
Kίμωνος, του Αθηναίου
Διάβαζα προχθές μερικές σελίδες από ένα πολύ ωραίο βιβλίο του Πέτρου Μακρή-Στάικου: «Κίτσος Μαλτέζος: ο αγαπημένος των Θεών».
Το είχα διαβάσει πριν χρόνια και μου είχε αρέσει πολύ. Συχνά πυκνά, ξανακοιτάζω μερικά κομμάτια του, ιδίως αυτά που ιχνογραφούν με λεπτομέρεια την κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα της πρωτεύουσας στην περίοδο του Μεσοπολέμου, του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου και στην περίοδο της Κατοχής. Αυτή τη φορά, το βλέμμα μου και το μυαλό μου έμεινε με επιμονή στο εξής κείμενο, μία λιτή, καταπληκτική αναφορά στη γενιά του ’40, της οποίας ο ήρωας του βιβλίου, Κίτσος Μαλτέζος, υπήρξε ξεχωριστή φιγούρα.
«‘Οσοι γεννήθηκαν λίγο πριν, κυρίως όμως λίγο μετά το 1920, ονομάστηκαν αργότερα «Η γενιά του ‘40». Στη διάρκεια του 20ού αιώνα αποτέλεσαν την τελευταία – σημαδεμένη από τον αριθμό μιας από τις δεκαετίες του – «επώνυμη» γενιά, και τούτο γιατί η ενηλικίωσή τους συνέπεσε με τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και όσα επακολούθησαν.
Σε σχέση με τις προηγούμενες, η γενιά του ’40 έμοιαζε προνομιούχα: Έζησε κάπου δεκαοκτώ χρόνια ειρήνης (1922-1940), σε μία Ελλάδα με παγιωμένα σύνορα, αναπτυσσόμενη οικονομία και πρωτόγνωρο εκσυγχρονισμό σε πολλούς τομείς κοινωνικής δραστηριότητας. Τα παιδιά εκείνα γνώρισαν την ραγδαία πρόοδο της επιστήμης, της τεχνολογίας και της βιομηχανίας μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν τα πρώτα που άκουσαν ραδιόφωνο, αντίκρισαν αεροπλάνα και υδροπλάνα να πετούν πάνω από την Ακρόπολη, μίλησαν στο τηλέφωνο, είδαν ομιλούντα κινηματογράφο. Διχασμένα ανάμεσα στον απόηχο του 19ου αιώνα που έσβηνε οριστικά και στον ορυμαγδό του 20ού που ειχε ανατείλει για τα καλά, ένιωσαν «το τέλος της βεβαιότητας» για θεσμούς, πρότυπα και αξίες, ώσπου να βρεθούν μπροστά στις νέες, θρησκευτικές, «βεβαιότητες» των ολοκληρωτισμών: του κομμουνισμού στη Σοβιετική Ένωση και των φασισμών στην Ευρώπη. Αποτέλεσμα, η έντονη ψυχική αγωνία της γενιάς εκείνης, το νέο mal di siècle, κατά την έκφραση του Γιώργου Θεοτοκά.(Εισαγωγή, σελ. 15 & 16).
... Σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο έζησε τα παιδικά της χρόνια και την εφηβεία της η γενιά του ’40. Παρ’ όλο που το μεγαλύτερο μέρος της δεν πολέμησε το 1940-1941, η γενιά αυτή αποδεκατίστηκε στην Κατοχή και στους εμφυλίους πολέμους. Ενώ διέθετε πατριωτισμό και εντιμότητα όσο καμιά προηγούμενη και, ίσως, όσο καμιά επόμενη γενιά, ενώ στους κόλπους της υπήρχαν πολλά άξια και προικισμένα άτομα που θα μπορούσαν να είχαν αλλάξει την εικόνα αυτού του τόπου, εντούτοις δεν κυβέρνησε ποτέ την Ελλάδα, δεν επέβαλε το δικό της πολιτικό όραμα και, από την άποψη αυτή, θεωρείται «χαμένη γενιά». (Εισαγωγή, σελ. 28).»
Κάθε φορά έκανα τους αναπόφευκτους συνειρμούς αλλά απωθούσα το συμπέρασμα που η τελευταία παράγραφος του κειμένου σε ωθεί να σκεφτείς. Κάποιο ένστικτο αυτοάμυνας με «προστάτευε». Αυτή τη φορά δεν τα κατάφερα. Ίσως η πρόσφατη αλλαγή στα δεδομένα της ζωής μου, ίσως το αναπόφευκτο συναίσθημα της ήττας που δύσκολα πλέον καταπιέζεται, άφησαν τη σκέψη μου ελεύθερη. Δυστυχώς, ανήκω σε μία γενιά ηττημένη. Σε μία γενιά η οποία δεν «κυβέρνησε» και δεν θα «κυβερνήσει» ποτέ, μία γενιά την οποία η Ιστορία θα προσπεράσει τελείως αδιάφορα και δεν θα στέρξει να της αφιερώσει ούτε μία αράδα στην εξιστόρηση μίας περιόδου ειρηνικής μεν, δραματικής δε, για την Ελλάδα. Μια γενιά που πέρασε βίαια στο περιθώριο όταν ήταν η «σειρά» της να εκφωνήσει την δική της πρόταση.
Περάσαμε και δεν αγγίξαμε. Στην κυριολεξία.
Μας άξιζε; Δεν ξέρω. Ίσως ναι, ίσως όχι.
Είναι μεγάλες οι ομοιότητες με την γενιά του ’40, όπως την ιχνογραφεί ο Πέτρος Μακρής-Στάικος και θα τις γράψω παρακάτω. Τεράστιες όμως και οι διαφορές. Η γενιά του ’40 χάθηκε σε έναν ανελέητο εμφύλιο μέσα στην πιο δραματική περίοδο, στον ορυμαγδό μίας δεκαετίας (’40-’50) η οποία ακόμη μας στοιχειώνει. Συνεθλίβει κυριολεκτικά «στα δόντια της μυλόπετρας» που «κατάπινε» τον παλιό, προπολεμικό κόσμο για να αναδυθεί ο καινούργιος, ο μεταπολεμικός, με τις δικές του ιδεολογίες και διαιρέσεις. Η δική μου γενιά «χάθηκε» κυριολεκτικά μέσα στην απατηλή λάμψη μιας πλαστής καταναλωτικής ευωχίας, στο ψεύτικο είδωλο μίας «ισχυρής» και «ευημερούσης» Ελλάδας που στήριζε την υπερβολική καλοπέραση σε πήλινα στηρίγματα και στην κατάρρευση κάθε κώδικα αξιών, κάθε ηθικής συγκρότησης, κάθε στοιχείου από αυτά που οριοθετούν την συνοχή και (τελικά) την αντοχή κάθε κοινωνίας.
Για να είμαι δίκαιος: δεν φταίει, καθόλου ίσως, η δική μου γενιά γιά αυτή τη ριζική, εκ βάθρων αλλαγή στη συγκρότηση της Ελληνικής κοινωνίας. Αυτή είναι θλιβερό «επίτευγμα» μίας πραγματικά επώνυμης γενιάς, της περίφημης «γενιάς του Πολυτεχνείου» καθώς και της αμέσως προηγουμένης της. Αυτό όμως που βαραίνει εμάς, πού ήταν ο καταλύτης στην τύχη μας και ο δρόμος που μας οδήγησε στο περιθώριο της Ιστορίας, ήταν η απάθειά μας. Δεν μας έλειψαν τα καλά μυαλά, η γνώση, η παιδεία, οι ικανότητες και άλλες πολλές δεξιότητες και αρετές. Κάθε άλλο. Τα είχαμε (και τα έχουμε ακόμη) περισσότερο ίσως από κάθε άλλη γενιά. Μας έλειψε το συλλογικό ήθος και η «ψυχή». Βλέπαμε τις διαλυτικές διεργασίες, παρατηρούσαμε τον μετασχηματισμό της κοινωνίας, δεν μας διέφευγε η δυναμική του φαινομένου, αλλά δεν μας ενδιέφερε να αντιδράσουμε. Περιμέναμε απλά τη σειρά μας για να πάρουμε μέρος στο «γλέντι» που είχε στηθεί από τους «προηγουμένους». Μόνο που, για κακή μας τύχη, όταν ήλθε «η ώρα μας», το «γλέντι» είχε τελειώσει και μόλις είχε φτάσει και ο «λογαριασμός». Τον οποίο θα έπρεπε να πληρώσουμε εμείς και τα παιδιά μας.
Όταν έφτασε η ώρα να πάρει η γενιά μου την ευθύνη της διαχείρισης της κοινωνίας και να δώσει το όποιο «στίγμα» της στην Ιστορία, όταν ήλθε η ώρα να πάρει την πολιτική εξουσία, να διοικήσει, να νομοθετήσει, να δώσει τον δικό της «τόνο» ως πολιτική, επιστημονική, επιχειρηματική, διοικητική «ελίτ», απλά δεν υπήρχε πια κράτος για να παράγει εξουσία, οικονομίαγια να έχουν έδαφος οι ιδέες και οι πρωτοβουλίες, κοινωνίαγια να λειτουργήσει και να κοινωνήσει τον πολιτισμό και την επιστήμη. Όλα κατέρρευσαν και παραδόθηκαν και επισήμως στους «έξωθεν» θεσμούς που πλέον αποφασίζουν για εμάς. Και επειδή, ως γνήσιο «παρακολούθημα» της γενιάς του Πολυτεχνείου θα ήμασταν χείριστοι διαχειριστές της κατάστασης που προέκυψε, η (τύποις) «εξουσία» πέρασε στα χέρια της επόμενης γενιάς, στα χέρια νέων «διαχειριστών». Και αυτό βέβαια, ίσως είναι το λιγότερο τραγικό. Αυτό, συνοδεύτηκε και από την άσχημη τύχη πολλών ανθρώπων της γενιάς μου που αντί να απολαμβάνουν την επιτυχία μίας σταδιοδρομίας που (θα έπρεπε να) φτάνει στο απόγειο της, βρέθηκαν χωρίς δουλειά εκεί κοντά στα 50, με οικογενειακές υποχρεώσεις τεράστιες, οικονομικές ανάγκες δυσβάστακτες που πολλές φορές ασυναίσθητα επέφερε μία – έως τότε – επιτυχημένη σταδιοδρομία που διακόπηκε βίαια. Μαζί και με τα ψυχικά συντρίμμια μιας αναπάντεχης και βίαιης αποτυχίας που δεν μπορεί να σε βγάλει εκτός μάχης– ο αγώνας πρέπει να συνεχιστεί.
Ξαναρωτάω τον εαυτό μου. Μας άξιζε; Δεν ξέρω.
Είναι και τόσα τα καλά που μπορώ να γράψω για τη γενιά μου, με μία προφανή τρυφερότητα και μία αναπόφευκτη υπερβολή. Αλλά υπάρχουν. Από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω. Σίγουρα, είμαστε(ή μάλλον, ήμασταν) μία τυχερή γενιά. Μεγαλώσαμε σε έναν κόσμο που μπορεί να ασφυκτιούσε σε έναν πλανητικό πολιτικο-ιδεολογικό και στρατιωτικό ανταγωνισμό, αλλά ταυτόχρονα έναν κόσμο χωρίς τους πολέμους και τις καταστροφές που αντιμετώπισε η γενιά των πατεράδων και των παππούδων μας. Μεγαλώσαμε σε μία Ελλάδα που επούλωνε τα τραύματα της φρικτής δεκαετίας ’40-’50 και πήγαινε αργά, αλλά σταθερά, προς το καλύτερο. Με όλα τα δύσκολα προβλήματα που είχε κληροδοτήσει η Κατοχή, ο Εμφύλιος (τα οποία ακόμη μας ταλανίζουν) και η στρεβλή, ανάπηρη δημοκρατία που ακολούθησε, η Ελλάδα προχωρούσε μπροστά και αναπτυσσόταν σταθερά. Αυτό βέβαια είχε και μία σημαντική «παρενέργεια» για τη γενιά μου: κληρονομήσαμε σιωπηλά μία άτυπη παραδοχή πως αυτή η ευθύγραμμη πρόοδος ήταν πλέον κάτι σαν ιστορικός νόμος, μία μη αναστρέψιμη διαδικασία. Η θορυβώδης κατάρρευση αυτής της ψευδαίσθησης στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας είναι βέβαια αυτό που καθόρισε την τύχη μας και μάλλον είναι και ο λόγος που γράφω και αυτό το σημείωμα.
Ξαναρωτάω τον εαυτό μου. Μας άξιζε; Δεν ξέρω.
Είναι και τόσα τα καλά που μπορώ να γράψω για τη γενιά μου, με μία προφανή τρυφερότητα και μία αναπόφευκτη υπερβολή. Αλλά υπάρχουν. Από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω. Σίγουρα, είμαστε(ή μάλλον, ήμασταν) μία τυχερή γενιά. Μεγαλώσαμε σε έναν κόσμο που μπορεί να ασφυκτιούσε σε έναν πλανητικό πολιτικο-ιδεολογικό και στρατιωτικό ανταγωνισμό, αλλά ταυτόχρονα έναν κόσμο χωρίς τους πολέμους και τις καταστροφές που αντιμετώπισε η γενιά των πατεράδων και των παππούδων μας. Μεγαλώσαμε σε μία Ελλάδα που επούλωνε τα τραύματα της φρικτής δεκαετίας ’40-’50 και πήγαινε αργά, αλλά σταθερά, προς το καλύτερο. Με όλα τα δύσκολα προβλήματα που είχε κληροδοτήσει η Κατοχή, ο Εμφύλιος (τα οποία ακόμη μας ταλανίζουν) και η στρεβλή, ανάπηρη δημοκρατία που ακολούθησε, η Ελλάδα προχωρούσε μπροστά και αναπτυσσόταν σταθερά. Αυτό βέβαια είχε και μία σημαντική «παρενέργεια» για τη γενιά μου: κληρονομήσαμε σιωπηλά μία άτυπη παραδοχή πως αυτή η ευθύγραμμη πρόοδος ήταν πλέον κάτι σαν ιστορικός νόμος, μία μη αναστρέψιμη διαδικασία. Η θορυβώδης κατάρρευση αυτής της ψευδαίσθησης στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας είναι βέβαια αυτό που καθόρισε την τύχη μας και μάλλον είναι και ο λόγος που γράφω και αυτό το σημείωμα.
Δεν ήταν μόνο η «τεχνολογική» μας «παιδεία». Είμαστε η τελευταία γενιά – από τις τωρινές, τουλάχιστον - που δεν χρειάζεται «μετάφραση στα Νεοελληνικά»(!) για να διαβάσει τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Ανδρέα Καρκαβίτσα (και ελπίζω να μην είμαστε η τελευταία γενιά που δεν το χρειάζεται, γενικώς ...). Είμαστε οι τελευταίοι που αφομοιώσαμε και το τελευταίο στοιχείο από εκείνη την υπέροχη, «παλαιάς κοπής» εκπαίδευση που μας επιτρέπει ακόμη να καταλαβαίνουμε κάτι από τον Όμηρο, τον Ξενοφώντα και τον Θουκυδίδη και να είμαστε σε θέση να καταλάβουμε τι λέει η δοξολογία στην Εκκλησία – και αυτό έχει μία αξία, ανεξάρτητα από τις μεταφυσικές πεποιθήσεις του καθενός. Κι ας μας τραβούσε με συνέπεια το χαλί, συνεχώς και με μανία ανεξήγητη, το επίσημο Κράτος. Μάθαμε να γράφουμε με το πολυτονικό σύστημα και μόλις αποφοιτήσαμε από το Λύκειο, καθιερώθηκε το μονοτονικό – το οποίο βέβαια, κανείς μας δεν έμαθε καλά, ακόμη στους τόνους και στα πνεύματα πάει το χέρι όταν γράφει ελεύθερα. Στην «πλάτη» μας δοκιμάστηκε η «αναβάθμιση» του συστήματος εισαγωγής στα Πανεπιστήμια. Από το παλαιό «ακαδημαϊκό» σύστημα (με εξετάσεις που δίνονταν στα τέλη Αυγούστου), περάσαμε στις «διπλές Πανελλήνιες» (Β’ & Γ’ Λυκείου) που τελικά έγιναν «απλές» Πανελλήνιες εξετάσεις (μόνο Γ’ Λυκείου). Μέχρι και η μοναδική στην ιστορία ακύρωση εξέτασης σε έναν ομολογουμένως αδιάβλητο θεσμό, σε εμάς «έσκασε»! Για να μην θυμηθώ τις περίφημες εξετάσεις εισαγωγής στο Λύκειο που εμπνεύστηκαν κάποιοι φωστήρες για να μας ταλαιπωρήσουν μία ακόμη χρονιά σε άγουρη εφηβική ηλικία, για να το μετανιώσουν και να τις αποσύρουν μετά (1977). Με αυτές και αυτές όμως τις «ταλαιπωρίες», προχωρήσαμε και μορφωθήκαμε, χωρίς να έχει κάτι η μόρφωσή μας να ζηλέψει από καμία άλλη γενιά, το αντίθετο μάλιστα.
Δεν μας είχε πάρει και πολύ να απομυθοποιήσουμε και τα «ελαφρά» παραισθησιογόνα του «ευρωκομμουνισμού» και του «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», όσο και αν οφείλουμε ειλικρινή σεβασμό στην ποιότητα πολλών ανθρώπων που υπηρέτησαν αυτές τις ιδέες στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Μας αξίωσε ο Θεός να δούμε και τους επιγόνους αυτού του ιδεολογικού ρεύματος να διαχειρίζονται με την άνεση σκληρού καπιταλιστή την σκληρή και άδικη πραγματικότητα στην Ελλάδα της Κρίσης, να υπογράφουν μνημόνια με τα δύο χέρια, και το βράδυ να αφηγούνται σε κάποιο wine bar των Εξαρχείων το πώς θα πάρουν εκδίκηση για την ήττα στον «Μεγάλο Δεκέμβρη» του ’44. Μύλος.
Είμαστε ίσως η τελευταία γενιά που μεγάλωσε έχοντας παραλάβει αξίες όπως η μόρφωση και η προκοπή – για να τις παραδώσουμε αργότερα στη χλεύη των illustration περιοδικών, που «φροντίσαμε» να μεγαλώσουν τα δικά μας παιδιά, υποβάλλοντάς τους τα πρότυπα ανθρώπων αμφιλεγόμενης(;) ηθικής και ύποπτων δραστηριοτήτων, σε ηχηρά εξώφυλλα με τίτλο «Επιχειρηματίας της Χρονιάς».
Προσπαθήσαμε λοιπόν, παλέψαμε, μορφωθήκαμε, αγωνιστήκαμε, είχαμε κάποια ποιότητα σαν γενιά καθώς και σπουδαία μυαλά σε κάθε τομέα. Τι πήγε στραβά;
Νομίζω, πως δεν είχαμε «ψυχή». Σταθήκαμε αμήχανοι απέναντι σε αυτή την κολοσσιαία διάλυση της κοινωνίας που βλέπαμε να εκτυλίσσεται και έμοιαζε με ένα τεράστιο «γλέντι» που δεν θα σταματούσε ποτέ. Χωρίς συλλογική συνείδηση ξεχωριστής γενιάς, μείναμε να παρακολουθούμε όσα διαδραματίζονταν, χωρίς να ψελλίσουμε μία κριτική φράση, ένα πολιτικό αίτημα. Αντίθετα, τσαλαβουτήξαμε μετά χαράς στα Χρηματιστήρια, τα «διακοποδάνεια» και όλες αυτές τις αεριτζίδικες ιδέες και δραστηριότητες που μας έφερε ο περίφημος «εκσυγχρονισμός», μαζί με τα τόσα άλλα καλά που κόμισε και τα οποία άλλωστε απολαμβάνουμε σήμερα. Και απλά, περιμέναμε τη σειρά μας στη νομή της εξουσίας. Στην Πολιτική, στη Δουλειά, στην Κοινωνία. Έτσι νομίζαμε. Και όταν ήλθε η κρίση που έφερε στην επιφάνεια όλες τις στρεβλώσεις και τα προβλήματα μίας ανάπηρης κοινωνίας, χωρίς ηθική ραχοκοκκαλιά, τα πάντα σαρώθηκαν. Και μαζί κι εμείς.
Και τωρα; Τι;
Δεν ξέρω.
«Είμαστε ακόμα ζωντανοί, στη σκηνή, σαν ροκ συγκρότημα», που τραγουδάει η Πρωτοψάλτη, η δική μας Άλκηστις, που την παραμερίσαμε εύκολα για τους παρακμιακούς διασκεδαστές που θα μας εξασφαλιζαν ένα «πρώτο τραπέζι πίστα».
Κι αν είμαστε ηττημένη γενιά, κι αν διαλυθήκαμε συλλογικά (αν υπήρξε ποτέ συλλογική αίσθηση γενιάς, πράγμα για το οποίο αμφιβάλλω), ο καθένας μας προσπαθεί να σταθεί όρθιος και να υπερασπιστεί την προσωπική, επαγγελματική και οικογενειακή του αξιοπρέπεια. «Τα κουρέλια τραγουδούν ακόμη» αδέλφια. Ναι. Και μην ξεχνάτε πως η ταινία του αγαπημένου Νίκου Νικολαϊδη είναι μέρος μίας τριλογίας που περιλαμβάνει τη «Γλυκειά Συμμορία» και το «Ο Χαμένος τα παίρνει όλα»!
Την πιο ζεστή μου καλησπέρα, κάπου από τη Μέση Ανατολή.
Ένας «’80»-άρης, Φεβρουάριος 2018.






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου