Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα των άρθρων -Τα δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν τους συγγραφείς.

Ιουλίου 10, 2014

Κραυγή.. φυγή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Γιαγιά Αντιγόνη

Ετρεχε με όσο κουράγιο της είχε απομείνει. Ο καιρός φαινόταν ν΄ αγριεύει και τα σημάδια του είχε μάθει να τα διαβάζει... Φόβος κυριαρχούσε στο μέσα της. «Θα τα καταφέρω άραγε;» αναρωτιόταν. «Αν όντως υπάρχεις εκεί ψηλά και με βλέπεις βόηθα με! Μη με εγκαταλείψεις και εσύ Χριστέ μου!»
Η πλαγιά ήταν κακοτράχαλη. Τα βήματα της δεν πατούσαν σε χωμάτινο μονοπάτι. 

Τα ένοιωθε να πληγιάζουν μέσα από τις ξεχειλωμένες μπότες. Τρία ζευγάρια πλεχτές κάλτσες δεν ήταν άξιες να αντέξουν το κρύο και το χιόνι που ήταν σκορπισμένο σε τούφες τριγύρω της. Σε λίγο θα ερχόταν η Ανοιξη... μα στο βουνό ακόμα η γη δεν είχε προκάμει να πάρει ζέστα. Αργούσε να φτάσει εκεί πάνω. Ολα καθυστερημένα έρχονταν σαν να συνωμοτούσαν με τις συνθήκες διαβίωσης εκεί «πάνω».
Το φως έσβηνε πίσω από το βουνό και έπρεπε να βρει λημέρι να κρυφτεί. Το σκοτάδι και η βροχή που έρχονταν απειλητικά, έσκιαζαν και στένευαν τις ανάσες της. Ακούμπησε τα χέρια σε ένα γυμνό βράχο. Ψαχουλεύοντας το δεξί της χέρι, «έπιασε» το κενό! Χώθηκε αργά με το λιανό σώμα της, ίσα που χωρούσε στη σχισμή. Κούρνιασε πάνω στα νωπά χόρτα. Ακουγε μόνο τους χτύπους της καρδιάς της. Εριξε στη πλάτη της τη κουβέρτα που κουβαλούσε.
Καταλάγιασε το λαχάνιασμα...
Από το ταγάρι έβγαλε το ψωμί και έκοψε ένα κομμάτι, από το τυρί που κουβαλούσε και με τα ξυλιασμένα χέρια της δάγκωσε την πρώτη μπουκιά.. μασουλώντας αργά, ανάμεσα στο τρέμουλο και τη πείνα της.
Ηρέμησε...
Τα αστραπόβροντα έφεραν την καταιγίδα και άκουγε το νερό να κυλά με ορμή έξω από την τρύπα της.
Σαν μωρό στη μήτρα ένοιωσε ασφάλεια...
Εβγαλε το κομποσκοίνι και άρχισε τις προσευχές. Στη δεύτερη είχε αποκοιμηθεί σε στάση εμβρύου. Ενα κουβάρι ορθό και η υγρασία είχε φτάσει ως το δέρμα. Ενα δεκαοχτάχρονο κουβάρι, στις πύλες της κολάσεως.
Φτερωτά άλογα να ξερνάν φωτιά... δαίμονες να στήνουν χορό.. μυρωδιές καμένου ξύλου.. φωνές αποκρουστικές του Αδη.. και ο συνοδός έφτανε να την πλησιάζει, να της γελά σαρκαστικά και να της κράζει σαν χίλια κοράκια το «έλα» του θανάτου.
Πετάχτηκε ιδρωμένη.
«Ονειρο ήταν, Χριστέ μου,» αναλογίστηκε. Ο ίδιος εφιάλτης μήνες τώρα.
Ο μοναδικός άνθρωπος που γνώριζε την απόφαση της ήταν η αδελφή της η Ζαχαρούλα. Αντάμωναν συχνά. Μιλούσαν ώρες.. στα κρυφά. Κρεμόταν από τα χείλη της με χιλιάδες ερωτηματικά στο μυαλό που δεν αποφάσιζε να τα κάνει λέξεις. Οι ανατροπές την φόβιζαν και ακροβατούσε στο κενό..
Δεν γνώριζε άλλο, από αυτά που ζούσε ως τα τώρα. Ενοχές, φόβοι, αποφάσεις που έπρεπε να παρθούν, τη στοίχειωναν.
Ενα καλοκαίρι και ένας χειμώνας, μεσολάβησαν να βρει το κουράγιο για το μεγάλο πήδημα. Εχασκε ανάμεσα στο τώρα και το μετά, ένα διάστημα που έπρεπε να πηδήσει, σαν ακροβάτης στη σκηνή που ανέβαινε ανεκπαίδευτος, να ισορροπήσει την απόσταση.. να την καταμετρήσει, μη πέσει στο κενό.
Τρεις μέρες περπατούσε.
Ξημέρωσε. Είχε ανατείλει ο ήλιος νικητής! Αναθάρρεψε!
Στη στροφή είδε τα πρώτα σπίτια.
«Εφτασαν ως εδώ;» αναρωτήθηκε. Οι πόρτες κλειστές. Ηταν Κυριακή και ο κόσμος θα είχε πάει στην εκκλησία. Από ένστικτο έφτασε στο σπίτι του Θείου Απόστολου και της γυναίκας του της 

Κανέλας. Χτύπησε δειλά την πόρτα. Στο δικό της φοβόταν να πάει...
Στο έμπα της πόρτας φάνηκε η Κανέλα, στην αρχή σαστισμένη προσπάθησε να αναγνωρίσει το σκεπασμένο με τη μαντήλα πρόσωπο της.
-Παιδάκι μου! Έβαλε τις φωνές. Τρέχα Απόστολε η Αθανασία μας ήρτε!
Δυο ώρες μετά έξω από το πλυσταριό, πεταμένα τα ράσα, ένα κουβάρι. Η Αθανασία κοντά στο τζάκι, πλυμένη και ντυμένη με ζεστά ρούχα, έτρωγε το πρωινό, που της είχε ετοιμάσει η θεία της.
-Δεν μπορούσα να μείνω άλλο, θα με συχωρέσετε;
-Τι λες πουλί μου; Αν ο αδελφός μου και η μάνα σου δεν σε θέλουν, εδώ θα μείνεις! Εχω να τους μιλήσω από τότες που σε έταξαν στο μοναστήρι, γιατί είχαν πολλά στόματα να ζήσουν. Τον είπα να σε φέρει εδώ αλλά ντράπηκε τι θα πει ο κόσμος που είχα εφτά στόματα να θρέψω. Ηθελα να του μπουμπουνίσω την κεφάλα, αλλά σάματις και η μάνα σου καλύτερη ήταν; Ησουν φιλάσθενη, μας έλεγε και σε έταξε! 

Φτού να μη βλαστημήσω, μέρα που είναι! Και εκείνες Θέ μου σχώρα με γιατί κρατάνε τα μωρά; Έξι χρονώ κορτσάκι ανάθεμα με! Για δουλάκια σας μαζώνανε! Ο Χριστός άλλα είπε, Αθανασία μου, αυτά τα λόγια μόνο να πιστεύεις και παράτα τα ανθρώπινα που πολλές φορές, ξεπηδούνε από το συμφέρο! Ακους; Ακούγω να λες!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου