Η μέρα τούτη φαίνεται ζεστή ..από το ύψωμα δεν έβλεπα τη θάλασσα και τρόμαξα.
Ο αγέρας ακούνητος …πνοή.. χάθηκαν οι μυρωδιές από τη συκιά και τις φιστικιές.
Με το τελευταίο καράβι έφτασα να χαθώ στην
αγκαλιά σου.
Σήμερα πάλι θα έφευγα.
Το βράδυ στην πέτρινη αυλή που είχε ξανθό χρώμα καθισμένες και η γιαγιά για πρώτη φορά μου είπε να ανάψω τσιγάρο μπροστά της.
Πήραμε τις καρέκλες να μην ενοχλούμε και πήγαμε κάτω από την αμυγδαλιά …
-Να μην ενοχλούμε τον παππού μου είπες.
Στην αστροφεγγιά δεν μπορούσα να διακρίνω το μπλε των ματιών σου.
Μόνο τη ρόμπα σου.. και τη μυρωδιά σου.
Και εκείνα τα καυτά χέρια σου τα κάτασπρα που είχαν στιγματίσει οι καφέ κηλίδες. Σου είπα να λύσεις το κότσο.. και γέλασες.
Κοίταξες τον ουρανό και μου ‘πες : «Αύριο θα έχουμε άπνοια» .
Σαν την ανάσα μου… δυσκολευόμουν να εισπνεύσω.
Στο αλουμινένιο φλιτζάνι ο καφές είχε ακόμα τη θέρμη του. Ηξερε πως εκεί ήθελα να πίνω όσο καιρό ερχόμουν στο νησί. Το φλιτζάνι που είχε ο πατέρας μου στο στρατό!
-Κάθε ένα από τα εγγόνια μου έχει τα δικά του αχνάρια. Εσύ έχεις τη αμυγδαλιά και την κούπα.
-Εχω την μυρωδιά σου … γιατί σε έχω συνδυάσει με το γιασεμί. Την περασμένη εβδομάδα περάσαμε από την στοά που έπαιρνες την εσάνς για να φτιάχνεις κολόνιες! Όλα σου τα ρούχα στην κομόντα ευωδιάζουν λεβάντα.. και εσύ γιασεμί.
-Αυτή την τέχνη …γέλασες.. μου την είχε μάθει ένας γεράκος απέναντι από το σπίτι μας.
-Με αγαπάς; Σε ρώτησα στα ξαφνικά.
-Ελα τώρα πε μου τι φορτώνει την καρδιά σου. Πάντα με ρωτάς αν σ’ αγαπώ στη φουρτούνα!
-Καλύτερα από τη μάνα μου με ξέρεις. Παρατηρείς τα πάντα! Ηρθα κοντά σου να με ησυχάσεις. Πέρασε ένας μήνας και ακόμα να μιλήσω με την Μαρία. Από μια βλακεία ..ένα ψέμα .. ένα θυμό που έγιναν θύελλα . Οι κακίες ξεπηδάνε πιο εύκολα μου φαίνεται από τα καλά. Και έρχεται η ρήξη που δεν ενώνει ποτέ!
-Ακου μάτια μου… για να κουλαντρίσεις την ένωση εσύ θα κάνεις ένα βήμα. Μια δρασκελιά είναι η ένωση.. μια αργοπορία το χάσιμο. Αν σου πέσει ένα λουλούδι στο ρυάκι μια γαρδένια που εσύ αγαπάς πολύ και την αφήσεις από τα μάτια σου ..πάει την έχασες. Αν πάλι τρέξεις και μπεις στο νερό πάλι δική σου θα είναι. Αρκεί να μην περιμένεις να απομακρυνθεί! Μη γίνεσαι μικρόψυχη… ας σε πουν ακόμα και χαζή.. εγωισμοί δεν χωράνε μάτια μου στις σχέσεις των ανθρώπων.. είναι κουτό να αφήνεις μια πληγή να έχει πύον!
Της είχα διηγηθεί τον καυγά με την φίλη μου.. και την στεναχώρια μου.
Περίμενα να μου μιλήσει εκείνη που με έκανε να αλλάζω γνώμη με μια κουβέντα. Ημουν αποφασισμένη πια να κάνω το πρώτο βήμα. Από τότε και ως τα σήμερα κάνω την πρώτη προσέγγιση και ας μου βγει και σε κακό!
-Δες κάθε καλοκαίρι, συνέχισες.. με την αλλαγή του σπιτιού βάνω και τις συνήθειες του καθένα στη θέση τους σαν που είσαστε μικρά…. άλλαξες την κουβέντα! Εδώ στη μυγδάλα βάζω το μαξιλάρι που καθόσουν και τραγουδούσες με τις πιζάμες σου τα μεσημέρια … Εκεί στο άστεγο με τα κουνέλια και τους γάλους τα ψαρικά και τα αγκίστρια των αγοριώνε.. στη φραγκοσυκιά πάνω στις πέτρες την κουρελού των νυφάδων μου και της κόρης μου που κάπνιζαν τα Σαντέ και κάνω πως δεν καταλαβαίνω. Γελάκι από αυτά που λάτρεψα!
Πάντα διακριτική και αγαπησιάρα!
Σε λατρεύω όπου και να είσαι…
Σου μιλώ όταν έχω ανημποριές…
σαν κλείνει η ψυχή μου σαν το στρείδι..
giagia-antigonh
Ο αγέρας ακούνητος …πνοή.. χάθηκαν οι μυρωδιές από τη συκιά και τις φιστικιές.
Με το τελευταίο καράβι έφτασα να χαθώ στην
αγκαλιά σου.
Σήμερα πάλι θα έφευγα.
Το βράδυ στην πέτρινη αυλή που είχε ξανθό χρώμα καθισμένες και η γιαγιά για πρώτη φορά μου είπε να ανάψω τσιγάρο μπροστά της.
Πήραμε τις καρέκλες να μην ενοχλούμε και πήγαμε κάτω από την αμυγδαλιά …
-Να μην ενοχλούμε τον παππού μου είπες.
Στην αστροφεγγιά δεν μπορούσα να διακρίνω το μπλε των ματιών σου.
Μόνο τη ρόμπα σου.. και τη μυρωδιά σου.
Και εκείνα τα καυτά χέρια σου τα κάτασπρα που είχαν στιγματίσει οι καφέ κηλίδες. Σου είπα να λύσεις το κότσο.. και γέλασες.
Κοίταξες τον ουρανό και μου ‘πες : «Αύριο θα έχουμε άπνοια» .
Σαν την ανάσα μου… δυσκολευόμουν να εισπνεύσω.
Στο αλουμινένιο φλιτζάνι ο καφές είχε ακόμα τη θέρμη του. Ηξερε πως εκεί ήθελα να πίνω όσο καιρό ερχόμουν στο νησί. Το φλιτζάνι που είχε ο πατέρας μου στο στρατό!
-Κάθε ένα από τα εγγόνια μου έχει τα δικά του αχνάρια. Εσύ έχεις τη αμυγδαλιά και την κούπα.
-Εχω την μυρωδιά σου … γιατί σε έχω συνδυάσει με το γιασεμί. Την περασμένη εβδομάδα περάσαμε από την στοά που έπαιρνες την εσάνς για να φτιάχνεις κολόνιες! Όλα σου τα ρούχα στην κομόντα ευωδιάζουν λεβάντα.. και εσύ γιασεμί.
-Αυτή την τέχνη …γέλασες.. μου την είχε μάθει ένας γεράκος απέναντι από το σπίτι μας.
-Με αγαπάς; Σε ρώτησα στα ξαφνικά.
-Ελα τώρα πε μου τι φορτώνει την καρδιά σου. Πάντα με ρωτάς αν σ’ αγαπώ στη φουρτούνα!
-Καλύτερα από τη μάνα μου με ξέρεις. Παρατηρείς τα πάντα! Ηρθα κοντά σου να με ησυχάσεις. Πέρασε ένας μήνας και ακόμα να μιλήσω με την Μαρία. Από μια βλακεία ..ένα ψέμα .. ένα θυμό που έγιναν θύελλα . Οι κακίες ξεπηδάνε πιο εύκολα μου φαίνεται από τα καλά. Και έρχεται η ρήξη που δεν ενώνει ποτέ!
-Ακου μάτια μου… για να κουλαντρίσεις την ένωση εσύ θα κάνεις ένα βήμα. Μια δρασκελιά είναι η ένωση.. μια αργοπορία το χάσιμο. Αν σου πέσει ένα λουλούδι στο ρυάκι μια γαρδένια που εσύ αγαπάς πολύ και την αφήσεις από τα μάτια σου ..πάει την έχασες. Αν πάλι τρέξεις και μπεις στο νερό πάλι δική σου θα είναι. Αρκεί να μην περιμένεις να απομακρυνθεί! Μη γίνεσαι μικρόψυχη… ας σε πουν ακόμα και χαζή.. εγωισμοί δεν χωράνε μάτια μου στις σχέσεις των ανθρώπων.. είναι κουτό να αφήνεις μια πληγή να έχει πύον!
Της είχα διηγηθεί τον καυγά με την φίλη μου.. και την στεναχώρια μου.
Περίμενα να μου μιλήσει εκείνη που με έκανε να αλλάζω γνώμη με μια κουβέντα. Ημουν αποφασισμένη πια να κάνω το πρώτο βήμα. Από τότε και ως τα σήμερα κάνω την πρώτη προσέγγιση και ας μου βγει και σε κακό!
-Δες κάθε καλοκαίρι, συνέχισες.. με την αλλαγή του σπιτιού βάνω και τις συνήθειες του καθένα στη θέση τους σαν που είσαστε μικρά…. άλλαξες την κουβέντα! Εδώ στη μυγδάλα βάζω το μαξιλάρι που καθόσουν και τραγουδούσες με τις πιζάμες σου τα μεσημέρια … Εκεί στο άστεγο με τα κουνέλια και τους γάλους τα ψαρικά και τα αγκίστρια των αγοριώνε.. στη φραγκοσυκιά πάνω στις πέτρες την κουρελού των νυφάδων μου και της κόρης μου που κάπνιζαν τα Σαντέ και κάνω πως δεν καταλαβαίνω. Γελάκι από αυτά που λάτρεψα!
Πάντα διακριτική και αγαπησιάρα!
Σε λατρεύω όπου και να είσαι…
Σου μιλώ όταν έχω ανημποριές…
σαν κλείνει η ψυχή μου σαν το στρείδι..
giagia-antigonh
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου