλες αλάνες που χάθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα όταν πουλήθηκαν τα οικόπεδα από τους ιδιοκτήτες τους. Στην δεξιά αλάνα έχασα το χρυσό μου σκουλαρίκι όταν σε τσακωμό με μια γειτονοπούλα μου το τράβηξε από το αυτί και χάθηκε ως δια μαγείας. Ένα ακόμα κατσάδιασμα που δεν θα ξεχάσω. Στην αριστερή είχαμε κάνει την πρώτη μας κηδεία, όταν το γατάκι που προσπαθήσαμε να μεγαλώσουμε με λίγο γάλα βρέθηκε να μην αναπνέει. Όλα τα παιδιά κλαίγαμε και μαζευτήκαμε να το θάψουμε, εκεί στην γωνία του οικοπέδου βάζοντας από πάνω έναν ξύλινο σταυρό και ένα στεφανάκι από μαργαρίτες. Αξιοπρεπέστατη τελετή για το γατάκι.
Γιατί μαργαρίτες? Γιατί τότε τα οικόπεδα αυτά ήταν γεμάτα μαργαρίτες και παπαρούνες, και άλλα λουλούδια δεν είχαμε γνωρίσει. Μαδούσαμε τις μαργαρίτες απανωτά για να δούμε αν μας αγαπά ή δεν μας αγαπά ο κάποιος, και ας μην υπήρχε αυτός ο κάποιος ή τις μαζεύαμε για να μας τις περάσει η μάνα μας μέσα από κλωστή και βελόνα για να μας τις κάνει κολιέ και στεφανάκια. Αλλά ούτε και οι παπαρούνες γλίτωναν. Μαδούσαμε τα μπουμπούκια τους μαντεύοντας πρώτα τι χρώμα είναι το άνθος που κρύβει μέσα του. Το να έχουμε πετύχει το χρώμα ήταν η μεγαλύτερη έκπληξή μας. Όχι δεν ήταν πάντα κόκκινο, διότι δεν είχαν ακόμα πάρει το τελικό τους χρώμα, έτσι πότε ήταν άσπρο, πότε ρόζ, πότε μωβ και πότε κοκκινάκι.
Γιατί μαργαρίτες? Γιατί τότε τα οικόπεδα αυτά ήταν γεμάτα μαργαρίτες και παπαρούνες, και άλλα λουλούδια δεν είχαμε γνωρίσει. Μαδούσαμε τις μαργαρίτες απανωτά για να δούμε αν μας αγαπά ή δεν μας αγαπά ο κάποιος, και ας μην υπήρχε αυτός ο κάποιος ή τις μαζεύαμε για να μας τις περάσει η μάνα μας μέσα από κλωστή και βελόνα για να μας τις κάνει κολιέ και στεφανάκια. Αλλά ούτε και οι παπαρούνες γλίτωναν. Μαδούσαμε τα μπουμπούκια τους μαντεύοντας πρώτα τι χρώμα είναι το άνθος που κρύβει μέσα του. Το να έχουμε πετύχει το χρώμα ήταν η μεγαλύτερη έκπληξή μας. Όχι δεν ήταν πάντα κόκκινο, διότι δεν είχαν ακόμα πάρει το τελικό τους χρώμα, έτσι πότε ήταν άσπρο, πότε ρόζ, πότε μωβ και πότε κοκκινάκι.
Έπειτα, στην δεξιά αλάνα ήταν που αποφάσισε ο δήμος να αφήσει εκείνους τους μεγάλους τσιμεντένιους κυλίνδρους που θα χρησιμοποιούσε για τα έργα του στους δρόμους. Όπως ήταν αναμενόμενο για εμάς που δεν χάναμε ευκαιρία να σκαρφιστούμε νέα παιχνίδια, αρπάξαμε ότι κουρέλια είχαμε από τα σπίτια μας και μετατρέψαμε τους κυλίνδρους αυτούς σε σπιτάκια όπου καθόμασταν εκεί μέσα με τις ώρες και παίζαμε. Τους χαρήκαμε αρκετά μέχρι που ήρθαν μια μέρα και μας τους μάζεψαν.
Αυτή όμως δεν ήταν η πρώτη και μοναδική ευκαιρία που αρπάξαμε σε κάτι που έφερε και παράτησε ο δήμος στα πόδια μας. Η δεύτερη ήταν τότε που στο πάρκο δίπλα από τις κούνιες, το πάρκο που δεν είχε γίνει ακόμα πάρκο δηλαδή και ήταν απλά μια αλάνα με χώματα, ο δήμος ήρθε και παράτησε ένα παλιό βαγόνι που ήταν καμένο και διαλυμένο. Όλοι οι γονείς προειδοποίησαν να μην πλησιάζουμε εκεί όμως πώς να μείνουμε ήσυχα με τέτοιο δέλεαρ κοντά μας! Δεν αργήσαμε και το βαγόνι μετετράπη σε σταθμό πρώτων βοηθειών για τους τραυματίες από τον πόλεμο που δήθεν παίζαμε. Οι μεγαλύτερες κοπέλες, οι νταρντάνες όπως τις φώναζαν χωρίς να αντιλαμβανόμαστε εμείς τα μικρότερα, έπαιξαν επάξια τον ρόλο των νοσοκόμων που ξάπλωναν τους ασθενείς στα παλιά καθίσματα του βαγονιού για να τους προσφέρουν τις δήθεν πρώτες βοήθειες. Όλα αυτά στα δικά μου μάτια φάνταζαν σαν ταινία. Και πόσο περίεργο να σταματούν οι αναμνήσεις μου από αυτό το βαγόνι εκεί, στις λίγες αυτές εικόνες... υποθέτω αυτό το παιχνίδι δεν το πολυμοιράστηκαν με εμάς τα μικρότερα για αυτό δεν θυμάμαι και πολλές λεπτομέρειες.
Εκεί λοιπόν που βρισκόταν το βαγόνι το οποίο μας το πήραν και αυτό ξαφνικά μια μέρα, φτιάχτηκε το μελλοντικό πάρκο, με το γρασίδι, τα φυτά και τους διακοσμητικούς βράχους, τα δέντρα και τους φοίνικες και τις τριανταφυλλιές. Για να ξεκουράζονται οι περαστικοί στήσανε τα ομορφότερα και μεγαλύτερα παγκάκια που είχα δει ποτέ με εκείνη την μεγάλη τριγωνική ξύλινη σκεπή τους. Πόσες φορές καθίσαμε να συζητήσουμε εκεί όταν αφήναμε στην άκρη τα παιχνίδια! Και πόσες φορές μας μάλωσε η απέναντι γειτόνισσα, μια ασπρομάλλα γριά με τσιριχτή φωνή, που την ενοχλούσε η παρουσία μας και μας έκανε συνέχεια παρατηρήσεις. Φυσικά η σφραγίδα μας δεν άργησε να μπει και στα παγκάκια αυτά, όταν αρχίσαμε να τα σκαλίζουμε και να γράφουμε με μαρκαδόρους οτιδήποτε μας ερχόταν στο κεφάλι μας, από τα αρχικά μας, τους δήθεν έρωτές μας, μέχρι και στίχους από τραγούδια. Τότε ήταν που για πρώτη φορά διάβασα τους στίχους από το «I’ll be there for you- Bon Jovi» που είχε γράψει η ξαδέρφη μου με μαύρο μαρκαδόρο. Σαν περίεργη όπως ήμουν την ρώτησα τι λεει αυτό που έγραψε και δεν καταλάβαινα και όταν εκείνη μου εξήγησε μου άνοιξε ταυτόχρονα τον δρόμο για να το ερωτευτώ, ακόμα και αν δεν το είχα ακούσει ποτέ μου. Όταν δε το πρωτάκουσα μελλοντικά στο ράδιο μόνο που δεν είχα κλάψει όταν συνειδητοποίησα πως οι στίχοι που άκουγα ήταν εκείνος ο έρωτάς μου από το παγκάκι.
Τα παιχνίδια όμως δεν σταματούσαν εκεί. Συνεχίζονταν σε όλες τις γωνιές της γειτονιάς μας, με το βασικότερο παιχνίδι να εκτυλίσσεται στην γωνία απέναντι από το σπίτι μου. Το κεντρικό σημείο που χώριζε τρεις δρόμους και ένωνε τα παιδιά από τρεις διαφορετικές γειτονιές. Εκεί λοιπόν διαδραματιζόταν το μεγαλύτερο σε συμμετοχή παιχνίδι, το κρυφτό. Σε εκείνη την ξύλινη κολόνα της ΔΕΗ που μύριζε πίσσα και πετρέλαιο καθόταν κάθε φορά και ένας από εμας για να τα φυλάξει και όταν ξεκινούσε το μέτρημα οι υπόλοιποι άρχιζαν να τρέχουν προς τις τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις, πάντα μέσα στα όρια που είχαμε προκαθορίσει. Φυσικά οι κρυψώνες ήταν πολλές, πάρα πολλές και αυτό είχε και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και δυσκολία, το να έχεις μάτια προς όλες τις πιθανές διαδρομές.
Όχι δεν φοβόμασταν τους δρόμους και κυκλοφορούσαμε σε όλα τα γύρω τετράγωνα με άνεση, ίσως με τον μοναδικό μας φόβο να μην νυχτώσει και μας ψάχνουν. Διότι εκεί γύρω στις 9 το πολύ 10 το βράδυ έπρεπε να βρισκόμαστε κοντά στα σπίτια μας για να ακούσουμε τους γονείς μας να μας φωνάζουν από τα μπαλκόνια για να επιστρέψουμε σπίτια μας. Ήταν αστείο γιατί σχεδόν την ίδια ώρα όλοι οι γονείς ξεπρόβαλλαν στα μπαλκόνια τους για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Άλλοι φώναζαν, άλλοι σφύριζαν, άλλοι απλά έκαναν ένα νεύμα στο παιδί τους. Η δικιά μου μάνα ανήκε στην πρώτη κατηγορία, της φωνής. Έβγαινε στο μπαλκόνι και μας φώναζε με τα ονόματά μας. Φυσικά όσο μεγάλωνα αυτή η φωνή γινόταν ολοένα και πιο εκνευριστική διότι είχα φτάσει σε σημείο να είμαι ίσως από τα μοναδικά παιδιά που σε αυτή την ηλικία έπρεπε να γυρίσω νωρίς στο σπίτι ενώ όλα τα άλλα παρέμεναν. Όταν δε είχα αρχίσει να έχω τα πρώτα μου αθώα φλερτ αυτό μου δημιουργούσε μεγαλύτερη ντροπή και νεύρα. Τα παρακαλετά και ο διάλογος διαπραγμάτευσης από το δρόμο στο μπαλκόνι δεν άργησαν να έρθουν και κάθε φορά κατάφερνα να ξεκλέψω και λίγα λεπτά παραπάνω.
Έτσι περνούσαν τα χρόνια στις γειτονιές μας και όσο μεγαλώναμε τόσο το παιχνίδι έπαυε να υφίσταται και απλά καθόμασταν στο πάρκο ή τις πιλοτές και συζητούσαμε για ώρες ατελείωτες. Ώσπου σιγά σιγά οι παρέες αραίωσαν και διαλύθηκαν. Μαζί με τις παρέες χάθηκαν και οι αλάνες, χάθηκαν και τα παιχνίδια μας και όλα τα υπόλοιπα αλλά αυτό ποτέ δεν μας πείραξε γιατί μέσα μας νιώσαμε πως είχαμε πια μεγαλώσει. Γιατί αρχίσαμε να έχουμε άλλες παρέες, άλλη διασκέδαση πολύ μακριά από τα σπίτια μας και αυτό ήταν για εμάς κάτι το τελείως φυσιολογικό. Έτσι πίσω μας αφήσαμε μόνο αναμνήσεις να μας δένουν σαν παρέα.
Κοιτάζω γύρω μου ακόμα μια φορά. Τις πολυκατοικίες τριγύρω που γέμισαν όλες τις αλάνες που παίζαμε, την παιδική χαρά με το καινούργιο προστατευτικό δάπεδο, τα κάγκελα και την κατασκευή την τεράστια με τις τσουλήθρες και τις γέφυρες, το πάρκο χωρίς τα μεγάλα ξύλινα παγκάκια με την σκεπή, τις άδειες γειτονιές από παιδιά και παιχνίδια. Γυρνάω το βλέμμα μου εκεί στην γωνία του δρόμου και η κολόνα η ξύλινη έχει αντικατασταθεί από μια τσιμεντένια.. «χάθηκε και αυτή μαζί με το κρυφτό μας». Από την σιδερένια πόρτα του θείου το γιασεμί έπαψε να μυρίζει χρόνια τώρα, από τότε που η σιδερένια πόρτα δεν ξανάνοιξε.
Όσες αλλαγές και αν ήρθαν, όσα και αν χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου αυτό το μπαλκόνι πάντα θα μου τα θυμίζει με όλες τις λεπτομέρειες αναλλοίωτες. Διότι από αυτό εδώ το μπαλκόνι που κάποτε τίποτα δεν ξέφευγε στην μάνα μου, μπορώ να ρίχνω κλεφτές ματιές προς τις τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις, τις τρεις διαφορετικές γειτονιές, και με τα δικά μου μάτια πάντα θα μας βλέπω να τρέχουμε στους δρόμους που διασταυρώνονται και να παίζουμε τα παιχνίδια μας.
Θα δυσκολευτώ πολύ να αφήσω πίσω μου αυτό το μπαλκόνι, αυτή την γειτονιά αλλά ξέρω πως εκεί που θα πάω- τουλάχιστον όπως το έχω φανταστεί- τα δικά μου παιδιά θα έχουν ίσως την ευκαιρία να χτίσουν τις δικές τους αναμνήσεις από τους δρόμους και τις αλάνες. Γιατί κακά τα ψέματα, όπως έγιναν οι γειτονιές στην Αθήνα μας τα σημερινά παιδιά δεν μπορούν να παίξουν με τον ίδιο τρόπο που παίζαμε εμείς. Η ασφάλεια του σπιτιού είναι προτιμότερη από ότι οι σημερινοί δρόμοι και αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό όταν η ανευθυνότητα και η εγκληματικότητα είναι στα ύψη της.
Δεν μπορώ να πω πως όλη αυτή η αλλαγή δεν με πονάει. Όμως κάθε φορά που μυρίζει αναμνήσεις στο μπαλκόνι μου δεν χάνω την ευκαιρία να ζήσω ξανά για λίγο στο χθες. Τουλάχιστον να το απολαύσω όλο αυτό για όσο ακόμα θα υπάρχω σε αυτό το σπίτι που γνώρισα από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκα.
Σας φιλώ γλυκά!
Σας φιλώ γλυκά!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου