Τότε δεν είχα τη δυνατότητα να αντιληφθώ ότι η στάση μου απέναντι στη συγκεκριμένη κοινωνία δεν ήταν ίδια με αυτή των «καθωσπρέπει» γειτόνων μου, όταν ξαφνικά ξεσηκώθηκε ένα… σούσουρο για τη σύλληψη μιας «μαντάμ» από την Ασφάλεια, επειδή έκρυβε στον οίκο ανοχής της κομμουνιστές, που ζούσαν στην παρανομία μετά τον Εμφύλιο. Επειδή και ο μπαμπάς μου ήταν εξόριστος κομμουνιστής, ένιωσα εκλεκτικά συγγενής με τη μαντάμ και μεγαλώνοντας απέκτησα και γνώμη και άποψη για την ηθική και τον πολιτισμό της Τρούμπας, που αποτέλεσε και υλικό για μεγάλο μέρος του συγγραφικού έργου μου.
Δεκαετίες μετά, την περασμένη βδομάδα, μια άλλη… μαντάμ (Σούλα το όνομά της) πρόσφερε 3.000 ευρώ για να αγοραστεί ένα φωτοτυπικό μηχάνημα για ένα σχολείο, επειδή κανένας -ούτε κράτος ούτε ιδιώτης- δεν φιλοτιμήθηκε να δώσει τα απαραίτητα χρήματα. Κι η προσφορά, ανιδιοτελής, μόνο από ευαισθησία και ποιος ξέρει από τι είδους ενοχές, δεν έγινε δεκτή, διότι -λέει- το χρήμα της δωρεάς δεν ήταν καθαρό.
Η διαλυμένη και ξανά κομφορμαρισμένη νεοελληνική κοινωνία μας, η εθισμένη σε κανόνες εκτίμησης, αποτίμησης και συμπεριφοράς ενός ιδιότυπου savoir vivre, που νομιμοποιεί τον σεβασμό προς κάθε «κοινωνικά αξιοπρεπή» μεγαλοαπατεώνα και ανήθικο παράγοντα της οικονομικής ελίτ, του οποίου το χρήμα προέρχεται από παράνομες συναλλαγές, ρουσφέτια και μίζες, κάνει κυριολεκτικώς το μαύρο άσπρο, αλλά αντιστρόφως. Το χρήμα της… μαντάμ το θεωρεί βρόμικο, ενώ αυτό των άλλων πεντακάθαρο και αποδεκτό. Μόνο που το καθαρό χρήμα των άλλων δεν προσφέρθηκε ποτέ, παρά τις εκκλήσεις μαθητών και δασκάλων. Μόνο η «μαντάμ» εδήλωσε «παρούσα»!
Γιάννης Κακουλίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου