Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα των άρθρων -Τα δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν τους συγγραφείς.

Νοεμβρίου 29, 2014

Οταν εξοργίστηκε η μαύρη Αμερική

Οταν εξοργίστηκε η μαύρη ΑμερικήRelated Posts Plugin for WordPress, Blogger...
ΟΙ ΠΙΟ ΑΙΜΑΤΗΡΕΣ ΤΑΡΑΧΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΙΚΑΓΟ ΩΣ ΤΟ ΦΕΡΓΚΙΟΥΣΟΝ

Οι μαζικές διαδηλώσεις οργής που πυροδότησε η απόφαση του δικαστηρίου για τη δολοφονία του 18χρονου αφροαμερικανού στο Φέργκιουσον δεν διεκδικούν δάφνες πρωτοτυπίας, αν και θα περίμενε κανείς πως στα τέλη του 2014 οι ταραχές λόγω φυλετικών διακρίσεων θα είχαν βρει μια θέση στο χρονοντούλαπο της αμερικανικής ιστορίας. Μια ιστορία γεμάτη αιματοβαμμένες σελίδες, όταν παρόμοιες με αυτή του Φέργκιουσον αφορμές συνοδεύτηκαν από απίστευτες εκρήξεις βίας.

Όπως αναφέρει στο άρθρο του «Ο μύθος της μετα-φυλετικής Αμερικής» ο δημοσιογράφος του Newsweek Πένιελ Τζόζεφ, «για τους νέους σε ηλικία το Φέργκιουσον αποτελεί κάτι σαν μάθημα ιστορίας. Για τη γενιά που έχει ζήσει το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων της δεκαετίας του 1960 μέσα μόνο από τις ταινίες και τα βιβλία, το Φέργκιουσον αποτελεί παράθυρο στην πολύχρονη φυλετική κρίση της Αμερικής».

Είναι πράγματι έτσι. Η αστική εξέγερση του Φέργκιουσον, έχει ευρύτερες και βαθύτερες ρίζες, ιστορικές αλλά και σύγχρονες αφού η συνοικία αυτή καταρρίπτει τον μύθο της μετα-φυλετικής Αμερικής και των θετικών φυλετικών σχέσεων που ακολούθησαν την εκλογή του Ομπάμα στην προεδρία. Η εικόνα του Φέργκιουσον, με τα υψηλά ποσοστά φτώχειας, την γκετοποίηση, την αποτυχημένη δημόσια εκπαίδευση και την ανεργία, απεικονίζει ουσιαστικά το σύγχρονο πρόσωπο των φυλετικών διακρίσεων.

Το 1963 ο Κένεντι είχε υποστηρίξει ότι η φυλετική δικαιοσύνη αποτελεί «ηθικό ζήτημα» που οι Αμερικανοί πρέπει να αντιμετωπίσουν, εάν δεν θέλουν να παραλύσει η δημοκρατία τους. Τα λόγια του Κένεντι εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα, όπως και πριν από 50 χρόνια.



Η Tulsa Race Riot ή, για άλλους, το πογκρόμ της Τάλσα του 1921, επί χρόνια δεν αναφερόταν ούτε στα βιβλία της αμερικανικής Ιστορίας.Η θάλασσα της οργής στο Σικάγο (27 Ιουλίου – 3 Αυγούστου, 1919)
Το κυριακάτικο απόγευμα της 27ης Ιουλίου 1919 η απίστευτη απρέπεια του αφροαμερικανού εφήβου Γιουτζίν Ουίλιαμς να κολυμπήσει σε παραλία της νότιας ακτής του Σικάγου που (ανεπίσημα) προοριζόταν μόνο για λευκούς λουόμενους έδωσε την αφορμή για ένα πολυήμερο κύμα βίας. Έχοντας δεχτεί λιθοβολισμό από μια παρέα λευκών αγοριών, ο 17χρονος παραπάτησε και έπεσε στη θάλασσα με αποτέλεσμα να πνιγεί. Αμέσως η φήμη ότι λευκοί σκότωσαν ένα μαύρο αγόρι εξαπλώθηκε σαν τσουνάμι στην πόλη. Οι μαύροι αυτόπτες μάρτυρες ζητούσαν επιτακτικά τη σύλληψη του άνδρα που κατηγορούσαν για το θάνατο του Ουίλιαμς, η αστυνομία ωστόσο αρνήθηκε να το πράξει. Αντίθετα προχώρησε στη σύλληψη ενός μαύρου, γεγονός που προκάλεσε έκρηξη στις τάξεις των αφροαμερικανών.



Μαύροι έφηβοι τρέχουν να ξεφύγουν από τους λευκούς αστυνομικούς κατά τη διάρκεια ταραχών το 1962.

Η οργή των μαύρων, η οποία επί χρόνια σιγόκαιγε λόγω των διακρίσεων που υφίσταντο τόσο από την αστυνομία του Σικάγο όσο και από τις δημόσιες υπηρεσίες, ξεχείλισε. Όταν οι αναταραχές έλαβαν τέλος στις 3 Αυγούστου, 38 άνθρωποι (25 εκ των οποίων μαύροι) είχαν σκοτωθεί, περισσότεροι από 500 είχαν τραυματιστεί, 1.000 είχαν μείνει άστεγοι, ενώ οι υλικές ζημιές ανέρχονταν στις 250.000 δολάρια. Η απόφαση εκείνη του δικαστηρίου εξόργισε και τον Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος σε μια συναισθηματική του ομιλία δήλωσε ότι θα μπορούσε να είναι ο ίδιος στη θέση του Τρέβορ.

Η εξέγερση της Τάλσα (31 Μαΐου – 1 Ιουνίου, 1921)
Θεωρούμενη ως η χειρότερη σελίδα στην αμερικανική Ιστορία της ρατσιστικής βίας , η αιματηρή εξέγερση του 1921 στην Τάλσα συνεχίζει να στοιχειώνει τους κατοίκους της Οκλαχόμα, λευκούς ή μαύρους, ακόμη και σήμερα. Τόσο που για πολλά χρόνια η Tulsa Race Riot, όπως συνηθίζεται να αποκαλείται, είχε σκοπίμως «θαφτεί», ακόμη και στην ίδια την Αμερική όπου συνέβη: δεν αναφερόταν ούτε στα βιβλία της Ιστορίας.


Το καλοκαίρι του 1965 αποδείχθηκε ένα από τα θερμότερα στις σχέσεις μεταξύ μαύρων και λευκών του Λος Άντζελες. Το κύμα της μαύρης οργής εξαπλώθηκε από τη συνοικία Γουάτς σε πολλές αμερικανικές γειτονιές.
Όλα ξεκίνησαν όταν ένας μαύρος λούστρος, ο 19χρονος Ντικ Ρόουλαντ, παραπάτησε επάνω στην Σάρα Πέιτζ, τη λευκή χειρίστρια του ασανσέρ στο οποίο είχε τολμήσει να μπει (προορισμένο μόνο για λευκούς, παρότι το μοναδικό), με σκοπό να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα του κτιρίου (η μοναδική επίσης που επιτρεπόταν σε μαύρους). με αποτέλεσμα η 17χρονη να βάλει τις φωνές. Την επόμενη ημέρα η μεγαλύτερη εφημερίδα της χώρας έγραψε ψευδώς ότι προσπάθησε να τη βιάσει.



Οι Αμερικανοί συνηθίζουν να αποκαλούν το καλοκαίρι του 1919 «Κόκκινο καλοκαίρι» λόγω των αιματηρών αναταραχών -περίπου 25- που έλαβαν χώρα κατά μήκος των ΗΠΑ μετά το θάνατο του νεαρού αφροαμερικανού σε παραλία του Σικάγο.Για να καταλάβει ωστόσο κάποιος το σπιράλ των γεγονότων πρέπει να ανατρέξει λίγο στο παρελθόν. Πολιτεία των ΗΠΑ από το 1907, η Οκλαχόμα εκτός από απελευθερωμένους μαύρους, κατοικούνταν και από πολλούς έποικους, οι οποίοι πριν το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου ήταν ιδιοκτήτες σκλάβων. Στη νεοσύστατη πολιτεία ίσχυαν σκληροί ρατσιστικοί νόμοι, οι οποίοι ουσιαστικά επανέφεραν τους μαύρους στα επίπεδα της δουλείας, με αποκορύφωμα την απαγόρευση σε μαύρους να διαμένουν σε προάστια λευκών και το αντίστροφο. Αποκαλούμενη ως η «Μαύρη Γουόλ Στριτ», η Greenwood District της Τάλσα είχε εξελιχθεί στην πιο ευημερούσα μαύρη κοινότητα της Αμερικής, με αποτέλεσμα να αποτελεί κόκκινο πανί για τους ρατσιστές λευκούς. Ήδη από το 1910 έψαχναν τρόπο να την εξαφανίσουν, κάτι όμως εξαιρετικά δύσκολο
μιας και η οργάνωση των μαύρων ήταν παραδειγματική.



Θορυβημένος απ' την έκταση των επεισοδίων στο Ντιτρόιτ το 1967, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ έθεσε σε εφαρμογή στρατιωτικό νόμο.Το περιστατικό με τον λούστρο και το κορίτσι του ασανσέρ (κατά άλλες εκδοχές, τα δύο παιδιά είχαν ερωτική σχέση) ήταν η αφορμή που χρειάζονταν. Παρότι η Πέιτς αρνήθηκε κατηγορηματικά να υποβάλλει μήνυση, ξεκίνησε ένα απίστευτο ανθρωποκυνηγητό για τον εντοπισμό του Rowland, ο οποίος τελικά εν μέσω αισχρά ρατσιστικών δημοσιευμάτων συνελήφθη το επόμενο πρωί. Τα επεισόδια δεν άργησαν να ξεσπάσουν και αμέσως μετά τους πρώτους πυροβολισμούς κινητοποιήθηκε η Εθνοφρουρά, με πρόσχημα τη διατήρηση της τάξης ενώ έλαβαν δράση και έξι αεροσκάφη που μετέφεραν λευκούς που πυροβολούσαν από αέρος αλλά και βομβάρδιζαν τα σπίτια.

Τα ξημερώματα της 1ης Ιουνίου κι ενώ οι ανταλλαγές πυροβολισμών συνεχίζονται, μπαίνουν οι πρώτες φωτιές σε κτίρια του νότιου Greenwood. Το πρωί βρήκε την μαύρη κοινότητα του Greenwood εντελώς κατεστραμένη. Τουλάχιστον 1.200 σπίτια κάηκαν ολοσχερώς, ενώ πάνω από 10.000 μαύροι έμειναν άστεγοι. Ενώ οι λευκοί δεν ξεπέρασαν ποτέ τους 10, σύμφωνα με τις μετέπειτα επίσημες έρευνες, πάνω από 300 μαύροι δολοφονήθηκαν.


Οι θέσεις εργασίας στις πολεμικές βιομηχανίες του Ντιτρόιτ μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο πυροδοτούσαν συχνά εντάσεις μεταξύ λευκών και μαύρων στην πόλη. Ωστόσο η «εξέγερση της 12ης οδού», όπως έγινε γνωστή η εξέγερση του 1967, αιματοκύλησε την πόλη.
Για την ιστορία, η κράτηση του Ρόουλαντ διήρκεσε μια μόνο ημέρα. Την επομένη φυγαδεύτηκε εκτός πόλης, αφού δεν του αποδόθηκε καμία κατηγορία, ενώ δεν γύρισε ποτέ στην Τάλσα.

Οι ταραχές του Γουάτς (11-15 Αυγούστου 1965)
Το καλοκαίρι του 1965 αποδείχθηκε ένα από τα θερμότερα στις σχέσεις μεταξύ μαύρων και λευκών του Λος Άντζελες. Με τις φυλετικές διακρίσεις ήδη στο κόκκινο, ένα επεισόδιο ανάμεσα σε (λευκού) τροχονόμους και ένα (μαύρο) οδηγό που οδηγούσε σε κατάσταση μέθης εξελίχθηκε σε αυθόρμητες συγκρούσεις έξι ημερών. Ο μαύρος πληθυσμός του Λος Άντζελες ξεσηκώθηκε και οι αυξανόμενες ενισχύσεις των δυνάμεων της τάξης δεν κατόρθωσαν να ξαναπάρουν τον έλεγχο του δρόμου.



Το χρεοκοπημένο σήμερα Ντιτρόιτ έχει γίνει αρκετές φορές στο παρελθόν σκηνικό βίαιων επεισοδίων μεταξύ λευκών και μαύρων.

Την τρίτη ημέρα οι μαύροι πήραν όπλα λεηλατώντας τα γύρω οπλοπωλεία κι έτσι μπορούσαν να πυροβολούν ακόμα και τα ελικόπτερα της αστυνομίας. Χιλιάδες στρατιώτες και αστυνομικοί -η στρατιωτική δύναμη μιας μεραρχίας πεζικού με την υποστήριξη αρμάτων μάχης- χρειάστηκε τελικά να ριχτούν στη μάχη για να περιορίσουν την εξέγερση μέσα στη συνοικία Γουάτς (Watts) και τέλος να την ελέγξουν έπειτα από οδομαχίες πολλών ημερών. Οι εξεγερμένοι επιδόθηκαν στη γενικευμένη λεηλασία και τον εμπρησμό καταστημάτων. Επίσημος απολογισμός; 34 νεκροί, 1,032 τραυματίες, 3.438 συλλήψεις και υλικές ζημιές που ξεπέρασαν τα 40 εκατ. δολάρια.

Το Ντιτρόιτ καίγεται (δις) (Ιούνιος 1943, Ιούλιος 1967)

Κατά τη διάρκεια του μεγάλου και ζεστού καλοκαιριού του 1967 στη πόλη Ντιτρόιτ, ξέσπασε μια από τις πλέον θανατηφόρες και βίαιες εξεγέρσεις στην ιστορία των ΗΠΑ. Αφορμή η έφοδος της αστυνομίας σε παράνομο μπαρ όπου Αφροαμερικανοί βετεράνοι στρατιώτες γιόρταζαν την επιστροφή τους από τα μέτωπα του Βιετνάμ. Η αντίδραση ήταν οργισμένη και οι ταραχές που ακολούθησαν κράτησαν πέντε ημέρες και νύχτες αφήνοντας πίσω τους 43 νεκρούς και 1.189 τραυματίες, Οι συλλήψεις ξεπέρασαν τις 7.200 ενώ πάνω από 2.000 κτίρια καταστράφηκαν.



Η εξέγερση του 1967 γνωστή και ως η εξέγερση της 12ης οδού, έμεινε στην Ιστορία όχι μόνο για τον παραπάνω απολογισμό αλλά και για το σύνολο των δυνάμεων που τέθηκαν σε συναγερμό ώστε να κατασταλούν οι ταραχές. Ο τότε κυβερνήτης της πολιτείας Τζορτζ Ρόμνει έστειλε στους δρόμους την τοπική εθνοφρουρά. Λίγο αργότερα ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον, θορυβημένος απ' την έκταση των επεισοδίων, έστειλε 8.000 πεζοναύτες στο Μίσιγκαν, κάνοντας χρήση του νόμου του 1807 «κατά των εξεγέρσεων», που εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο να επεμβαίνει στρατιωτικά σ΄ οποιαδήποτε πολιτεία έχει εκδηλωθεί εξέγερση κατά της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.


Οι έντεκα κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και η ρήξη νεφρού του Ρόντνεϊ Κινγκ δεν συγκίνησαν το δικαστήριο, το οποίο αθώωσε τους αστυνομικούς. Εξόργισαν ωστόσο τη μαύρη κοινότητα.

Πολύ πριν ακόμη η ηρεμία επανέλθει στην πόλη, ιστορίες επιθέσεων, ξυλοδαρμών και δολοφονιών είδαν το φως της δημοσιότητας. Μεταξύ αυτών η αποκάλυψη του δημοσιογράφου Τζον Χέρσει, ότι η αστυνομία του Ντιτρόιτ δολοφόνησε τρεις νεαρούς μαύρους σε ένα μοτέλ του Ντιτρόιτ κατά την διάρκεια της εξέγερσης.

Εικοσιτέσσερα χρόνια νωρίτερα, τον Ιούνιο του 1943, το Ντιτρόιτ είχε γίνει και πάλι στο σκηνικό βίαιων επεισοδίων μεταξύ λευκών και μαύρων. Τότε 25 αφροαμερικανοί είχαν χάσει τη ζωή τους,17 από τους οποίους από πυρά λευκών αστυνομικών. Οι αμερικανικές αρχές, που όλα τα αποτιμούν σε χρήμα, είχαν υπολογίσει τότε τις ζημιές στα δύο εκατομμύρια δολάρια.



Ο Ρόντνεϊ Κινγκ (φωτογραφία) έγινε σύμβολο της αστυνομικής βίας κατά μαύρων των αμερικανών. Βρέθηκε το 2012 νεκρός στην πισίνα του σπιτιού του.

Υπόθεση Ρόντνεϊ Κινγκ (29 Απριλίου – 4 Μαϊου 1992)
Κυριακή, 3 Μαρτίου 1991. Ο Ρόντνεϊ Κινγκ, μαζί με τον φίλο του Μπράιαντ Άλεν, οδηγούν το αυτοκίνητό τους όταν ένα περιπολικό της αστυνομίας τους κάνει σήμα να σταματήσουν. Ο Κινγκ τους αγνοεί και ξεκινάει ένα ανθρωποκυνηγητό στους δρόμους του Λος Άντζελες που τερματίζεται με τη σύλληψη του οδηγού.

Αυτό που ακολουθεί είναι ανατριχιαστικό και καταγράφεται από την ερασιτεχνική κάμερα ενός κατοίκου της περιοχής ο οποίος παραδίδει το βίντεο - ντοκουμέντο στις αστυνομικές αρχές την επομένη. Ο απολογισμός; Έντεκα κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και ρήξη νεφρού. Το βίντεο προβάλλεται από το Channel 5, καθώς και από άλλα διεθνή δίκτυα. Δέκα μέρες μετά, οι αστυνομικοί παραπέμπονται σε δίκη, με την αστυνομική αναφορά να παραλείπει πλήρως το κομμάτι του ξυλοδαρμού. Και οι τέσσερις δήλωσαν αθώοι.


Η αθώωση του αστυνομικού που πυροβόλησε θανάσιμα τον άοπλο αφροαμερικανό Τρέιβον Μάρτιν το 2012 προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις.
Η εκδίκαση της υπόθεσης ξεκίνησε ένα χρόνο μετά. Η αμερικανική δικαιοσύνη έκανε από την αρχή γνωστές τις προθέσεις της μεταφέροντας τη δίκη σε ένα προάστιο του Λος Άντζελες, σε μία περιοχή, που κατοικείται κυρίως από λευκούς μεσοαστούς. Το σώμα των ενόρκων αποτελείτο επίσης από λευκούς αμερικανούς, φίλους ή συγγενείς εργαζομένων στο αστυνομικό σώμα. Κάτι που ωστόσο δεν αποτελεί για το δικαστήριο αιτία απόρριψης.



Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο Κινγκ παρουσιάζεται ως ένας «θηριώδης, επιθετικός ύποπτος», «πρώην κατάδικος», ο οποίος πολύ πιθανό να βρισκόταν και υπό την επήρεια ναρκωτικών και ο λόγος για τον οποίο ξυλοκοπήθηκε ήταν γιατί δεν συμμορφώθηκε με τις εντολές των 25 αστυνομικών που ήταν παρόντες, προκειμένου να πάρει την κατάλληλη στάση για να τον συλλάβουν. Ένα χρόνο μετά, η ετυμηγορία του λευκού δικαστηρίου, ήταν πλήρης αθώωση όλων των κατηγορουμένων.

Η εξέγερση δεν αργεί. Στις 30 Απριλίου του 1992 το ένα μετά το άλλο τα γκέτο του Λος Άντζελες παραδίδονται στην οργή των μαύρων, η οποία σύντομα εξαπλώνεται και σε άλλες πόλεις των Η.Π.Α. Βίαιες διαδηλώσεις, λεηλασίες καταστημάτων, καταστροφές πλουσίων συνοικιών, επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα, συγκρούσεις και εμπρησμοί. Το Λος Άντζελες φλέγεται.

Ο τότε πρόεδρος, Τζορτζ Μπους ο νεότερος, αναγκάζεται να ζητήσει από το Υπουργείο Δικαιοσύνης να αναθέσει σε ομοσπονδιακό δικαστήριο την έκδοση της απόφασης σχετικά με την επανάληψη της δίκης και να κηρύξει στρατιωτικό νόμο. Στέλνει στην πόλη 750 ομοσπονδιακούς αστυφύλακες για να ενωθούν με την αστυνομική δύναμη της πόλης, 2.800 Εθνοφρουρούς, ενώ 4.000 στρατιώτες βρίσκονται σε ετοιμότητα για πρώτη φορά στην πόλη από τη δεκαετία του '60. Μέσα σε τρεις νύχτες, μόνο στην Πόλη των Αγγέλων, σκοτώνονται περίπου 60 άτομα, τραυματίζονται 2.300 και γίνονται περίπου 13.200 συλλήψεις.
Εύα Σεϊντή / www.ethnos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου