-Κύριε Γιώργο, έχετε καμιά παλιά φωτογραφία απ την θρυλι-κή Μπούχαλη;
Τη βρύση, την έχετε φωτογραφίσει;
Πες μας κάτι απ τα παλιά, όταν οι δρόμοι της Βόνιτσας, ήταν με χώμα και στο καφενείο της κυρά Γιώργαινας του Μπότση σύχναζαν κάθε απόγευμα οι παλιακοi κι έπιναν το καφεδάκι τους ...
ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΑΣ

Το σχόλιό, ήταν στην παραλία διώροφο, με δυο αίθουσες επάνω και μια μεγάλη κάτω.
Όταν είχε φουσκοθαλασσά, χρειαζόμασταν βάρκα,,, και με τις τραμουντάνες,,, ξέχνα το.
Το είχε χτίσει η εκκλησία και μας τόχε παραχωρήσει, για να μάθουμε γράμματα.
Εμείς όμως, αγαπούσαμε περισσότερο το παιχνίδι, παρά το βιβλίο.
Θ,,, Θ,,,Θ,,, Θύμωσε ο Θύμιος... Έλα Λόλα, έλα, έλα... Όλα όλα...
Σαχλαμάρες.... Εμείς αυτά, τα ξέραμε.
Έτσι όμως και μας έβγαζε ο δάσκαλος στον πίνακα και δεν ξέραμε να τα διαβάσουμε, το ξύλο με τη βίτσα, έπεφτε άγριο.
Ήταν καλός ο δάσκαλός μας ο Ραμόνας, αλλά όταν αγρίευε και βάραγε τη βίτσα πάνω στα θρανία των κοριτσιών, το κάτουρο κύλαγε από κάτω, ποτάμι.
Μια μέρα θυμάμαι, κρατώντας ο δάσκαλός μας ένα ντενεκέ στα χέρια, κάτι μας έλεγε για τα φυτά, όταν πετάχτηκε ή Αλισάβ γεμάτη αφέλεια και τον ρώτησε...
-Καλαθάκι είν αυτό, Δάσκαλε;;;
Εκεί να ήσουνα να δεις, το ξύλο που έφαγε...
Στα τελευταία θρανία, ήταν η μουλαρία. Παιδιά, δέκα με δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερά μας. Τα μάζευε η αστυνομία απ τα σοκάκια και τα κήπια με το ζόρι και τα έφερνε στο σχολείο -με εντολή του Μεταξά- για να μάθουν κι αυτά γράμματα... Σάλταγαν όμως απ τα παραθύρια και άντε συ, να τα ματαβρείς να τα ξαναμαζέψεις.
Για μας, πρώτη σχολική χρονιά, ήταν το 1940...
Ήταν χαρούμενες οι μέρες εκείνες.
Όλη μέρα βάραγαν οι καμπάνες για τις νίκες μας στην Αλβανία και μεις γυρίζαμε στους δρόμους, αδέσποτα.
Μετά, όταν ήρθαν οι Γερμανοί,,, επίταξαν το σχολείο,,, και μας έκαναν έξωση.
Μας πέταξαν στο δρόμο και μεις σαν την άδικη κατάρα, αρχίσαμε να γυρνάμε από εκκλησιά σε εκκλησιά.
Κάναμε μάθημα καθισμένα σταυροπόδι καταής στα πλακάκια της μιας ή της άλλης εκκλησιάς κι απ την παγωνιά στον κώλο και την πείνα στην κοιλιά, δεν μπορούσαμε να πάρουμε τα ποδάρια μας.
Πήρα το ενδεικτικό της πρώτης τάξης με 10 και άρχισα να τρέχω σαν τρελός, κρατώντας το ψηλά...
Σκόνταψα όμως σε μια πέτρα κι απ τη φόρα που είχα, έσκασα μέσα σε μια τεράστια λόμπα, που ήταν ανάμεσα στον Πλάτανο και τον Άι-Σπυρίδωνα...
Δεν με ένοιαζε για μένα, αλλά έχασα το ενδεικτικό κάτω απ τα λασπόνερα και μέχρι να το βρω, έγινε κουρέλι.
Τζάμπα έκλαψα τότε για κείνο το ενδεικτικό, γιατί η δασκάλα μας η Ζμαράγδα, με ξανάστειλε και πάλι στην πρώτη τάξη -λόγω ηλικίας- γιατί φοβόταν καθώς έλεγε τον επιθεωρητή.
ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΕΣ ΜΑΣ
Η δασκάλα μας η Σμαράγδα, ήρθε απ την Κέρκυρα για να μας μάθει τα γράμματα.
Ήπιε όμως νερό απ τη βρύση μας τη Μπροσώρα, αγάπησε το Λόλο το Βρακατσέλη, τον παντρεύτηκε κι έγινε Βονιτσάνα.
Λέγανε τότε, πως όποιος ξένος έπινε νερό απ τη βρύση αυτή, δεν τη γλίτωνε... Μαγευόταν,,, κι έμενε για πάντα εδώ.
Όταν ήρθε και η αδελφή της δασκάλας μας, η Κική για να την δει, ήπιε κι αυτή απ το νερό της Μπροσώρας, αγάπησε τον Γιάννη τον Μπάζα,,, κι έμεινε κι αυτή, για πάντα στη Βόνιτσα.
Έτσι η φήμη για το καλό νερό της Βόνιτσας και τη γουρλίδικη βρύση που είχαμε, έφτασε τότε μέχρι την Κέρκυρα και σε λίγο, μας έτυχε και πάλι δασκάλα απο εκεί.
Αυτή τη φορά ήταν η Μαρία Κατσαρού, που μίλαγε γρήγορα τα Κερκυραϊκά και μεις τα μικρά δεν μπορούσαμε να την πιάσουμε.
Σαν μορφωμένη που ήταν, δεν πίστευε στα μάγια και στα ξωτικά, μα όλο τη βλέπαμε να γυρόφερνε τη βρύση και να την κοιτάει, απ όλες τις μεριές.
Ήθελε να δοκιμάσει και η ίδια το νερό και ν αποδείξει πως όλα όσα λέγανε για τη βρύση αυτή και τα μάγια,,, ήτανε παραμύθια, που γύριζαν στη φαντασία του λαού.
Η βρύση αυτή ήτανε πέτρινη θολωτή και είχε δυο μετρά ύψος κι ενάμιση πλάτος.
Μπροστά και καταής, ήταν μια μεγάλη ημικυκλική πέτρινη γούρνα, για να πίνουνε νερό και τ άλογα.
Η γούρνα αυτή, πρέπει να ήταν πολλά χρόνια εκεί ή να τη φέρανε από κάπου αλλού, γιατί το νερό που ξεχείλιζε ολό-γυρά της, την είχε γλύψει και την είχε κάνει λεία και γλιστερή.
Για να πιεις το νερό της βρύσης, έπρεπε να περάσεις τα γύρω λασπόνερα, να ανέβεις πάνω στη γλιστερή της γούρνα και να πιαστείς γερά απ τη μεγάλη κάνουλα, για να την απολαύσεις.Το πως τα κατάφερε η δασκάλα και σκάλωσε μέχρι εκεί, δεν το ξέρω.
Το βέβαιο είναι πως ο δάσκαλός αγάπησε τη δασκάλα μας ή η δασκάλα τον Δάσκαλό μας κι από τότες, αρχίσαμε και εμείς να κάνουμε μαζί τους ρομαντικές εκδρομές, στα πέριξ της Βόνιτσας.
Τότες κατάλαβα, πως οι περιπλανήσεις μας στα κήπια και στα περιβόλια δεν ήταν κλεψιές, αλλά στη γλώσσα των δασκάλων μας, εκδρομές.
Παντρεύτηκε ο δάσκαλος τη δασκάλα μας και όλα πηγαίναν κατ ευχή.
Όμως με τα χρόνια που περάσαν κι επειδή το κακό είχε παραγίνει, το κοινοτικό συμβούλιο με επανειλημμένες συσκέψεις, αντί να καλλωπίσει τη βρύση αυτή, αποφάσισε να την ξηλώσει εκ βάθρων και το έκανε.
Τα γεροντοπαλίκαρα και οι μεγαλοκοπέλες που είχαν απομείνει στο ράφι, ήταν πολλά και στα σίγουρα, έφταιγε η βρύση αυτή.
Βλέπεις εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν πολλοί ξένοι στη Βόνιτσα όπως είναι σήμερα, για να κάνει καθένας την επιλογή του κι από παραπέρα.
Ο ΠΕΤΡΟΠΟΛΕΜΟΣ
Οι εκδρομές με το δάσκαλο και τη δασκάλα μας φτάνανε στην αρχή μέχρι τα γύρω εξωκλήσια και αργότερα μέχρι τον Πλατανιά, στο κτήμα του Γιαννέλου...
Μια φορά, βρεθήκαμε και στο Μοναστηράκι.
Μας πήγε και μας άδειασε ένα φορτηγό στην ποταμιά, κάτω απ τα πλατάνια, εκεί κοντά στην πηγή...
Με το που φτάσαμε, μαζεύτηκαν τα μαθητούδια του χωριού και αντί για υποδοχή, μας έβαλαν με τις πέτρες...
Αυτή ήταν και η δική μας ευκαιρία.
Ορμήσαμε και μεις καταπάνω τους και τους πήγαμε πετροβολώντας, μέχρι πάνω απ την εκκλησιά.
Ο τόπος ολόγυρα, ήταν ιδανικός για πετροπόλεμο.
Ο ξεροπόταμος που κατέβαινε απ το Περγαντί και περνούσε μέσα στο χωριό, με τις χειμωνιάτικες κατεβασιές το μπάζωνε με χαλιάδες... Παντού υπήρχαν ωραίες στρογγυλές πέτρες, που όταν τις πέταγες, δεν αστοχούσαν.
Οι αντίπαλοι έχοντας το πλεονέκτημα της ανηφόρας, και ενισχυμένοι με πολλά ακόμη λιανόπαιδα του χωριού, κάνανε τη δική τους αντεπίθεση - απ τα ψιλά αυτή τη φορά - και μας πήρανε ζβάρα με τις στουμπιές...
Οι πετριές σβούριζαν ολόγυρα και πέφτανε βροχή.
Δεν πρόλαβα να φύγω κι έπιασα το γκωνάρι ενός νεόκτιστου γιαπιού που ήταν απέναντι απ την εκκλησιά,,, κι αποκλείστη-κα εκεί.
Οι πέτρες δε σταματούσαν και οι Μοναστηρώτες όλο και πλησίαζαν.
Λίγο και θα με πιάνανε αιχμάλωτο.
Ευτυχώς ο Γιώργος της μαμής (Παπαθανασίου) που πρωτο-στατούσε στις μάχες αυτές, ανασύνταξε την παρέα, την εμψύχωσε με ηρωικά λόγια και κάνοντας μια νέα επίθεση, με απελευθέρωσαν.
Ο πετροπόλεμος, άρχιζε συνήθως στα ξαφνικά και στα γρήγορα και οι δάσκαλοί μας, δεν προλάβαιναν να αντιδράσουν.
Δεν τολμούσαν ούτε και να μας ζυγώσουν, απ το πετροβό-λημα. Φώναζαν μόνο από μακρυά,,, αλλά μέσα στη βοή της μάχης και στις στουμπιές που πέφτανε βροχή, ποιος να τους ακούσει.
Για τιμωρία, δεν μας ξανά πήγανε εκδρομή κι όταν έληξε, φρόντιζαν να μας πηγαίνουν σε μέρη που δεν υπήρχαν πέτρες, όπως ήταν τα λιβάδια,,, και βόσκαμε εκεί μέσα, σαν τα πρόβατα.
Ο πετροπόλεμος, ασχέτως με τα σημάδια και τα καρούμπαλα που είχαμε στα κεφάλια μας, ήταν το καλλίτερο παιχνίδι μας.
Σε κάθε περίπτωση αν δεν είχαμε αντίπαλος, με την παραμι-κρή αφορμή χωριζόμασταν σε ομάδες και ο πετροπόλεμος άρχιζε στα γρήγορα.
Άδειαζαν οι δρόμοι απ τις στουμπιές που πέφτανε βροχή και η μάχη έφτανε πολλές φορές και μέχρι στις γειτονιές και στα σοκάκια της Βόνιτσας.
Τα σπασμένα τζάμια και τα κεραμίδια, ήταν αυτά συνήθως που πληρώνανε, τις δικές μας διαφορές.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΉΡΙΟ
Σε μια από αυτές τις μάχες, έφαγε μια στουμπιά στο κεφάλι ο Παντελής ο Κατσάπης και τον φέρανε με αίματα στο φαρμα-κείο.
Το φαρμακείο τότε, ήταν και ιατρείο και νοσοκομείο με γιατρό που αν έλειπε, χρέη γιατρού αναλάμβανε και ο φαρμακο-ποιός
Του ράψανε το τραύμα με βελόνα και κλωστή απ αυτές που ράβουν τα ρούχα, γιατί οι καλές δεν είχαν κυκλοφορήσει ακόμα κι έφυγε με ζάλες και μπανταρισμένος, για το σπίτι.
Ο πατέρας του, ο μπάρμπα Μενέλαος Κατσάπης σαν είδε το παιδί του σ αυτά τα χάλια, μάζεψε καμιά δεκάρια μικρά και τα πήγε στα δικαστήρια της Λευκάδας.
Μεταξύ των κατηγορουμένων ήταν ο Περικλής ο Μασούρας ο Γιάννης ο Βασιλάκος, ο Ηλίας ο Λεμωνής, ο Τάκης ο Μασού-ρας και άλλα μικρά, που το μεγαλύτερο δεν θα ξεπερνούσε τότε, τα δέκα με έντεκα χρόνια.
Σαν τα είδε ο δικαστής,,, καθώς ήταν στο ντύσιμο, στα χρόνια και το μπόι, το έριξε στην πλάκα και ο απλός πετροπόλεμος, έγινε μέσα στο δικαστήριο, Τρωικός Πόλεμος.
Γέλασε και το παρδαλό κατσίκι εκείνη τη μέρα με τα καμώ-ματα του δικαστή και τα λεγόμενα των κατηγορουμένων.
Ο Παντελής, του είπε πως έφαγα μια στουμπιά στο κεφάλι που τούρθε απ τα ψηλά - χωρίς βέβαια να ξέρει ποιος του την πέταξε - και ότι ο δικαστής, έπρεπε να βρει το δράστη,,, και να αποδώσει δικαιοσύνη.
Ό δικαστής που είχε τα κέφια του εκείνη τη μέρα, ρώταγε τα μικρά για τα αίτια της μάχης, για τις επιθέσεις τους,,, για το πως αμύνονταν και τα έβαζε να παριστάνουν, πως πετούσαν τις πέτρες.
Τέτοιο καλαμπούρι, δεν τούχε ματατύχη ποτές, στα δικαστικά χρονικά.
Τα παρακινούσε να του πει το καθένα με κάθε λεπτομέρεια και με περισσότερα λόγια, για το τι ακριβώς είχε γίνει, εκείνη τη μέρα.
Τα είχε όλα όρθια μπροστά του και απολάμβανε τις αφηγή-σεις των μικρών, καθώς του τα λέγανε ανάκατα και τσάτρα - πάτρα.
Μέχρι να απολογηθεί το καθένα χωριστά κι όλα μαζί, έφτασε το γιόμα.
Στο τέλος, τα αθώωσε όλα...
Κέρασε το καθένα και με ένα Λευκαδίτικο μαντολάτο και με δική του εντολή, τα φόρτωσαν σε ένα κάρο και τάστειλαν για τη Βόνιτσα.
Έτσι χωρίς απώλειες, τέλειωσε μια απ τις σπουδαιότερες δίκες που έγιναν ποτές, στα χρόνια του δικού μου παιδόκοσμου.
Ο ΠΑΙΔΟΝΟΜΟΣ
Τότε, πάνω στην αναμπουμπούλα, δε θυμάμαι ακριβώς πότε, για να μπορέσουν να μας συμμαζέψουν απ τους δρόμους και τη θάλασσα, μας βάλανε και παιδονόμο.
Πρώτος, ήταν ο Αρκουδογιάννης, που δεν ξέρω από που ξέπεσε εδώ στη Βόνιτσα, για να μας ταλαιπωρεί..
Ακούγαμε παιδονόμο και γινόμασταν καπνός, μπουχός καλύτερα.
Τον παιδονόμο, τον λέγανε Αρκουδογιάννη, γιατί ντυνόταν αρκούδα και χόρευε εδώ και κει...
Δεν ξέρω, αν το κανε για πλάκα ή από συνήθειο.
Έφερνε όμως και αρκούδες στη Βόνιτσα και χόρευε μαζί τους στις γειτονιές, με αμοιβή του, αυγά...
Βάραγε το ντέφι ρυθμικά κι αντιλαλούσαν οι γειτονιές της Μπούχαλης.

Βγαίναν τότε όλοι στο δρόμο να απολαύσουν το θέαμα, καθώς όρθια η αρκούδα, χοροπήδαγε με σκέρτσα στα πίσω πόδια της και στο ρυθμό του ντεφιού.
Ακούγαμε και εμείς το ντέφι από μακρυά, παρατάγαμε στη μέση το παιχνίδι και τρέχαμε του σκοτωμού να προλάβουμε το θέαμα.
Η καλοκαιρινή ατραξιόν, τέλειωνε με κάτι μικρές μαϊμουδίτσες που τις φέρνανε στη Βόνιτσα, κατάμαυροι, γυρολόοι.
Τις βάζανε πάνω σε ένα ξύλο που κρατούσαν,, και τις ρωτού-σαν,, πως βάζουν οι κυρίες το κραγιόν,,, πως βάζουν οι κυρίες την πούδρα,,, πως σφουγγίζουν οι κυρίες τον κώλο τους,,, κι αυτές ανταποκρίνονταν σωστά, στις ερωτήσεις τους.
Μέτα χορεύανε, κάνανε και μερικές κώλοτούμπες και έβγαινε ο δίσκος.
πηγή
Τη βρύση, την έχετε φωτογραφίσει;
Πες μας κάτι απ τα παλιά, όταν οι δρόμοι της Βόνιτσας, ήταν με χώμα και στο καφενείο της κυρά Γιώργαινας του Μπότση σύχναζαν κάθε απόγευμα οι παλιακοi κι έπιναν το καφεδάκι τους ...
ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΑΣ

Το σχόλιό, ήταν στην παραλία διώροφο, με δυο αίθουσες επάνω και μια μεγάλη κάτω.
Όταν είχε φουσκοθαλασσά, χρειαζόμασταν βάρκα,,, και με τις τραμουντάνες,,, ξέχνα το.
Το είχε χτίσει η εκκλησία και μας τόχε παραχωρήσει, για να μάθουμε γράμματα.
Εμείς όμως, αγαπούσαμε περισσότερο το παιχνίδι, παρά το βιβλίο.
Θ,,, Θ,,,Θ,,, Θύμωσε ο Θύμιος... Έλα Λόλα, έλα, έλα... Όλα όλα...
Σαχλαμάρες.... Εμείς αυτά, τα ξέραμε.
Έτσι όμως και μας έβγαζε ο δάσκαλος στον πίνακα και δεν ξέραμε να τα διαβάσουμε, το ξύλο με τη βίτσα, έπεφτε άγριο.
Ήταν καλός ο δάσκαλός μας ο Ραμόνας, αλλά όταν αγρίευε και βάραγε τη βίτσα πάνω στα θρανία των κοριτσιών, το κάτουρο κύλαγε από κάτω, ποτάμι.
Μια μέρα θυμάμαι, κρατώντας ο δάσκαλός μας ένα ντενεκέ στα χέρια, κάτι μας έλεγε για τα φυτά, όταν πετάχτηκε ή Αλισάβ γεμάτη αφέλεια και τον ρώτησε...
-Καλαθάκι είν αυτό, Δάσκαλε;;;
Εκεί να ήσουνα να δεις, το ξύλο που έφαγε...
Στα τελευταία θρανία, ήταν η μουλαρία. Παιδιά, δέκα με δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερά μας. Τα μάζευε η αστυνομία απ τα σοκάκια και τα κήπια με το ζόρι και τα έφερνε στο σχολείο -με εντολή του Μεταξά- για να μάθουν κι αυτά γράμματα... Σάλταγαν όμως απ τα παραθύρια και άντε συ, να τα ματαβρείς να τα ξαναμαζέψεις.
Για μας, πρώτη σχολική χρονιά, ήταν το 1940...
Ήταν χαρούμενες οι μέρες εκείνες.
Όλη μέρα βάραγαν οι καμπάνες για τις νίκες μας στην Αλβανία και μεις γυρίζαμε στους δρόμους, αδέσποτα.
Μετά, όταν ήρθαν οι Γερμανοί,,, επίταξαν το σχολείο,,, και μας έκαναν έξωση. Μας πέταξαν στο δρόμο και μεις σαν την άδικη κατάρα, αρχίσαμε να γυρνάμε από εκκλησιά σε εκκλησιά.
Κάναμε μάθημα καθισμένα σταυροπόδι καταής στα πλακάκια της μιας ή της άλλης εκκλησιάς κι απ την παγωνιά στον κώλο και την πείνα στην κοιλιά, δεν μπορούσαμε να πάρουμε τα ποδάρια μας.
Πήρα το ενδεικτικό της πρώτης τάξης με 10 και άρχισα να τρέχω σαν τρελός, κρατώντας το ψηλά...
Σκόνταψα όμως σε μια πέτρα κι απ τη φόρα που είχα, έσκασα μέσα σε μια τεράστια λόμπα, που ήταν ανάμεσα στον Πλάτανο και τον Άι-Σπυρίδωνα...
Δεν με ένοιαζε για μένα, αλλά έχασα το ενδεικτικό κάτω απ τα λασπόνερα και μέχρι να το βρω, έγινε κουρέλι.
Τζάμπα έκλαψα τότε για κείνο το ενδεικτικό, γιατί η δασκάλα μας η Ζμαράγδα, με ξανάστειλε και πάλι στην πρώτη τάξη -λόγω ηλικίας- γιατί φοβόταν καθώς έλεγε τον επιθεωρητή.
ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΕΣ ΜΑΣ
Η δασκάλα μας η Σμαράγδα, ήρθε απ την Κέρκυρα για να μας μάθει τα γράμματα.
Ήπιε όμως νερό απ τη βρύση μας τη Μπροσώρα, αγάπησε το Λόλο το Βρακατσέλη, τον παντρεύτηκε κι έγινε Βονιτσάνα.
Λέγανε τότε, πως όποιος ξένος έπινε νερό απ τη βρύση αυτή, δεν τη γλίτωνε... Μαγευόταν,,, κι έμενε για πάντα εδώ.
Όταν ήρθε και η αδελφή της δασκάλας μας, η Κική για να την δει, ήπιε κι αυτή απ το νερό της Μπροσώρας, αγάπησε τον Γιάννη τον Μπάζα,,, κι έμεινε κι αυτή, για πάντα στη Βόνιτσα.
Έτσι η φήμη για το καλό νερό της Βόνιτσας και τη γουρλίδικη βρύση που είχαμε, έφτασε τότε μέχρι την Κέρκυρα και σε λίγο, μας έτυχε και πάλι δασκάλα απο εκεί.
Αυτή τη φορά ήταν η Μαρία Κατσαρού, που μίλαγε γρήγορα τα Κερκυραϊκά και μεις τα μικρά δεν μπορούσαμε να την πιάσουμε.
Σαν μορφωμένη που ήταν, δεν πίστευε στα μάγια και στα ξωτικά, μα όλο τη βλέπαμε να γυρόφερνε τη βρύση και να την κοιτάει, απ όλες τις μεριές.
Ήθελε να δοκιμάσει και η ίδια το νερό και ν αποδείξει πως όλα όσα λέγανε για τη βρύση αυτή και τα μάγια,,, ήτανε παραμύθια, που γύριζαν στη φαντασία του λαού.
Η βρύση αυτή ήτανε πέτρινη θολωτή και είχε δυο μετρά ύψος κι ενάμιση πλάτος.
Μπροστά και καταής, ήταν μια μεγάλη ημικυκλική πέτρινη γούρνα, για να πίνουνε νερό και τ άλογα.
Η γούρνα αυτή, πρέπει να ήταν πολλά χρόνια εκεί ή να τη φέρανε από κάπου αλλού, γιατί το νερό που ξεχείλιζε ολό-γυρά της, την είχε γλύψει και την είχε κάνει λεία και γλιστερή.
Για να πιεις το νερό της βρύσης, έπρεπε να περάσεις τα γύρω λασπόνερα, να ανέβεις πάνω στη γλιστερή της γούρνα και να πιαστείς γερά απ τη μεγάλη κάνουλα, για να την απολαύσεις.Το πως τα κατάφερε η δασκάλα και σκάλωσε μέχρι εκεί, δεν το ξέρω. Το βέβαιο είναι πως ο δάσκαλός αγάπησε τη δασκάλα μας ή η δασκάλα τον Δάσκαλό μας κι από τότες, αρχίσαμε και εμείς να κάνουμε μαζί τους ρομαντικές εκδρομές, στα πέριξ της Βόνιτσας.
Τότες κατάλαβα, πως οι περιπλανήσεις μας στα κήπια και στα περιβόλια δεν ήταν κλεψιές, αλλά στη γλώσσα των δασκάλων μας, εκδρομές.
Παντρεύτηκε ο δάσκαλος τη δασκάλα μας και όλα πηγαίναν κατ ευχή.
Όμως με τα χρόνια που περάσαν κι επειδή το κακό είχε παραγίνει, το κοινοτικό συμβούλιο με επανειλημμένες συσκέψεις, αντί να καλλωπίσει τη βρύση αυτή, αποφάσισε να την ξηλώσει εκ βάθρων και το έκανε.
Τα γεροντοπαλίκαρα και οι μεγαλοκοπέλες που είχαν απομείνει στο ράφι, ήταν πολλά και στα σίγουρα, έφταιγε η βρύση αυτή.
Βλέπεις εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν πολλοί ξένοι στη Βόνιτσα όπως είναι σήμερα, για να κάνει καθένας την επιλογή του κι από παραπέρα.
Ο ΠΕΤΡΟΠΟΛΕΜΟΣ
Οι εκδρομές με το δάσκαλο και τη δασκάλα μας φτάνανε στην αρχή μέχρι τα γύρω εξωκλήσια και αργότερα μέχρι τον Πλατανιά, στο κτήμα του Γιαννέλου...
Μια φορά, βρεθήκαμε και στο Μοναστηράκι.
Μας πήγε και μας άδειασε ένα φορτηγό στην ποταμιά, κάτω απ τα πλατάνια, εκεί κοντά στην πηγή...
Με το που φτάσαμε, μαζεύτηκαν τα μαθητούδια του χωριού και αντί για υποδοχή, μας έβαλαν με τις πέτρες...
Αυτή ήταν και η δική μας ευκαιρία.
Ορμήσαμε και μεις καταπάνω τους και τους πήγαμε πετροβολώντας, μέχρι πάνω απ την εκκλησιά.
Ο τόπος ολόγυρα, ήταν ιδανικός για πετροπόλεμο.
Ο ξεροπόταμος που κατέβαινε απ το Περγαντί και περνούσε μέσα στο χωριό, με τις χειμωνιάτικες κατεβασιές το μπάζωνε με χαλιάδες... Παντού υπήρχαν ωραίες στρογγυλές πέτρες, που όταν τις πέταγες, δεν αστοχούσαν.
Οι αντίπαλοι έχοντας το πλεονέκτημα της ανηφόρας, και ενισχυμένοι με πολλά ακόμη λιανόπαιδα του χωριού, κάνανε τη δική τους αντεπίθεση - απ τα ψιλά αυτή τη φορά - και μας πήρανε ζβάρα με τις στουμπιές...
Οι πετριές σβούριζαν ολόγυρα και πέφτανε βροχή.
Δεν πρόλαβα να φύγω κι έπιασα το γκωνάρι ενός νεόκτιστου γιαπιού που ήταν απέναντι απ την εκκλησιά,,, κι αποκλείστη-κα εκεί.
Οι πέτρες δε σταματούσαν και οι Μοναστηρώτες όλο και πλησίαζαν.
Λίγο και θα με πιάνανε αιχμάλωτο.
Ευτυχώς ο Γιώργος της μαμής (Παπαθανασίου) που πρωτο-στατούσε στις μάχες αυτές, ανασύνταξε την παρέα, την εμψύχωσε με ηρωικά λόγια και κάνοντας μια νέα επίθεση, με απελευθέρωσαν.
Ο πετροπόλεμος, άρχιζε συνήθως στα ξαφνικά και στα γρήγορα και οι δάσκαλοί μας, δεν προλάβαιναν να αντιδράσουν.
Δεν τολμούσαν ούτε και να μας ζυγώσουν, απ το πετροβό-λημα. Φώναζαν μόνο από μακρυά,,, αλλά μέσα στη βοή της μάχης και στις στουμπιές που πέφτανε βροχή, ποιος να τους ακούσει.
Για τιμωρία, δεν μας ξανά πήγανε εκδρομή κι όταν έληξε, φρόντιζαν να μας πηγαίνουν σε μέρη που δεν υπήρχαν πέτρες, όπως ήταν τα λιβάδια,,, και βόσκαμε εκεί μέσα, σαν τα πρόβατα.
Ο πετροπόλεμος, ασχέτως με τα σημάδια και τα καρούμπαλα που είχαμε στα κεφάλια μας, ήταν το καλλίτερο παιχνίδι μας.
Σε κάθε περίπτωση αν δεν είχαμε αντίπαλος, με την παραμι-κρή αφορμή χωριζόμασταν σε ομάδες και ο πετροπόλεμος άρχιζε στα γρήγορα.
Άδειαζαν οι δρόμοι απ τις στουμπιές που πέφτανε βροχή και η μάχη έφτανε πολλές φορές και μέχρι στις γειτονιές και στα σοκάκια της Βόνιτσας.
Τα σπασμένα τζάμια και τα κεραμίδια, ήταν αυτά συνήθως που πληρώνανε, τις δικές μας διαφορές.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΉΡΙΟ
Σε μια από αυτές τις μάχες, έφαγε μια στουμπιά στο κεφάλι ο Παντελής ο Κατσάπης και τον φέρανε με αίματα στο φαρμα-κείο.
Το φαρμακείο τότε, ήταν και ιατρείο και νοσοκομείο με γιατρό που αν έλειπε, χρέη γιατρού αναλάμβανε και ο φαρμακο-ποιός
Του ράψανε το τραύμα με βελόνα και κλωστή απ αυτές που ράβουν τα ρούχα, γιατί οι καλές δεν είχαν κυκλοφορήσει ακόμα κι έφυγε με ζάλες και μπανταρισμένος, για το σπίτι.
Ο πατέρας του, ο μπάρμπα Μενέλαος Κατσάπης σαν είδε το παιδί του σ αυτά τα χάλια, μάζεψε καμιά δεκάρια μικρά και τα πήγε στα δικαστήρια της Λευκάδας.
Μεταξύ των κατηγορουμένων ήταν ο Περικλής ο Μασούρας ο Γιάννης ο Βασιλάκος, ο Ηλίας ο Λεμωνής, ο Τάκης ο Μασού-ρας και άλλα μικρά, που το μεγαλύτερο δεν θα ξεπερνούσε τότε, τα δέκα με έντεκα χρόνια.
Σαν τα είδε ο δικαστής,,, καθώς ήταν στο ντύσιμο, στα χρόνια και το μπόι, το έριξε στην πλάκα και ο απλός πετροπόλεμος, έγινε μέσα στο δικαστήριο, Τρωικός Πόλεμος.
Γέλασε και το παρδαλό κατσίκι εκείνη τη μέρα με τα καμώ-ματα του δικαστή και τα λεγόμενα των κατηγορουμένων.
Ο Παντελής, του είπε πως έφαγα μια στουμπιά στο κεφάλι που τούρθε απ τα ψηλά - χωρίς βέβαια να ξέρει ποιος του την πέταξε - και ότι ο δικαστής, έπρεπε να βρει το δράστη,,, και να αποδώσει δικαιοσύνη.
Ό δικαστής που είχε τα κέφια του εκείνη τη μέρα, ρώταγε τα μικρά για τα αίτια της μάχης, για τις επιθέσεις τους,,, για το πως αμύνονταν και τα έβαζε να παριστάνουν, πως πετούσαν τις πέτρες.
Τέτοιο καλαμπούρι, δεν τούχε ματατύχη ποτές, στα δικαστικά χρονικά.
Τα παρακινούσε να του πει το καθένα με κάθε λεπτομέρεια και με περισσότερα λόγια, για το τι ακριβώς είχε γίνει, εκείνη τη μέρα.
Τα είχε όλα όρθια μπροστά του και απολάμβανε τις αφηγή-σεις των μικρών, καθώς του τα λέγανε ανάκατα και τσάτρα - πάτρα.
Μέχρι να απολογηθεί το καθένα χωριστά κι όλα μαζί, έφτασε το γιόμα.
Στο τέλος, τα αθώωσε όλα...
Κέρασε το καθένα και με ένα Λευκαδίτικο μαντολάτο και με δική του εντολή, τα φόρτωσαν σε ένα κάρο και τάστειλαν για τη Βόνιτσα.
Έτσι χωρίς απώλειες, τέλειωσε μια απ τις σπουδαιότερες δίκες που έγιναν ποτές, στα χρόνια του δικού μου παιδόκοσμου.
Ο ΠΑΙΔΟΝΟΜΟΣ
Τότε, πάνω στην αναμπουμπούλα, δε θυμάμαι ακριβώς πότε, για να μπορέσουν να μας συμμαζέψουν απ τους δρόμους και τη θάλασσα, μας βάλανε και παιδονόμο.
Πρώτος, ήταν ο Αρκουδογιάννης, που δεν ξέρω από που ξέπεσε εδώ στη Βόνιτσα, για να μας ταλαιπωρεί..
Ακούγαμε παιδονόμο και γινόμασταν καπνός, μπουχός καλύτερα.
Τον παιδονόμο, τον λέγανε Αρκουδογιάννη, γιατί ντυνόταν αρκούδα και χόρευε εδώ και κει...
Δεν ξέρω, αν το κανε για πλάκα ή από συνήθειο.
Έφερνε όμως και αρκούδες στη Βόνιτσα και χόρευε μαζί τους στις γειτονιές, με αμοιβή του, αυγά...
Βάραγε το ντέφι ρυθμικά κι αντιλαλούσαν οι γειτονιές της Μπούχαλης.

Βγαίναν τότε όλοι στο δρόμο να απολαύσουν το θέαμα, καθώς όρθια η αρκούδα, χοροπήδαγε με σκέρτσα στα πίσω πόδια της και στο ρυθμό του ντεφιού.
Ακούγαμε και εμείς το ντέφι από μακρυά, παρατάγαμε στη μέση το παιχνίδι και τρέχαμε του σκοτωμού να προλάβουμε το θέαμα.
Η καλοκαιρινή ατραξιόν, τέλειωνε με κάτι μικρές μαϊμουδίτσες που τις φέρνανε στη Βόνιτσα, κατάμαυροι, γυρολόοι.
Τις βάζανε πάνω σε ένα ξύλο που κρατούσαν,, και τις ρωτού-σαν,, πως βάζουν οι κυρίες το κραγιόν,,, πως βάζουν οι κυρίες την πούδρα,,, πως σφουγγίζουν οι κυρίες τον κώλο τους,,, κι αυτές ανταποκρίνονταν σωστά, στις ερωτήσεις τους.
Μέτα χορεύανε, κάνανε και μερικές κώλοτούμπες και έβγαινε ο δίσκος.
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου