Ο λαός μας τον λέει και θεριστή , γιατί τότε γίνεται το θέρισμα , η σημαντικότερη , ίσως , δουλειά του γεωργού , τότε αρχίζει να..σοδεύει , τότε νοιώθει να διακιώνονται τα κόπια του .
Ο θερισμός πρέπει να γίνει γρήγορα , γιά το φόβο της βροχής . Θέλει σβελτάδα και..προκοπή . Ο λαός , θέλοντας να δείξει πόσο απαιτητική δουλειά είναι , είπε : » θέρος , τρύγος , πόλεμος». Βέβαια , αναφέρεται στην εποχή που θέριζανμε το δρεπάνι , κάτω απ’ το καυτερό λιοπύρι, κι’ όχι στη σημερινή , που οι θεριστικές μηχανές ορμάνε στους κάμπους και θερίζουν χιλιάδες στρέμματα σε μιά μέρα .



Την εποχή εκείνη , λοιπόν , οι θεριστάδες έπιαναν μιά μιά αρμαθιά σταχυα και τα θέριζαν με το δρεπάνι , πίσω τους οι γυναίκες τα έδεναν σε δεμάτια χρησιμοποιώντας πάλι στάχυα , σκληρή δουλειά μες το καλοκαίρι !
Ο γεωργός όμως , τούτη την ώρα της συγκομιδής , αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει και να εξευμενίσει το δαίμονα της βλάστησης , τη δύναμη που τον βοήθησε να πάει καλά η σπορά του . Γι’ αυτό δεν θερίζει ολότελα το χωράφι του , δεν παίρνει όλη τη σοδειά , αφήνει και σ’ εκείνον κάτι , ώστε του χρόνου να τον έχει συμπαραστάτη . ο θερισμός που ήταν αληθινή γιορτή και τελείωνε μέσα Ιουλίου. Οι οικογένειες φόρτωναν στα μουλάρια τα πράγματά τους, έπαιρναν τα ζώα τους και ξεκίναγαν για τα χωράφια όπου έμεναν σε καλύβες, σχεδόν όλο το καλοκαίρι. Στο θερισμό συμμετείχε όλη η οικογένεια, μικροί και μεγάλοι. Πολλές μικρομάνες που δεν είχαν πεθερά ή μάνα στο σπίτι, έπαιρναν τα μικρά στη σαρμανίτσα ή νάκα και τα κρέμαγαν στον ίσκιο των δέντρων.




Κάθε μέρα ξεκινούσαν νωρίς το πρωί, γιατί η ζέστη του καλοκαιριού ήταν αφόρητη. Οι γυναίκες φορούσαν μια άσπρη μαντίλα για τον ήλιο και οι άντρες τις ασκιάδες, που έφτιαχναν από στάχια. Οι γυναίκες θέριζαν και οι άντρες έδεναν τα χερόβολα δεμάτια και τα κουβαλούσαν στις θημωνιές για το αλώνισμα. Το μεσημέρι σταματούσαν για φαγητό, καθόντουσαν καταγής στη σκιά κάποιου δέντρου, ή αν δεν υπήρχε δέντρο, έφτιαχναν κιόσκι με ξύλα και κλαδιά. Το φαγητό ήταν απλό και ελαφρύ, ψωμί, ελιές, τυρί, ντομάτες και φρούτα. Μετά το μεσημέρι, ξεκινούσε και πάλι ο θερισμός μέχρι να σουρουπώσει. Πολλές φορές η μία οικογένεια βοηθούσε την άλλη. Το τελευταίο φαγητό που τρώγανε στο χωράφι οι θεριστές το ονόμαζαν «καρποθέρι». Για να περνάει ευχάριστα η μέρα τους, δεν σταματούσαν τα χωρατά και τα τραγούδια. Όταν ο θερισμός τέλειωνε οι γεωργοί άφηναν στο τελευταίο χωράφι λίγα στάχια αθέριστα για να «ρίξουν το δράκο» όπως έλεγαν. Τα εργαλεία τους ήταν το δρεπάνι και η παλαμαριά. Η παλαμαριά, ήταν ένα ξύλινο γάντι, για να πιάνουν τα στάχια και να μην κόβονται. Το δρεπάνι είχε σχήμα μισοφέγγαρου με ξύλινη λαβή και με αυτό έκοβαν τα στάχια. Τα στάχια τα έκαναν δεμάτια και τα φόρτωναν στα μουλάρια και τα πήγαιναν στο αλώνι. Εκεί τα έβαζαν το ένα πάνω στο άλλο, τις θημωνιές. Με το τέλος του θερισμού, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν ένα γλυκό, που το μοίραζαν με ευχές «άντε και του χρόνου».
κειμενο κωστας καψάλης,αγιος θεράπων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου