Εικόνες όπως αυτές που βλέπουμε στις ελληνικές μαυρόασπρες ταινίες με τον Κώστα Χατζηχρήστο στο ρόλο του υπάλληλου που διένεμε τα ψώνια στα σπίτια. Ας μην κάνουμε συγκρίσεις, η σημερινή, απρόσωπη επαφή μας, με τα πολυκαταστήματα που αφάνισαν και συνεχίζουν να ...καταδιώκουν την τάξη των μικρομεσαίων επαγγελματιών προκαλεί θλίψη. Μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο «Κουκάκι-Φιλοπάππου - Γαργαρέττα» της Μάρως Βουγιούκα και του Βασίλη Μεγαρίδη, των εκδόσεων «ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ», θα βυθίσουν στη νοσταλγία εκείνους που τα πρόλαβαν και θα ξυπνήσουν το ενδιαφέρον στους νέους που δεν πρόκειται να τα ζήσουν. Ο χρόνος πίσω δε γυρίζει...
Παντοπώλες και παντοπωλεία
Αρχίζουμε δικαιωματικά την περιπλάνησή μας στον πολύμορφο κόσμο των επαγγελμάτων και των επαγγελματιών, από τι άλλο; από τους «τα πάντα πωλούνται», δηλαδή τους παντοπώλες και τα παντοπωλεία.Η καθημερινή λαϊκή ορολογία της εποχής ήταν βέβαια διαφορετική: «μπακάληδες» και «μπακάλικα» (από το αραβοτουρκικό bakkal) και οι παράγωγες λέξεις «μπακαλική» για το επάγγελμα και «μπακαλόγατος» για το παιδί που μετέφερε τα τρόφιμα στο σπίτι, ένα είδος delivery της εποχής. Στην περιοχή που εξετάζουμε, υπήρχαν τα μεγάλα παντοπωλεία, τα μικρότερα, και μερικά ενδιάμεσα.
Εδώδιμα αποικιακά ...με τη σέσουλα
Αρτοποιεία και αρτοποιοί
Οι δύο αυτές λέξεις χρησιμοποιούνταν μόνο στις επιγραφές των καταστημάτων. Στην καθημερινή πρακτική, οι αντίστοιχοι όροι είναι ο φούρνος (από το ιταλικό forno = κλίβανος) και ο φούρναρης - φουρνάρισσα.Στις παλαιότερες εποχές, οι φούρνοι έκαναν δύο κυρίως δουλιές. Η μία ήταν η παρασκευή του ψωμιού, σε δύο βασικούς τύπους, άσπρο και μαύρο, και τρία σχήματα, τη στρογγυλή κουλούρα με άνοιγμα στο κέντρο, το στρογγυλό καρβέλι και τη μακρόστενη φραντζόλα. Τα δύο πρώτα είχαν βάρος μιας περίπου οκάς και το τρίτο μισής οκάς. Το ψωμί πάντοτε ζυγιζόταν, και σε περίπτωση που το βάρος του δεν ήταν ακριβώς οκά ή μισή οκά, τότε ο φούρναρης πρόσθετε ένα κομματάκι ψωμιού ως συμπλήρωμα μέχρι το σωστό βάρος. Η άλλη εργασία που έκαναν οι φούρνοι ήταν το ψήσιμο φαγητών, μια και στις παλαιότερες εποχές οι ηλεκτρικές κουζίνες δεν ήταν διαδεδομένες και έτσι τα νοικοκυριά δεν είχαν σπιτικό φούρνο για να ψήνουν τα ψητά τους. Σημειώνουμε ότι οι φούρνοι ήταν τα μόνα καταστήματα, τα οποία είχαν το δικαίωμα να πουλάνε ψωμί.
Στην περιοχή Κουκακίου - Φιλοπάππου υπήρχαν μέχρι και τα μεταπολεμικά χρόνια τέσσερις συνολικά φούρνοι. Αυτοί ήταν ο φούρνος του Πλόκα στην πλατεία Φιλοπάππου, ο φούρνος των Μέντζου και Τσούλου στην πλατεία Κουκακίου, ο φούρνος του Κόκκοτα στην οδό Δυοβουνιώτου και ο φούρνος του Κουσουράκου στην οδό Ζαχαρίτσα.
Οι Πλόκα, πατέρας και γιος, ήταν ηπειρώτες, όπως άλλωστε και ένα μεγάλο μέρος των φουρνάρηδων της Αθήνας. Ο πρώτος δούλευε στον κλίβανο, φούρνιζε και ξεφούρνιζε το ψωμί και τα φαγητά, ενώ ο δεύτερος ήταν στον πάγκο και πουλούσε το ψωμί.
(Οι φωτογραφίες από γειτονιές της Αθήνας προηγούμενων δεκαετιών προέρχονται από το αρχείο του «Ρ»).
Οι Πλόκα, πατέρας και γιος, ήταν ηπειρώτες, όπως άλλωστε και ένα μεγάλο μέρος των φουρνάρηδων της Αθήνας. Ο πρώτος δούλευε στον κλίβανο, φούρνιζε και ξεφούρνιζε το ψωμί και τα φαγητά, ενώ ο δεύτερος ήταν στον πάγκο και πουλούσε το ψωμί.
(Οι φωτογραφίες από γειτονιές της Αθήνας προηγούμενων δεκαετιών προέρχονται από το αρχείο του «Ρ»).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου