
Βρυκόλακες θεωρούνταν ότι γίνονταν οι ασεβείς και οι κακούργοι, οι οποίοι είχαν διαπράξει εν ζωή τρομερά ανοσιουργήματα, τρεφόμενα από τα κακεντρεχή τους αισθήματα. Μάλιστα, ακόμα και μετά θάνατον, επεδίωκαν να ταράζουν και να βλάπτουν με κάθε μέσο τους ζωντανούς.
Αλλά το κυριότερο αίτιο για να μεταστραφεί κάποιος σε βρυκόλακα ήταν ο αφορισμός. Όταν κάποιος εισέπραττε κατάρες, ώστε να αποκλειστεί από τη μεταθανάτια γαλήνη, υποπίπτοντας στη δυσμένεια επισκόπου και αφοριζόταν τελικώς, πιστευόταν ότι το κορμί του θα έμενε άλιωτο και θα διωκόταν από το κοιμητήριο τις νύχτες, τριγυρίζοντας άσκοπα στις πόλεις και στους αγρούς, σκορπίζοντας τον τρόμο και τον θάνατο.
Οι Σλάβοι του Μαυροβουνίου, κατά τον Jacques Louis Vialla de Sommieres, πίστευαν πως αν ο επίσκοπος έδινε άφεση αμαρτιών σ’ έναν αφορισμένο, πάνω από τον τάφο του, ημέρα Σαββάτου, τότε το τέως άλιωτο σώμα του βρυκόλακα θα μπορούσε επιτέλους να αποσυντεθεί κι επομένως, να γαληνέψει το πνεύμα του.
Το σώμα του αφορισμένου επισκόπου δεν είχε αποσυντεθεί για έναν ολόκληρο αιώνα και παρέμεινε στο μνήμα του σαν ακέραιο κομμάτι από σίδερο βαρύ κι αλύγιστο. Μετά από εκατό χρόνια και πάλι, ξαναέγινε μερική σύνοδος εκατό επισκόπων στην ίδια περιοχή, οι οποίοι αποφάσισαν πως έπρεπε επιτέλους να συγχωρήσουν τον αναθεματισμένο επίσκοπο. Μετά τη δέουσα προσευχή, το άλυτο σώμα του μετατράπηκε αυτομάτως σε σκόνη και η ψυχή του ξεκίνησε για το ουράνιο ταξίδι της.
Έτσι, εάν οτιδήποτε ταράξει τις ζωές των Ελλήνων, για παράδειγμα αν ακουστεί ανεξήγητος θόρυβος μέσα στη νύχτα ή απροσδιόριστες κραυγές ή ζημιές, που δεν ξέρουν πού να της αποδώσουν, ξαφνικό κακό ή αναπάντεχος θάνατος, τότε για όλα κατηγορούν τους αφορισμένους βρυκόλακες, που έχουν κατακλύσει τα νεκροταφεία τους. Μόλις διαδοθεί η είδηση ότι τους καταδιώκει βρυκολακιασμένος, που είναι νεκρός μιας ή δυο ημερών το πολύ, άντρες, γυναίκες και παιδιά σπεύδουν αμέσως στα κοιμητήρια και ξεθάβουν το ύποπτο πτώμα. Αν το βρουν ατόφιο, απευθύνονται πάραυτα στον επίσκοπο, για να το εξορκίσει.
Ο εξορκισμός τελείται με τον ακόλουθο τρόπο: Στον τόπο που διέμενε ο βρυκόλακας, αφήνεται ένα χρηματικό ποσό για τον επίσκοπο, ώστε να τελέσει τον εξορκισμό. Οι συγγενείς του νεκρού, κατόπιν, είναι υποχρεωμένοι να παραθέσουν μεγαλοπρεπές συμπόσιο στο νεκροταφείο. Αν είναι φτωχοί, τα έξοδα βαρύνουν τον πλουσιότερο κάτοικο του χωριού. Ο επίσκοπος, ενδεδυμένος τα ιερά του άμφια, προστάζει, εν ονόματι του Θεού, τον νεκρό να φάει από τα παρατιθέμενα φαγητά. Αν δε συμβεί αυτό, βεβαιώνεται ότι είναι πράγματι βρυκόλακας.
Μετά το πέρας της τελετής, ο επίσκοπος μαζί με τους παπάδες πίνουν το υπόλοιπο μείγμα και τρώνε τα φαγητά, που αρνήθηκε να φάει ο βρυκολακιασμένος. Υπήρξα αυτόπτης μάρτυρας μιας τέτοιας τελετής”, υπογράμμιζε ο περιηγητής Scrofani.
Αν μετά από μια τέτοια τελετή, ο βρυκόλακας δεν ησύχαζε, αποφάσιζαν ή να κάψουν το πτώμα του ή να το μεταφέρουν σε κάποιο ερημονήσι, ώστε να διασχίσει θάλασσα, που ήταν το μόνο σίγουρο αντιφάρμακο.
Ενίοτε, όμως, κι άλλα περιστατικά εμπόδιζαν τον βρυκόλακα να ημερέψει, όπως φαίνεται από τις διηγήσεις του Γάλλου βοτανολόγου και περιηγητή Joseph Pitton de Tournefort, σχετικά με τον περίφημο Βρυκόλακα της Μυκόνου.
Όταν ο Tournefort βρισκόταν στη Μύκονο, ανάμεσα στο 1700 και 1702, διαδόθηκε πως κάποιος νεκρός είχε βρυκολακιάσει και κακοποιούσε ανθρώπους και ζώα. Αρχικά, το γεγονός δε θεωρήθηκε σπουδαίο, αλλά σταδιακά, τα φαινόμενα κλιμακώθηκαν επικίνδυνα. Έτσι, οι προεστοί και ο ιερέας του νησιού αποφάσισαν να εξορκίσουν τον δαίμονα εννέα ημέρες μετά την ταφή του. Τη δέκατη ημέρα τελέστηκε λειτουργία στο νεκροταφείο, όπου ξέθαψαν το άλιωτο πτώμα του βρυκόλακα, αφαίρεσαν την καρδιά του και την έκαψαν.
Παρόλα αυτά, το κακό βυσσοδομούσε. Τότε, κάποιος Αλβανός τούς συμβούλεψε να πάψουν να τρυπούν το κορμί του με το χριστιανικό ξίφος, που έφερε λαβή σχήματος σταυρού, αλλά με τουρκικό ξίφος, ώστε να τον εξολοθρεύσουν και μην ξαναεμφανιστεί ποτέ πια. Έτσι κι έγινε…
Όταν κάποιος ασθενής υπέθετε ότι η αρρώστια του προερχόταν από επενέργεια βρυκόλακα, καλούσε ιερέα και πήγαινε μαζί του στον τάφο εκείνου, που υποπτευόταν ότι είχε βρυκολακιάσει και που επιζητούσε το κακό του. Έτσι, έσχιζαν το πτώμα και του αποσπούσαν την καρδιά, την οποία τρυπούσαν με βελόνες ή αγκάθια, βέβαιοι πως ο βρυκόλακας θα γαληνέψει και θα εγκαταλείψει τον κακόβουλο σκοπό του.
Οι προλήψεις αυτές προφανώς σχετίζονταν με τις μεσαιωνικές δεισιδαιμονίες. Όπως διηγούνταν ο Βρετανός διπλωμάτης και ιστορικός Sir Paul Rycaut, όταν κάποια γυναίκα δυσκολευόταν να γεννήσει και κατά τις ωδίνες του τοκετού πέθαινε μαζί με το παιδί της, τους έβαζαν στον ίδιο τάφο και τους παλούκωναν μαζί, ώστε να μη βρυκολακιάσουν.
Ο δαίμονας συχνά έβγαινε από το μνήμα του τις αφέγγαρες νύχτες και κατευθυνόταν σε κατοικημένα μέρη. Στο πρώτο σπίτι που συναντούσε στο διάβα του, άνοιγε την πόρτα και καλούσε, γεγωνυία τη φωνή, να δει αν κάποιος τον ακούει. Εάν κάποιος τύχαινε να αποκριθεί στο απόκοσμο κάλεσμά του, την επόμενη κιόλας ημέρα βρισκόταν νεκρός. Εάν, όμως, δεν αποκρινόταν, τότε διέφευγε τον κίνδυνο και γλίτωνε τη ζωή του.
Γι΄ αυτόν τον λόγο, οι Χιώτες ποτέ δεν απαντούν σε κάλεσμα με την πρώτη φορά, αλλά αντιθέτως, αν επαναληφθεί η πρόσκληση, βεβαιώνονται ότι δεν είναι βρυκόλακας και τότε μόνο αποκρίνονται.
Ενίοτε, οι βρυκόλακες ιστορούνται ως παντελώς αβλαβείς, που υποφέρουν οι ίδιοι, όμως, καθώς δεν ετάφησαν. Ο διακεκριμένος Έλληνας ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας, στη διήγησή του για τον βρυκόλακα Μαραβέλη, ανέφερε τα εξής στο “Χρονικό του Γαλαξειδίου” :
Πολλές φορές, που έτυχε να περνώ από εκεί, άκουσα τους νεαρούς αγωγιάτες να ανακράζουν:
“Νίκο Μαραβέλη
Μην τρως το μέλι!”
Ενώ στο σπήλαιο εκείνο τα σμήνη των μελισσών αποθήκευαν το ολόγλυκο μέλι τους, κανένας δεν αποκοτούσε να εισέλθει και να το πάρει, καθώς πιστευόταν ότι επιθετικά δαιμόνια φύλασσαν την είσοδο. Οι άνθρωποι υποστήριζαν πως ο ηρωικός Μαραβέλης, καθώς εξέπνεε, υπερφυσικά δαιμόνια κατέλαβαν την ψυχή του και συγχρόνως, μετατράπηκε σε απέθαντο, αφού παρέμεινε άταφος και αλειτούργητος”.
Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΙΛΙΣΣΟΣ”, στις 15/03/1870…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου