– Ορίστε, κύριοι… Διαλέγετε και παίρνετε! Συνωστισμός που θα τον ζήλευε η Ερμού. Ένας, κάποτε κομψευόμενος, γεροντάκος παζαρεύει ματογυάλια… – Θέλετε για μύωψ; ρωτά ο πωλητής. – Όχι, πρεσβυωπία έχω. – Δεν έχουμε δυστυχώς. Αυτά είναι για τους μύωψ και γι’ αυτούς που δε βλέπουνε κοντά!!! – Ε, απ’ αυτά θέλω! εξηγεί ο γεροντάκος. Δοκιμάζει διαβάζοντας ένα παλιό βιβλίο και ικανοποιείται! Ούτε νούμερο ούτε τίποτα! Πληρώνει και φεύγει ενθουσιασμένος… Στο διπλανό μαγαζί με επιγραφή “Εν τούτω νίκα”, ο καταστηματάρχης έχει βάλει το γραμμόφωνο: “Κελαηδήστε, ωραία μου πουλάκια κελαηδήστε”… Το γραμμόφωνο πωλείται. – Είναι… ρομαντικό! φωνάζει ο πωλητής για να προσελκύσει την πελατεία. – Είναι καλό; ρωτά ένας. – Αφού παίζει και συναυλίες, απαντά σοβαρότατα ο καταστηματάρχης. Κι επειδή ο πελάτης δεν ενθουσιάζεται, συμπληρώνει: – Άκου δω… αν δεν το θέλεις, έχω μέσα και βιολί! Ένας πόλισμαν παίρνει να δει μια σφυρίχτρα. – Αυτή που βλέπεις, μπορεί να είναι και του Μπαϊρακτάρη, παρατηρεί ο καταστηματάρχης. – Μα, δε σφυρίζει! παρατηρεί ο πόλισμαν… – Τι λες, καλέ; Αυτή δε σφυρίζει; Φέρ’ τη δω! Την παίρνει, τη βάζει στο στόμα και με ταχυδακτυλουργική δεξιοτεχνία αφήνει ένα παρατεταμένο και ηχηρό σφύριγμα… με τα δάχτυλα! Ο πόλισμαν τον αγριοκοιτάζει και φεύγει… – Πάρτην κι άμα θέλεις να σφυρίξεις εδώ είμαι εγώ! επιμένει ο έμπορος… Πιο κάτω, ένας πλανόδιος “καθηγητής του Πανεπιστημίου” φωνάζει αξιοπρεπώς: “Εδώ τα ανθρωποσωτήρια έμπλαστρα!”. – Τι κάνουν αυτά; – Όλες τας παθήσεις των νοσημάτων, κύριε, τας νοσηλεύουν στιγμιαίως! – Δηλαδή; – Γρίπη, συνάχι, βήχα, καρκίνο, φυματίωση, βαρυστομαχιά! Βάζετε ένα έμπλαστρο και είσθε εν τάξει. Όλοι οι καθηγηταί του Πανεπιστημίου τα χρησιμοποιούν… – Τι λες; Και γιατί δε σε υποστηρίζουν; – Ένεκα η αντιζηλία βλέπετε! Παραδίπλα κρέμονται καμιά δεκαριά κιθάρες… – Θέλεις μια κανταδορίστικη, αφεντικό; Είναι μερακλού! – Μα, δεν ξέρω να παίζω… – Άμα την πάρεις αυτή, θα μάθεις. Να, κοίτα… και της τραβάει μια στις χορδές που ηχούν ασυνάρτητα. – Είδες! λέει σοβαρότατα… Αλλά ο πελάτης φεύγει. Παρακάτω ένας πελάτης περιεργάζεται ένα πιάτο του τοίχου. – Να σου δώσω ένα τάληρο να το πάρω; Ο καταστηματάρχης ενδίδει… – Κομμάτια να γίνει! Και… ω του θαύματος, το πιάτο γλιστρά από τα χέρια του πελάτη και γίνεται κομμάτια. Ο έμπορος θέλει να πληρωθεί, ο πελάτης αρνείται, ο μοιραίος πόλισμαν, χωρίς σφυρίχτρα, εμφανίζεται και ο πελάτης συμβιβάζεται να πληρώσει τα μισά… – Ορίστε, κυρία… περάστε, κύριοι… – Μα πού να περάσουμε; Μήπως έχεις μαγαζί; – Τι να το κάνω; Εδώ δε σταυρώνουμε φράγκο στο δρόμο! Φαντάσου νάχαμε και μαγαζί! – Πόσο έχει το καναρίνι; – Ένα χιλιάρικο, εγώ το πουλάω διακόσες… – Και γιατί το πουλάς διακόσιες; – Γιατί τόχω κλεμμένο, κύριος! Και ο κύριος που είναι λιγάκι αφελής, την παθαίνει και παίρνει τον φλώρο για καναρίνι οκαζιόν! – Μα, κελαηδεί; διατυπώνει την τελευταία του αμφιβολία… – Αν κελαηδεί! Μήπως παύει μέρα-νύχτα; Μην κοιτάς τώρα που σε είδε και φοβήθηκε… – Σαλόνια ωραία, μοντέρνα, Λουδοβίκου τετάρτου! Τι κοιτάτε, κυρία μου; Το κάντρο; Αυτό είναι του Μιχαήλ Άγγελου! Η κυρία όμως φαίνεται να μην καταπλήσσεται… – Ποίος είναι ο Μιχαήλ Άγγελος; ρωτάει… – Ο Μιχαλάκης ο Άγγελος –αλλάζει αμέσως το τροπάρι ο έμπορος–, παιδί δικό μας, ελαιοχρωματιστής. Να, εδώ κάθεται. Θέλεις να τον φωνάξω; Και η κυρία αγοράζει αντί 45 δραχμών τον πίνακα και παρακαλεί να περάσει από το σπίτι της ο Μιχαήλ Άγγελος για να βάψει κάτι! – Ορίστε, κύριοι… δόξες, χαρές, δάκρυα, αισθήματα, αναμνήσεις… Όλα στη φτήνια!»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου