Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα των άρθρων -Τα δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν τους συγγραφείς.

Φεβρουαρίου 22, 2019

Ιστορικά Μαγαζιά Στο Κέντρο Της Αθήνας

Ένα υπέροχο ταξίδι στον χρόνο: Tα ιστορικά μαγαζιά στο κέντρο της Αθήνας


Στην Αθήνα όσα χρόνια και αν ζήσεις, πάντα θα υπάρχει κάτι νέο που δεν θα έχεις δει, κρυμμένο σε άλλες εποχές, το οποίο λειτουργώντας ως χρονομηχανή θα σε ταξιδέψει ώστε να αναθεωρήσεις την τραγική της σημερινή εικόνα και να αναπολήσεις εκείνα τα 60s που αγαπάς.

Κάθε φορά που θα προσπαθήσεις να κατέβεις στο κέντρο και τα καταφέρεις τα ιστορικά αυτά σημεία ίσως γεμίσουν εποικοδομητικά την ημέρα σου δοκιμάζοντας γευστικά μονοπάτια μπλεγμένος μέσα στην ιστορία που σου προσφέρει αφιλοκερδώς αυτή η χώρα.Από το πρώτο καφεκοπτείο μέχρι και την πρώτη παμπ που κράταγαν άυπνη κάποτε το πόλη μας, η πρωτεύουσα και το άρθρο αυτό νοσταλγεί εκείνα τα χρόνια που η Ομόνοια ήταν ιστορική πλατεία και οι βίλες στόλιζαν την Βασιλίσσης Σοφίας μέχρι το Ζάππειο.

Πρώτο στη λίστα δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το μαγαζί που έφερε τον καφέ στην Ελλάδα και τον ονόμασε Bravo Ελληνικό. Πρόκειται για το Καφεκοπτείο Μόκκα στην Πανεπιστημίου του Χρήστου Σαμούρκα που λειτούργησε για πρώτη φορά το 1922. Μετά το 1950, στην Μεταπολεμική Αθήνα, το καφεκοπτείο έγινε αλυσίδα υπό τα ηνία του Θεόδωρου Σαμούρκα και του Δημήτρη Αποστολίδη οι οποίοι ευθύνονται, όπως λέγεται, και για την μετονομασία του Τούρκικού καφέ σε Ελληνικό με την αθάνατη διαφήμιση της δεκαετίας του 60 “Εμείς τον λέμε Ελληνικό”! Από το 1999, το παραδοσιακό καφεκοπτείο στεγάζεται στο πανέμορφο νεοκλασικό της οδού Αθηνάς και συνεχίζει υπό τη διεύθυνση του Δημήτριου Αποστολίδη και του εγγονού του, Νικόλαου Ψωμά, οι οποίοι αναζητούν και προσφέρουν τις καλύτερες ποικιλίες καφέ από τη Βραζιλία και την Αιθιοπία.



Περνώντας στον κόσμο της διασκέδασης και της Αθηναϊκής νύχτας αυτό που ξεχωρίζει όχι μόνο για το ευρωπαϊκό του στυλ, καθώς στεγάζεται σε κελάρι, αλλά και για την ιδιαίτερη εξυπηρέτησή του, είναι το bar Rue De Marseille στην οδό Μασσαλίας στο Κολωνάκι. Εγκαταστάθηκε στο ημιυπόγειο της ίδιας οδού τη δεκαετία του ’60 και κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας έγιναν εδώ οι πρώτες συνελεύσεις για την κατάληψη της Νομικής. Η αύρα του μαγαζιού ενισχύεται από έργα του Πικάσο, του Κλιμτ και την επιβλητική φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα με το πούρο. Όλα μαζί αφήνουν το πολιτικό στίγμα τους στο χώρο για αυτό και οι πιο πιστοί πελάτες του είναι λογοτέχνες, ποιητές, τραγουδιστές, ηθοποιοί, δημοσιογράφοι και πολιτικοί με πιο σημαντικούς τους Καρούζος, Μερκούρη, ο Β. Παπακωνσταντίνου και Κατερίνα Γώγου.



Τα εκατοντάδες πολύχρωμα μπουκάλια και τα λαμπιόνια του έχουν κοσμήσει τις σελίδες του «Guardian» και του «National Geographic» πολλές φορές. Πρόκειται για το παλιότερο αποστακτήριο της Αθήνας με την επωνυμίαBrettos, το οποίο λειτούργησε για πρώτη φορά στο ισόγειο ενός νεοκλασικού στην καρδιά της Πλάκας το 1909 παρακαλώ. Ο ιδρυτής του, ο Μιχαήλ Βρεττός, ξεκίνησε παράγοντας εκεί ούζο, μπράντι, λικέρ και μαστίχα και ο επισκέπτης μπορεί είτε να δοκιμάσει επιτόπου το ποτό που επιθυμεί είτε να αγοράσει το μπουκάλι και να το πάρει μαζί του. Είναι ένας χώρος γεμάτος παράδοση με χαμηλή μουσική που έρχεται από ένα μικρό ραδιοφωνάκι και τους τουρίστες να κάνουν ουρά για να το επισκεφτούν.



Κλείνοντας την πόρτα της νύχτας, σε ένα μικροσκοπικό υπόγειο στην Πλατεία Θεάτρου θα συναντήσουμε την παλιότερη ταβέρνα της Αθήνας, η οποία αποτελεί μια πραγματική χρονομηχανή σε άλλες εποχές. Ο χρόνος εδώ πρέπει να έχει σταματήσει κάπου στο 1940: ξύλινα τραπεζάκια με πικροδάφνες σε βαζάκι και βαρέλια που γεμίζουν χάλκινες κούπες κρασιού.

Εδώ θα γευθείς απλές παραδοσιακές συνταγές που θα έβρισκες 50 χρόνια πριν στο τραπέζι της γιαγιάς σου , όπως ρεβίθια στην πλάκα, μπακαλιάρο παστό και πατάτες γιαχνί με σέλινο και όλα αυτά με συντροφιά το διάσημο χύμα κρασί από την Παιανία. Αυστηρά και μόνο άσπρο. Ο ιδιοκτήτης του ανέλαβε το Δίπορτο το 1957, όμως το κτίριο, στο οποίο βρίσκεται χτίστηκε το 1895.





Η εικόνα της κατάμεστης Ευριπίδου δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτό το αφιέρωμα. Από το 1886, που ξεκίνησε να λειτουργεί η Δημοτική Αγορά της Αθήνας, η ευρύτερη περιοχή του Μοναστηρακίου συνδέθηκε με το εμπόριο τροφίμων και υφασμάτων. Συγκεκριμένα στην Ευριπίδου, από το ύψος της Αιόλου έως τη Μενάνδρου, υπάρχουν 15 καταστήματα μπαχαρικών και 12 τροφίμων. Σε αυτό το πολιτισμικό σκηνικό με τους κρυμμένους θησαυρούς, κάθε μέρα πολλοί Αθηναίοι σπεύδουν για μία βόλτα στην παλιά Αθήνα και ένα ουζάκι στην Πλάκα, αφήνοντας για λίγο τα εμπορικά κέντρα της νέας εποχής. Το Ελιξήριον του Περικλή Κόνιαρη λειτουργεί από 1959 στον αριθμό 41 επί της Ευριπίδου και κρατά τη μόδα της βοτανοθεραπείας ακόμα στο προσκήνιο. Ένα παραμυθένιο μαγαζί με 1.100 είδη βοτάνων και μπαχαρικών στο οποίο αυτό που θα αποκομίσετε δεν θα είναι μόνο μυρωδιές της Ανατολής αλλά και φαρμακευτικές συμβουλές για τις ευεργετικές ιδιότητες των αφεψημάτων.



Μένοντας στην ίδια όδο, στον αριθμό 1 της Ευριπίδου βρίσκεται εδώ και 60 χρόνια το Αμπαζούρ που εξειδικεύεται σε χειροποίητα καπέλα για φωτιστικά δαπέδου ή οροφής. Κόρη του ιδρυτή και σημερινή ιδιοκτήτρια, η Ολυμπία Περβολαράκη περιγράφει αυτό το παραδοσιακό επάγγελμα ως «υψηλή ραπτική», αφού για κάθε κατασκευή αμπαζούρ, από την επιλογή χρώματος, υφασμάτων και σχεδίου έως το ράψιμο και τη διακόσμηση, απαιτούνται αμέτρητες ώρες δουλειάς.



Για το τέλος αφήσαμε ίσως το πιο γνωστό από όλα τα προαναφερθέντα ιστορικά μαγαζιά που κακώς ή καλώς οι νέοι Αθηναίοι τα αγνοούν, ωστόσο αυτά κατάφεραν μέσα στη κρίση να ανταπεξέλθουν στους σύγχρονούς ρυθμούς του καταναλωτισμού διατηρώντας την ποιότητα των υπηρεσιών τους στα ίδια επίπεδα με τότε. Δεν είναι άλλο από το θρυλικό Zonar’s με ιδρυτή τον Έλληνα ομογενή Κάρολο Ζωναρά. Λειτουργεί από το 1939 και ξεχωρίζει για το προνομιούχο σημείο του πίσω από τη Μεγάλη Βρετανία αλλά και για την διακόσμηση του με λαμπερούς πολυελαίους, κρύσταλλα και καθρέπτες. Ήταν το στέκι της κοσμικής Αθήνας κάτι που κατέχει μέχρι και σήμερα για αυτό ποτέ δεν θα το βρείτε άδειο. Ο καφές και τα γλυκά του έρχονται από το εξειδικευμένο προσωπικό ντυμένο σαν υπηρέτες παλατιού και σε κάνουν να νιώθεις πως ανήκεις στα μεγάλα σαλόνια της κοινωνίας.



Τα σοκάκια της Αθήνας σε περιμένουν να τα ανακαλύψεις και θα εκπλαγείς από το πόσα μυστικά σου κρύβουν. Οι ιστορίες που υπάρχουν πίσω από κάθε κτίριο προδίδει την μεγάλη παράδοση και πολιτιστική μας κληρονομιά για την οποία σήμερα κάθε τουρίστας επιλέγει να μας επισκεφτεί. Εσύ πόσο καλά ξέρεις την πόλη σου;

To ιστορικό κτίριο του Zonar’s στην οδό Πανεπιστημίου
Σχετική εικόνα
Σχετική εικόνα
To ιστορικό κτίριο του Zonar’s στην οδό Πανεπιστημίου
Κάθε φορά που κατεβαίνουμε στο κέντρο της πόλης, αν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε το καρκίνωμα της κίνησης, συνειδητοποιούμε πόσες αναμνήσεις παλαιότερων δεκαετιών κρύβουν τα στενά της. Πόση ιστορία τα κτίρια και οι γειτονιές της.

Στην Αθήνα όσα χρόνια και αν ζήσεις, πάντα κάτι νέο θα ανακαλύψεις κρυμμένο, το οποίο λειτουργώντας ως χρονομηχανή θα σε ταξιδέψει σε άλλες εποχές. Και θα σου δώσει την ευκαιρία να αναθεωρήσεις για το κατά πόσο έχεις βαρεθεί την μιζέρια και τη μουντάδα της.

Έτσι είναι και τα παρακάτω ετερόκλητα μαγαζάκια. Ένα ιστορικό καφεκοπτείο, ένα καλτ μαγειρείο, ένα μπαρμπέρικο από άλλη εποχή και πολλά ακόμα. Υπάρχουν εκεί, παραμένουν αγέρωχα στον χρόνο συνεχίζοντας να λειτουργοπυν σε πείσμα των καιρών, απλώς και μόνο για να σου θυμίζουν πόσα μυστικά κρύβει η ιδιαίτερη αυτή πόλη. 

Καφές με ολίγη… ιστορία
Φυσικά και το ολίγη είναι σχήμα λόγου, καθώς από το καφεκοπτείο Μόκκα στην Αθηνάς ξεκίνησε η ιστορία του ελληνικού καφέ. Εκεί, το 1922 ο Χρήστος Σαμούρκας άνοιξε το πρώτο οικογενειακό καφεκοπτείο, όπου ο καφές προσφερόταν στους πελάτες, πάντα φρεσκοκομμένος και καβουρδιστός. Τα χρόνια πέρασαν και στην μεταπολεμική περίοδο το 1950 ανέλαβαν ο Δημήτρης Αποστολίδης και ο Θεόδωρος Σαμούρκας ανοίγοντας αλυσίδα καφεκοπτείων (Πατησίων, Πανεπιστημίου, Σοφοκλέους κ.α.) μετανομάζοντας τον καφέ σε «Bravo». Λέγεται, πως είναι οι… υπεύθυνοι για την μετονομασία του τούρκικου καφέ σε «ελληνικό» καθώς ήταν οι πρώτοι που τον είπαν έτσι μέσα από σχετική διαφήμιση του ’60 («Εμείς τον λέμε ελληνικό!»). Το 1999, το παραδοσιακό καφεκοπτείο στο πανέμορφο νεοκλασικό της Αθηνάς συνεχίζει υπό τη διεύθυνση του Δημήτριου Αποστολίδη και του εγγονού του, Νικόλαου Ψωμά, οι οποίοι αναζητούν και προσφέρουν φρεσκοκαβουρδισμένες τις καλύτερες ποικιλίες από τη Βραζιλία και την Αιθιοπία.



Πάντα ήθελες να το’χεις Δίπορτο

Ένας urban secret…. από τα λίγα αυτό το μικροσκοπικό υπόγειο στην Πλατεία Θεάτρου αποτελεί μια πραγματική χρονομηχανή σε άλλες εποχές. Ο χρόνος εδώ πρέπει να έχει σταματήσει κάπου στο 1940: ξύλινα τραπεζάκια ντυμένα με λαδόκολα αντί για τραπεζομάντηλο, βαρέλια φθαρμένα από την… ακινησία, πικροδάφνες σε βαζάκι, και χάλκινες κούπες κρασιού. Ο αειθαλής κύριος Δημήτρης, δεν δείχνει να έχει διάθεση για ιδιαίτερους πειραματισμούς, μαγειρεύει όπως τότε ρεβίθια στην πλάκα, ψήνει σαρδέλες, γαύρο και μπακαλιάρο παστό, βράζει πατάτες γιαχνί με σέλινο και όλα αυτά προτείνει να τα συνοδέψετε με δικό του χύμα κρασί από την Παιανία. Αυστηρά και μόνο άσπρο. Ο ίδιος ανέλαβε το «Δίπορτο» το 1957, όμως το κτίριο, στο οποίο βρίσκεται η χρονο-υπόγα του, χτίστηκε το 1895.



Ο πολεμος των κουμπιών
Στο μαγαζί του κ. Δημήτρη Ρούπα, ελάχιστα έχουν αλλάξει από την εποχή που μαζί με τον συνέταιρό του Γιώργο άνοιξαν το 1957 ένα κατάστημα αφιερωμένο κατά κύριο λόγο σε… κουμπιά. Ναι, καλά διαβάσατε. Στην γωνία Περικλέους και Ρόμβης, πιστός στην αξία του κλασσικού, αλλά και ακόλουθος της μόδας ο κ. Δημήτρης Ρούπας συνεχίζει να βάφει και να επεξεργάζεται κάθε λογής κουμπιά και τρέσες, ακόμα και αν το μαγαζί έχει περάσει πλέον στις δύο κόρες του. Κουμπιά μεγάλα, μικρά, μεταλλικά, πλαστικά, στολισμένα με στρασάκια, με ύφασμα, από χρυσό και σε κάθε λογής χρώματα και σχήματα. Στο μικροσκοπικό εργαστήριο στο βάθος του μαγαζιού ο κ. Δημήτρης δεν επαναπαύεται ούτε στιγμή, η κατσαρόλα με το νερό και τις χρωστικές βράζει συνέχεια και τα κουμπιά παίρνουν έτσι το χρώμα το οποίο έχει παραγγείλει ο πελάτης. Το ίδιο ισχύει και με τις τρέσες για κουρτίνες, οι οποίες καταλαμβάνουν σχεδόν το μισό μαγαζί. Και αυτές βάφονται κατά παραγγελία.

\

Το κόσμου τα μπαχαρικά

«Ακάκιε, μην ξεχάσεις να περάσεις απ’ το Μπαχάρ» λέει μια ταμπέλα πάνω στο τοίχο, για να θυμίζει την ιστορία 70 ετών αυτού εδώ του μπαχαράδικου της Ευριπίδου. Θα το ξεχωρίσετε αμέσως, όχι μόνο χάρη στα αρώματα που ξεπηδούν από τα ράφια του, αλλά και από την ουρά που σχηματίζουν με ευλάβεια οι λάτρεις των μπαχαρικών στα ταμεία του. Μπαχαρικά, αιθέρια έλαια, βότανα και αποξηραμένα λαχανικά είναι όμορφα τοποθετημένα σε σακιά και θήκες, αλλά και σε βάζα στα ξύλινα ράφια του φωτεινού χώρου του Μπαχάρ. Οι άνθρωποι του καταστήματος εξυπηρετούν τους πελάτες με χαμόγελο και άφθονα πειράγματα μεταξύ τους, ενώ ο κ. Μανωλέσσος, που συνεχίζει την παράδοση του Μπαχάρ από το 1940, έχει να παινεύεται για την τεράστια ποικιλία των μπαχαρικών αλλά και των βοτάνων. Παρ’ όλα αυτά, με τα τελευταία πρέπει να επιδεικνύουμε μεγαλύτερη προσοχή, μας συμβουλεύει: «Είμαστε έμποροι, όχι βοτανολόγοι, γι’ αυτό δεν είμαστε σε θέση να προτείνουμε “γιατροσόφια”». Μάθετε περισσότερα και δείτε τις ποικιλίες μπαχαρικών του Μπαχάρ εδώ.

\
Η Μέκκα των τυριών 
Λίγα βήματα από την πολύβουη Βαρβάκειο των κρεατικών και των παστών ψαριών, το μαγαζί του κ. Δημήτρη Ζαφόλια μπορεί ακόμα να περηφανεύεται ότι πουλάει τα νοστιμότερα και ποιοτικότερα τυριά και βούτυρα στην Αθήνα. Δεν το λέμε εμείς, το λένε οι δεκάδες πελάτες που κατακλύζουν καθημερινά το μαγαζί του και φεύγουν με σακούλες γεμάτες ολόφρεσκη φέτα, βούτυρο γάλακτος και κασέρι. Σε πείσμα των καιρών, το κατάστημα υπάρχει από το 1916, όταν ο πατέρας του Απόστολος μαζί με την ανιψιά του και τα αδέρφια του έκαναν την εταιρεία. Εκείνος, ανέλαβε εν τέλει επικεφαλής τον Ιανουάριο του ’65. Βούτυρο γάλακτος («το καλύτερο στην αγορά», όπως λέει), φέτα, κασέρι, ανθότυρο, μυζήθρα νωπή, μανούρι, ήταν μερικά από τα προϊόντα που παρασκεύαζαν στο εργοστάσιο στα Μέγαρα και πωλούνταν στο μαγαζί, ένα από τα πιο παλιά που έχουν παραμείνει στο κέντρο σήμερα. Το εργοστάσιο μπορεί να έκλεισε, όμως ο κ. Ζαφόλιας κράτησε επαφές με τους παλιούς του συνεργάτες τυροκόμους και συνεχίζει να φέρνει γαλακτοκομικά προϊόντα από όλα τα μέρη της Ελλάδας δίνοντας έμφαση στην ποιότητα και προπάντων στη γεύση: Φέτα από την Σπάρτη, φέτα δοχείου από την Λάρισα και από την Λέσβο, κοπανιστή από την Τήνο, παραδοσιακό κασέρι Λέσβου, κεφαλοτύρι και πεκορίνο Αμφιλοχίας, γραβιέρα Νάξου από συνεταιρισμό του νησιού, ακόμα και παρμεζάνα γκράνα.



Κρατάει χρόνια αυτή η φαλτσέτα

«Καθάρισμα αυχένος» 10 ευρώ, «Κοπή μαλλιών καρέ» 18 ευρώ, «Κοπή μαλλιών απλή (περιφερειακή)» 17 ευρώ, «Λοσιόν – κολώνια ή κινίνη» 5 ευρώ, «Ξύρισμα απλό» 10 ευρώ. Το κουρείο του κ. Γιώργου Κολλάρου στην οδό Απόλλωνος, διατηρεί αναλλοίωτη την παραδοσιακή φυσιογνωμία του για παραπάνω από τέσσερεις δεκαετίες. Μαζί με τον φίλο και συνεταίρο του κ. Γιώργο Παναγιωταρά συνεχίζουν ακάθεκτοι την ιεροτελεστία του σωστού κουρέματος. «Πρώτα λούσιμο, παραδοσιακό, όπως σε έλουζε η μάνα σου μικρό, μετά ξύρισμα με φαλτσέτα ή περιποίηση για τα μούσια ανάλογα με το τι θέλει ο πελάτης, μασάζ στο πρόσωπο και στο τέλος του βάζεις τις κολόνιες του και κρεμούλα αν θέλει», περιγράφει ο κ. Κολλάρος . Η βιτρίνα του, κανονικό μουσείο. Δεκάδες «αξεσουάρ» από άλλη εποχή κοσμούν την βιτρίνα: θήκες για τάλκ που μοιάζουν με αλατιέρες, καθρεφτάκια, σιδερένια σκεύη δημιουργίας αφρού, βούρτσες, λουριά για ακόνισμα φαλτσέτας, μπουκαλάκια για κολώνιες με ψεκαστήρα, όλα προσεκτικά τοποθετημένα σαν σε προθήκη.



Ένα «Αθάνατο» παντοπωλείο
Βρίσκεται στην ιστορική Στοά των Αθανάτων, σε ένα σημείο όπου σε παλαιότερες εποχές όλη η Αθήνα κατέβαινε για να ψωνίσει φθηνά και ποιοτικά προϊόντα. Από το 1957 και μετά ο Σάββας Ψυχογιός παρέλαβε έναν μικρό χώρο σε αυτήν την στοά και συνέχισε να εμπορεύεται αλίπαστα, ελιές και τουρσιά. Σήμερα , το Παντοπωλείο της Στοάς Αθανάτων, το μοναδικό που έχει μείνει από χτισμένο το 1879 κτίριο της στοάς, συνεχίζει να πουλάει κάθε λογής γαστριμαργικές απολαύσεις. Οι τωρινοί ιδιοκτήτες, η ανιψιά Λουΐζα Ψυχογιού και ο άντρας της Σταμάτης Φλαμπούρης, φέρνουν μεταξύ άλλων εκλεκτές ελιές Καλαμών, Θάσου, Χαλκιδικής και άλλες πολλές ποικιλίες ανάλατες και ξυδάτες, γνήσιο βακαλάος και ρέγγα Ισλανδίας, ταραμάδες, φρέσκια λακέρδα από μεγάλα τορίκια του Αιγαίου, σκουμπριά, σαρδέλες και αντζούγιες στην άλμη, παστά, καπνιστά, ταραμόγλωσσα (αβγοτάραχο μπακαλιάρου) και αντζούγιες Ισπανίας και ένα σωρό ακόμα καλούδια όλα χύμα ή και συσκευασμένα. Όπως λένε οι ίδιοι, θα συνεχίσουν να εμπλουτίζουν τα προϊόντα του μαγαζιού με δεκάδες προϊόντα παντοπωλείου, ευελπιστώντας ότι και οι νέοι πελάτες τους, ακριβώς όπως και οι παλιοί σε άλλες εποχές, θα πειστούν ότι αυτή η… αθάνατη σχέση δεκαετιών πραγματικά αξίζει τον κόπο.



Μια… αριστοκρατική ελληνική σοκολατερί

Δεν υπάρχει Αθηναίος που να μην δοκίμασε, έστω και μια φορά, τα θρυλικά γλυκίσματα του παλαιότερου ενεργού ζαχαροπλαστείου της πόλης. Όλα ξεκίνησαν το 1928, όταν ο ιδιοκτήτης Παναγιώτης Καράς ήρθε να βρει την τύχη του στην Αθήνα αποφασίζοντας να γίνει ζαχαροπλάστης. Άνοιξε το «Αριστοκρατικόν» στην οδό Βουκουρεστίου, ενώ το 1939, το μαγαζί του απέσπασε το χρυσό μετάλλιο σε διεθνή έκθεση ζαχαροπλαστικής και σταδιακά καθιερώθηκε ως επίσημο ζαχαροπλαστείο των επωνύμων με διάσημους πελάτες. Από εδώ πέρασαν μορφές όπως η Μαρία Κάλλας με τις αγαπημένες της «γροθιές» από φιστίκια, η Τζάκι Κένεντι που προμηθευόταν λουκούμια με άρωμα τριαντάφυλλο και βανίλια και η Γκρέις Κέλι, η οποία προτιμούσε τα φιστίκια καραμελέ. Σήμερα, το μαγαζί έχει περάσει στην τέταρτη γενιά και συνεχίζει σε πείσμα των καιρών να φτιάχνει σοκολατένια χαρμάνια, κρατώντας ως επτασφράγιστο μυστικό τη σωστή αναλογία των υλικών. Το εργαστήριο βρίσκεται στο παλιό πατρικό σπίτι της οδού Ισαύρων, το οποίο και τροφοδοτεί το κατάστημα του Συντάγματος, αλλά και την «φρέσκια» άφιξη της Κηφισιάς.





in2life.gr
 athensmagazine.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου