και η …ντροπή του» έγραφε η Σπεράντζα Βρανά στο βιβλίο της «Η Τρούμπα», για την συνοικία που το όριά της προσδιόριζαν δύο εκκλησίες, ο Άγιος Σπυρίδωνας και ο Άγιος Νικόλαος. Ανάμεσά τους η Φίλωνος, η Νοταρά, και κάθετα η Σκουζέ, η 2ας Μεραρχίας και η Μπουμπουλίνας στέγαζαν τα καμπαρέ τα πορνεία και τα ξενοδοχεία που υποδέχονταν τον στόλο και την τολμητή νεολαία άλλων εποχών…
Ρεπορτάζ: Νίκη Παπάζογλου
Στην παλιά πρωταγωνίστρια της «Λόλα», των «Κόκκινων Φαναριών», του «Ποτέ την Κυριακή», καθώς και πολλών ακόμα ταινιών του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, στην θρυλική Τρούμπα, ελάχιστα σημάδια μαρτυρούν την αλλοτινή «αίγλη» της. Μερικά σφαλιστά παραθυρόφυλλα των, ερειπωμένων πια, αρχοντικών της, στέκουν ορθά σε πείσμα των καιρών, συνυφαίνοντας μαζί με τα ρεμπέτικα τραγούδια και τις διηγήσεις όσων περπάτησαν τα στενοσόκακά της, τον μύθο της πολυσύχναστης κάποτε συνοικίας.
«Η Τρούμπα είναι μεγάλη φάκα, το ξέρουν οι μάγκες, τα αλάνια, οι ληστές, οι πορτοφολάδες, οι πόρνες, οι χορεύτριες, αλλά και οι ναύτες των στόλων που καταπλέουν με καράβια όπως το θρυλικό «Εντερπράις», το πολεμικό «Φόρεσταλ», τα καταδρομικά «Αϊόβα», «Μέικον», «Χέιλ» κτλ»,αναφέρει στο βιβλίο του «Εκ Πειραιώς» ο Διονύσης Χαριτόπουλος καταθέτοντας με τη σειρά του, την αγάπη του για τον γενέθλιο τόπο και ξεδιπλώνοντας την ανθρωπογεωγραφία του.
Κάποτε βέβαια η Τρούμπα διέφερε κατά πολύ από την εικόνα της δοξασμένης εικοσαετίας του '45- '65 . Η λεωφόρος Χατζηκυριάκου, Σωκράτους τότε, ήταν σκαμμένη από το πέρασμα των κάρων που κουβαλούσαν το κάρβουνο. Όταν στα στενά της ζούσαν κυρίως Χιώτες, που είχαν μεταναστεύσει στον Πειραιά από τα μέσα του 19 αιώνα, αναπτύχθηκε αρκετά και αποτέλεσε για πολλά χρόνια το οικονομικό κέντρο του λιμανιού. Τότε χτίστηκαν τα διώροφα και τριώροφα αρχοντικά της, ενώ στα στενά της λειτουργούσαν εμπορικά καταστήματα και ναυτικά γραφεία και από την μεριά της θάλασσας, ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια.
Επί τουρκοκρατίας, στο θαλάσσιο μέτωπό της, στην Ακτή Μιαούλη, υπήρχε ένα πηγάδι με μια μηχανική εγκατάσταση, μια τρόμπα, από την οποία, σύμφωνα με πολλούς, η περιοχή πήρε το όνομά της. Από την τρόμπα οι ντόποιοι αντλούσαν νερό για να καταβρέχουν την σκόνη που σήκωναν τα κάρα με το κάρβουνο καθώς διέσχιζαν τους χωματόδρομους.
Συχνοί ήταν και οι φόνοι στην περιοχή. Συχνή αιτία , τα μάτια μιας γυναίκας, η οποία στη συνέχεια όφειλε να συντηρεί τον φονιά όσο παρέμενε στην φυλακή και μετά την αποφυλάκιση του να τον στεφανωθεί. Φόνοι όμως γίνονταν και για μια προαγωγή... Αν ήθλε ο μαχαλόμαγκας να προαχθεί σε διεθνή μάγκα έπρεπε να μαλώσει, να μαχαιρώσει, και να τραυματίσει έναν καλό νταή, αναγνωρισμένο. Έτσι μόνο έσπαγε τα δεσμά της συνοικίας του. Την εικόνα της περιοχής της περιόδου εκείνης συμπλήρωναν φυσικά και τα χαμαιτυπεία, περιφραγμένα τότε στα περίφημα «Βούρλα».
Τα «Βούρλα»
Το πρώτο επίσημο «σπίτι» στην περιοχή λειτούργησε το 1852, μετά τον αποκλεισμό του Πειραιά από τους Αγγλους κυρίως για την εξυπηρέτηση των στρατιωτών και των πληρωμάτων των ξένων στόλων. Το άνοιγμα των επόμενων δύο οίκων όμως συνόδευσαν οι διαμαρτυρίες των δημοτών, οι οποίες ανάγκασαν το τότε Δημοτικό Συμβούλιο να συζητήσει την ανέγερση οικήματος για τη συγκέντρωση εκεί όλων των κοινών γυναικών, ο αριθμός των οποίων αυξανόταν συνεχώς.
«Αποτραπείσης της υπό του Δήμου εξασκήσεως του επαγγέλματος της πορνείας, εξεύρομεν άλλον τρόπον συμβιβάζοντα την αποχήν του δήμου εκ των ανηθίκων επιχειρήσεων, αλλά και την περιστολήν του κακού δια του περιορισμού των κοινών γυναικών δια της ανεγέρσεως δι ιδιωτικής, αποκλειστικώς, δαπάνης των καταστημάτων των κοινών γυναικών» ανέφερε σε έγγραφό του ο Δήμος Πειραιά στη Διεύθυνση Αστυνομίας Αθηνών - Πειραιώς, τον Μάιο του 1872.
Κάπως έτσι τον Μάρτιο του 1873, η Κυβέρνηση παραχώρησε τα υπ αριθ. 5-6 τεμάχια των εθνικών γαιών στη θέση «Βούρλα» - 80 μέτρα δυτικά του Αγίου Διονυσίου - για την ανέγερση «καταστημάτων» κοινών γυναικών. Μετά την υπογραφή του παραχωρητηρίου, ο Δήμος προέβη σε διακήρυξη για την ανέγερση, σε έκταση οκτώ στρεμμάτων, συνοικισμού κοινών γυναικών, που θα περιλάμβανε τέσσερα κτίσματα, χωριστά μεταξύ τους, τα οποία θα βρίσκονταν μέσα σε μάντρα, με του ακόλουθους όρους:
«Ο ανεγείρων ιδίαις δαπάναις τα βάσει εγκεκριμένου σχεδίου οικήματα, θα καταβάλλη εις τον Δήμον μετά τριετίαν από της ιδρύσεως δρχ. 500 ετησίως δι' έκαστον τμήμα, μετά 5ετίαν δρχ 1.000 και μετά εικοσαετίαν δρχ. 2.500 δι' έκαστον τμήμα ετησίως. Μετά δε πεντηκονταετίαν η περιοχή του κτήματος μετά των εν αυτώ κτηρίων, θα περιέρχεται εις τον Δήμον».
«Οι γυναίκες αυτές, τις ώρες της κάλμας, στην αυλή ή στον καφενέ του κτιρίου, με το τσιγάρο στο στόμα και υπό τους ήχους ενός γραμμοφώνου με χωνί, ψαρεύανε τον πελάτη ή είχανε πάρε-δώσε με τον αγαπητικό. Καμιά δεν ήταν χωρίς αγαπητικό, νταβατζή, χωρίς συνεταίρο στις εισπράξεις. Υποχρεωτική για τις γυναίκες, η παραμονή στα Βούρλα, από τις εννέα το βράδυ μέχρι τις εννέα το πρωί. Μετά το σύνθημα «κορίτσια στα κρεβάτια σας», που ακουγόταν γύρω στις 8, γινόταν η προκαθορισμένη εξέταση από τους γιατρούς και οι κοπέλες ήταν ελεύθερες. Τα μεσάνυχτα, η κεντρική πόρτα σφαλιζόταν ξανά από την αστυνομική φρουρά που διέμενε εκεί» έγραφε ο χρονογράφος, Θεόδωρος Βλάσσης, στη «ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» το 1969.
Στα Βούρλα οι γυναίκες ήταν κατηγοριοποιημένες, με ανάλογες τιμές στα διάφορα διαμερίσματα. Τρία ήταν τα φτηνά, τα λαϊκά, και ένα το αριστοκρατικό με το καλό «εμπόρευμα». Σ' αυτό φιλοξενούνταν και γυναίκες των αθηναϊκών σπιτιών που λόγω….κακής διαγωγής τις είχαν διώξει από την Αθήνα. Η τιμωρία διαρκούσε 15 μέρες ή ένα μήνα και η γνωστή απειλή που ακουγόταν απο τα χείλη των νταβατζήδων ήταν «Κάτσε καλά γιατί θα σε στείλω στα «Βούρλα».
Το πολύπλαγκτον πανεπιστήμιο τη μαγκιάς, των κοινών γυναικών και των κουτσαβάκηδων άλλαξε όψη με την έλευση του μεγάλου κύματος προσφύγων που ακολούθησε τους Βαλκανικούς Πολέμους. Οι μόνιμοι κάτοικοι που αυξήθηκαν αισθητά άρχισαν να διαμαρτύρονται με αποτέλεσμα, το 1937, τα σπίτια να διαλυθούν και στην θέση τους να ανοιξουν φυλακές. Όλοι εκείνοι που αποτελούσαν τον κόσμο του όμως δεν έφυγαν, σιγά σιγά συγκεντρώθηκαν στην Τρούμπα...
Στους γύρω δρόμους απο την οριοθετημένη Τρούμπα απλώνονταν γραφεία ναυτικών εταιρειών και εργασιακών συμβάσεων που διοχέτευαν την νεολαία της εποχής σε καράβια, εργοστάσια, οικοδομές, σπίτια, αγροτικές εργασίες. Λίγο πιο πάνω από το Μεταγωγών, ήταν και το Γυμνάσιο όπου έμεινε στην ιστορία για την κ. Αρχοντάκη, την σωματώδη καθηγήτρια Γαλλικών, παντρεμένη με τον αστυνομικό διευθυντή του Πειραιά, που στις κενές της ώρες έφερνε βόλτα τα μπορντέλα μαζευοντας τους περιπλανώμενους εκεί μαθητές της. Αυτός ήταν και ο λόγος που πολλές πόρτες έκλειναν στο άκουσμα της απάντησης «πηγαίνω στο Δεύτερο Γυμνάσιο».
Οι κινηματογράφοι Ηλύσια, Φως και ΟΛΥΜΠΙΚ, έπαιζαν τολμηρές ταινίες. «Κρυφά πάντα η προβολή. Απ' έξω στεκόταν ο τσιλιαδόρος και μόλις έβλεπε κάτι περίεργο, έκανε σινιάλο στον υπάλληλο για να αλλάξει στα γρήγορα την πομπίνα. Όσο διαρκούσε ο έλεγχος παρακολουθούσαμε συνήθως κανένα καράτε. Όταν ο κίνδυνος απομακρυνόταν η μπομπίνα άλλαζε και πάλι προβάλλοντας τις αγαπημένες του κοινού σκηνές. Άλλες εποχές τότε. Από την γειτονιά φοβόσουν να περάσεις. Ακόμα και οι μόνιμοι κάτοικοι όπως θα 'χεις διαβάσει, αναγκάζονταν να κρεμούν επιγραφές στα σπίτια τους για να διευκρινίζουν πως πρόκειται για κανονική οικεία και να μην τους ενοχλούν» αναφέρει στο newsbeast.gr ο κ.Τάκης, γέννημα θρέμμα Πειραιώτης και θαμώνας της περιοχής την εποχή της δόξας.
Η περίοδος της δόξας
Κατά την διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου όλο το θαλάσσιο μέτωπο του Πειραιά υπέστη εκτεταμένες καταστροφές από τους βομβαρδισμούς. Τότε ήταν που άδειασε και η Τρούμπα από τους περισσότερους μόνιμους κατοίκους της. Η πείνα και η εξαθλίωση του πληθυσμού συνετέλεσαν σε αυτό. Τα πρώτα «σπίτια» και τα καμπαρέ έκαναν την εμφάνιση τους έχοντας σαν πελάτες Γερμανούς και μαυραγορίτες. Η περίοδος που ακολούθησε μετά τον πόλεμο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ήταν τα χρόνια της ακμής της.
«Στους εφήβους των περασμένων δεκαετιών η περιοχή της Τρούμπας ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία. Το πρωί ήταν τόπος υπαρκτός, κανονικός, με ανθρώπους "κανονικούς", με καφενεία "κανονικά", με δικαστήρια, με λεωφορεία, με πεζούς, με χειρόγραφα σημειώματα κολλημένα στις πόρτες, που πληροφορούσαν ότι εδώ μένουν οικογένειες. Το βράδυ, γινόταν ένας "αλλιώτικος τόπος", τόπος που στην φαντασία ενός εφήβου γίνονταν τα πάντα, αν και στην πραγματικότητα, τίποτα το ιδιαίτερο δεν γινόταν. Η εικόνα ήταν παρόμοια με τη σημερινή των κακόφημων περιοχών και ίσως και λίγο καλύτερη» αναφέρει ο κ. Κώστας που εργάστηκε την περίοδο της ακμής της σε διάφορα μπαρ της περιοχής.
«Στα 1960-65 ή Τρούμπα ήταν στις…. δόξες της. Οι οίκοι ανοχής ήταν πάρα πολλοί και ανάμεσά τους τα καμπαρέ με επικεφαλής τον "Τζων Μπουλ". Θα θυμάστε την ιστορία με τον συνιδιοκτήτης του, τον Γεώργιο Βεϊζαδέ, που μαζί με την Αντιγόνη, την γυναίκα του, σιδέρωσαν την κακόμοιρη την Σπυριδούλα. Ακόμα και όταν κατεδαφίστηκε, την δεκαετία του '70 κάθε φορά που περνούσα από εκεί με έπιανε μια ανατριχίλα» συμπληρώνει ο κ. Κώστας.
Ο Γεώργος Βεϊζαδές με την σύζυγό του υπήρξαν οι πρωταγωνιστές μιας υπόθεσης που συγκλόνισε την χώρα στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Οι δυο τους κατηγόρησαν, αδίκως, όπως αποδείχθηκε, την 12χρονη υπηρέτρια τους, Σπυριδούλα Ράπτη, για κλοπή $50 - ποσό ιδιαιτέρως σημαντικό για την εποχή- και την βασάνισαν σχεδόν μέχρι θανάτου με πυρακτωμένο σίδερο για να ομολογήσει την πράξη της. Η υπόθεση έμεινε γνωστή στην ιστορία σαν «το σιδέρωμα της Σπυριδούλας» Ο Γιώργος και Αντιγόνη Βεϊζαδέ καταδικάστηκαν σε πενταετή φυλάκιση και πέθαναν λίγα χρόνια μετά την αποφυλάκιση τους.
«Ανάμεσα στα κορίτσια δε, υπήρχαν και κάποια που στην ποδιά τους σφάζονταν παλικάρια, τόσο όμορφα... και δεν το λέει ο λόγος όντως σφάζονταν. Οι ιστορίες τους όμως αβάσταχτες. Αν είχες δει τις ταινιες της εποχής και γνώριζες αρκετές από δαύτες θα καταλάβαινες πως είναι βγαλμένες απο την ζωή. Από χωριά οι περισσότερες, βρήκαν τον κιμπάρη αγαπητικό νόμιζαν ο οποίος στη συνέχεια τις έβαλε να κολλάνε πουτανόσημα στα μπουρδέλα. Τώρα οι περισσότερες έχουν πεθάνει ή χαθεί» συμπληρώνει.
Η δουλειά στα κόκκινα φανάρια
«Δεν ήταν όλα τα σπίτια νόμιμα.Και φυσικά οι συνθήκες ήταν απάνθρωπες. Δούλευαν δωδεκάωρα, από τις δέκα το πρωί μέχρι τις δέκα το βράδυ δέχονταν πάνω απο 50 βίζιτες την ημέρα. Όσες δεν συμμορφώνονταν αποκτούσαν κι από κάποιο σημάδι στο σώμα ή στο πρόσωπο "προς γνώσιν και συμμόρφωσιν". Και σε όλες το παραμύθήταν ίδιο, θα δουλέψεις για λίγο καιρό και μετά θα παντρετούμε, τελικά κατέληγαν να δουλεύουν εκείνες κι οι νταήδες να κάθονται. Σκέψου τότε η βίζιτα κόστιζε γύρω στις 25 δραχμές, αλλά όταν έφτανε ο στόλος το ποσό διπλασιαζόταν ή και παραπάνω. Τα αμερικανάκια ήταν εύκολη λεία τότε» μας πληροφορεί.
Στα αρχεία της Αστυνομίας αναφέρονται 7 σπίτια, υπήρχαν όμως κι' άλλα 40 στην γύρω περιοχή με ιερόδουλες, οι οποίες δεν ήταν «δηλωμένες» στο Τμήμα Ηθών και δούλευαν παράνομα με το φόβο των εφόδων της αστυνομίας όπως μαθαίνουμε από τα απομνημονεύματα του ρεμπέτη Νίκου Μάθεση, όπως τα παρέδωσε στον Κώστα Χατζηδουλή.
Η Τρούμπα πρωταγωνίστρια της Μεγάλης Οθόνης
Ο κινηματογραφικός φακός κατέγραψε την μια πλευρά της συνοικίας, καταφέρνοντας να πυροδοτήσει την πεινασμένη ερωτικά νέα γενιά της εποχής. Η γραφικότητα της περιοχής αποτέλεσε ιδανικό σκηνικό για πολλές ελληνικές ταινίες που είτε διεκδίκησαν, όπως τα «Κόκκινα Φανάρια», είτε απέσπασαν ένα Όσκαρ όπως το «Ποτέ την Κυριακή». Στα σοκάκια και τα καμπαρέ της ψέλισαν τις πρώτες τους ατάκες πρωτοεμφανιζόμενοι ηθοποιοί, όπως ο Φαίδων Γεωργίτσης και η Ελένη Ανουσάκη. Σε ένα από τα παράθυρά της ακούστηκε για πρώτη φορά η φωνή της Βίκυς Μοσχολιού που έκανε την Ελλάδα να ανατριχιάσει και στο Τζων Μπλουλ ήταν που ξεκίνησε την καριέρα του ο «Πολ Άνκα της Ελλάδος», ο Γιάννης Βογιατζής.
«Λουκέτο» στην Τρούμπα»
Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1967 η αστυνομία με εντολή του τότε διορισμένου από τη Χούντα δήμαρχου Πειραιά κυνήγησε και έδιωξε από την Τρούμπα 500 περίπου κοπέλες σφραγίζοντας τα «σπίτια» που εργάζονταν. Ο Αριστείδης Σκυλίτσης στα πλαίσια του «εξευγενισμού», σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, του Πειραιά πήρε την πρώτη του μεγάλη απόφαση:«Λουκέτο» στην Τρούμπα.
».
Μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1990 τα ελάχιστα καμπαρέ της περιοχής λειτουργούσαν σε μια νοσηρή παρακμή που δεν έκρυβε ούτε την ελάχιστη λούμπεν αυθεντικότητα. Η περιοχή εμπλουτίστηκε με τεράστια γυάλινα κτίρια που στεγάζουν ναυτιλιακές εταιρείεςκαι σήμερα έχουν περικυκλώσει τα ελάχιστα νεοκλασσικά που δεν έχει αγγίξει ακόμα η κατεδάφιση.
Η άναρχη ανάπτυξη που αλλοίωσε την αστική ταυτότητα της πόλης συνθέτει μέχρι και σήμερα την εικόνα του λιμανιού. Στο μαλακό υπογάστριο της πόλης του Πειραιά σήμερα παρουσιάζεται πολυφυλετικό και δεν στεγάζει μονιμους κατοίκους. Όσο για την αγορά, περιποιημένα κουρεία, εστιατόρια και café από Ασιατικά μέχρι Αραβικά μαζί με in fashion all day bar και εστιατόρια πολυτελείας για τα στελέχη των ναυτιλιακών εταιριών καλύπτουν τις ανάγκες των νέων θαμώνων...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου