Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα των άρθρων -Τα δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν τους συγγραφείς.

Απριλίου 21, 2019

Δειλοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα (Νίκος Καζαντζάκης- Κώστας Βάρναλης- Ευαγόρας Παλληκαρίδης)

Γράφουν η Ειρήνη Κομνηνού και η Κίττυ Παπαδοπούλου


Αν λαχταράς την λευτεριά σε ξένους μην ελπίζεις, παρ’ την ο ίδιος αν μπορείς αλλιώς δεν την αξίζεις (Νίκος Καζαντζάκης).

Αυτα ειπε μεταξύ πολλών άλλων ο μεγαλύτερος υμνητής των δυο ιερότερων ανθρώπινων αξιών, της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας, οι οποίες εiναι δημιουργήματα των αρχαίων Ελλήνων.

Οι πρόγονοί μας όχι μόνον δημιούργησαν αυτές τις δύο αξίες, αλλα της "πότισαν" με αίμα, οσο κανένα άλλο Eθνος στην παγκόσμια ιστορία.

Αναφέρει ενδεικτικά ο Νίκος Καζαντζάκης περι γενναιότητος και Ελευθερίας : Πολλοί θαρρούν πώς τέτοια παιδιά, τέτοια αντράκια, όπως τα λέμε στην Κρήτη , οτι δεν υπήρξαν ποτέ, ούτε άνδρες τόσο χεροδύναμοι, τόσο ψυχοδύναμοι, που να αγαπούν με τόση λαχτάρα τή ζωή και να αντικρίζουν με τόση περιφρόνηση το θάνατο.


Πώς να πιστέψουν οι άπιστοι τι θαύματα μπορεί να γεννήσει ή πίστη;

Ξεχνούν πώς ή ψυχή του ανθρώπου γίνεται παντοδύναμη όταν συνεπαρθεί από μια μεγάλη ιδέα.

Τρομάζεις όταν, ύστερα από πίκρες δοκιμασίες, καταλάβεις πώς μέσα μας υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να ξεπεράσει τη δύναμη του ανθρώπου, τρομάζεις, γιατί από τη στιγμή που θα κα ταλάβεις πώς υπάρχει ή δύναμη αυτή δεν μπορείς πια να βρεις δικαιολογίες για τις ασήμαντες ή άναντρες πράξεις σου για τη ζωή σου τη χαμένη, ρίχνοντας το φταίξιμο στους άλλους.

Ξέρεις πια πώς εσύ, όχι ή τύχη, όχι ή μοίρα, μήτε οι άνθρωποι γύρα σου, εσύ μο νάχα έχεις, ότι κι αν κάμεις, ότι κι αν γίνεις, ακέραιη την ευθύνη.

Τότε ντρέπεσαι να περιγελάς μια φλεγόμενη ψυχή, η οποiα ζητάει το αδύνατο. Καλά πια καταλαβαίνεις πως αυτή 'ναι ή άξια του ανθρώπου, να αναζητάει και να ξέρει πως γυρευει το αδύνατο· και να 'σαι σίγουρος πως θα το φτάσει, γιατί ξέρει πως αν δε λιποψυχήσει, αν δεν ακούσει τί του κανοναρχάει ή λογική, μα κρατάει με τα δόντια την ψυχή του κι εξακολουθεί με πίστη, με πείσμα να κυνηγάει το αδύνατο, τότε γίνεται το θάμα, που ποτέ ο αφτέρουγος κοινός νους δε θα μπορούσε να το μαντέψει. Το αδύνατο γίνεται δυνατό.


Το Ελληνικό Γένος αν σώθηκε ως τα σήμερα, αν επέζησε
υστέρα από τόσους εχθρούς, εξωτερικούς και εσωτερικούς, προ πάντων εσωτερικούς, ύστερα από τόσους αιώνες κακομοιριά, σκλαβιά και πείνα, δεν το χρωστάει στην λογική. Θυμηθείτε τους τρεις εμποράκους που ίδρυσαν τη Φιλική Εταιρεία, Θυμηθείτε το 21, το χρωστάμε στο θάμα.

Στην ακοίμητη σπίθα που καίει μέσα στα σωθικά της Ελλάδας. Ευλογημένη ή σπίθα αύτη πού αψηφάει τις φρόνιμες συμβου λές της λογικής, κι όταν φτάσει το Γένος στα χείλια του γκρεμού βάζει φωτιά σε ολόκληρη την ψυχή και φέρνει το θάμα. Στα θάματα χρωστάει ή Ελλάδα τη ζωή της.

Πατρίδα, πατρίδα, αναστενάζει ό Μακρυγιάννης, ήσουν άτυχη, από ανθρώπους να σε κυβερνούν, μόνο ο Θεός σε κυβερνάει και σε διατηρεί ακόμη. Αλήθεια μόνο ό θεός, μόνο ή σπίθα' τη στιγμή που κιντυνεύει σε μια γωνιά της Ελλάδας να σβήσει, πετιέ ται σε μιαν άλλη και γίνεται πυρκαγιά.

Εντουτοις πάλι οι φρόνιμοι, οι λιγόπιστοι, δίνουν νηφάλιες ,λογικές συμβουλές πώς μπορεί, λένε, μία σπίθα φως να τα βάλει με τόσο παντοδύναμο σκοτάδι; όμως ο αληθινός άντρας δεν απελπίζεται' ξέρει αυτός πως στον άτιμο, αλλοπρόσαλλο τούτον κόσμο ζουν, ας είναι και σε λιγοστά στήθια, μερικές θεμελιακές αρχές, θυγατέρες του ανθρώπου, πού αυτός τις έπλασε με Ιδρώτα, αίμα και κλάματα.

Οι οι περισσότερες είναι αθάνατες γεννήθηκαν στην Ελλάδα, δυό οι πιο τρανές; ή ελευθερία κι ή αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Η τύχη μας, λέει πάλι ο Μακρυγιάννης, έχει τους ΄Ελληνες πάν τοτε ολίγους· παλαιόθε ως τώρα, όλα τα θηρία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε' τρώνε, τρώνε, μα μένει πάντα μαγιά.

Αυτήν την μαγιά την λέω σπίθα. Είναι ή σπίθα που καίει αθάνατη μέσα στα σωθικά της Ελλάδας. Αυτό είναι το μυστικό της Ελλάδας, σαν το παραμυθένιο πουλί καίγεται, γίνεται στάχτη, κι από τι στάχτη ξεπετιέται άνανιωμένη.


ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ

Με βάση τα παραπάνω Αξιώματα εζησε ο 18χρονος ήρωας ΕυαγόραςΠαλληκαρίδης, Αυτός ο ήρωας μόλις 18 χρονών, ήταν ένα παιδί, θα μπορούσε να αποφύγει την κρεμάλα με μία απλή δήλωση μετάνοιας, ως ένας ακόμα νεαρός από τους πολλούς της εποχής εκείνης.

Η ΕΟΚΑ του 1955-59, στην συντριπτική της πλειοψηφία αποτελείτο από παιδιά του Λυκείου ή και του Γυμνασίου
ηλικίας από 16- 24 ετων.

Αναμεσα σε αυτους και ο Ευαγορας ο οποiος δεν δείλιασε, παρόλο τα απάνθρωπα βασανιστήρια που δεχότανε σε καθημερινή βάση για τρείς ολόκληρους μήνες.

Βράχος, ακλόνητος στα ιδανικά της πίστεως μας και της πατρίδας μας. Τον νεαρό ήρωα Ευαγόρα Παλληκαρίδη, ελάχιστοι, τον γνωριζουν. Ο Ευαγόρας δεν φοβήθηκε καθόλου τον θάνατο.

Οταν ο ιερέας πριν τον απαγχονισμό, του είπε, γιατί παιδί μου δεν έτρεξες να φύγεις και εσύ όπως έπραξαν οι άλλοι δύο συναγωνιστές σου, τότε του απάντησε με στεντόρεια φωνή και ευθυτενής παρουσιαστικό :

Δεν ήθελα να δείξω ότι τους φοβόμουνα, έπρεπε κάποτε να τους αντιμετωπίσουμε στα ίσια και όχι μονάχα στα βουνά να κρυβόμαστε. Δεν τον φόβιζε ο καθόλου o θάνατος.

Aν ήθελε θα μπορούσε να τον αποφύγει πολύ άνετα, ένας Γερουσιαστής έστειλε τηλεγράφημα στον Στρατάρχη Χάρτιγκ, ότι προτίθεται να τον υιοθετήσει στην Αμερική, αρκεί να μην πατήσει το πόδι του ποτέ ξανά στο νησί της Κύπρου.

Μολις το έμαθε ο Ευαγόρας αρνήθηκε πως θα γινότανε Αμερικανος και κοίταζε τους Εγγλέζους με τόση μεγάλη περιφρόνηση, λύπη, δεν λυπότανε τον εαυτό του που θα χανότανε έτσι άδοξα τόσο νέος, αλλά αυτούς, που ποτέ δεν κατάλαβαν πως θυσιαζότανε για τις ιδέες του και τα πιστεύω του.

Στο τελευταίο γράμμα του μέσα από την φυλακή, λίγο πριν τον πάνε στην αγχόνη, έγραψε στους στους γονείς του :
Θα ακολουθήσω με θάρρος την μοίρα μου.

Ίσως αυτό να είναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι.


Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω με θάρρος και χαρούμενος, μέχρι την τελευταίο μου κατοικία.

Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουνε μία ημέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα.

Η πιο όμορφη και τελευταία μέρα της σύντομης ζωής.

Ο ήρωας γεννήθηκε στο χωριό Τσάδα της Πάφου το 1938, υπήρξε ένας άριστος μαθητής ενω υπηρξε πολύ καλός ποιητής και αθλητής του στίβου.

Η ζωή του ήτανε μπροστά του, ώστε να την απολαύσει όπως και των υπολοίπων νεαρών της ηλικίας του,

Αγαπούσε την Ελλάδα και την Ορθοδοξία και της είχε κάνει βίωμα του, αφού αυτά είναι αλληλένδετα και αχώριστα.Πατρίδα χωρίς Εκκλησία δεν γίνεται.

Δεν δεχότανε ο Ευαγόρας να του συμπεριφέρονται οι Εγγλέζοι όπως στις άλλες αποικίες της Αγγλίας, απάνθρωπα και υποτιμητικα.

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης μόλις 15 χρονών παιδί του Γυμνασίου, θα υποστείλει την Βρετανική σημαία από τον ιστό της στο Ιακώβιο Γυμναστήριο.Τον συνέλαβαν και τον άφησαν ελεύθερο οι Βρετανοί με περιοριστικούς όρους.

Μετά από δύο χρόνια το 1955 κατατάχτηκε στους αγωνιστές της θρυλικής ΕΟΚΑ του συνταγματάρχη Γεωργίου Γρίβα του επονομαζόμενου καi ως Διγενή, με Υπαρχηγό της τον Γρηγόρη Αυξεντίου, τον μοναδικό εν ενεργεία αξιωματικό του Ελληνικού στρατού που πολέμησε και στον ΒΠΠ.

Tον συνέλαβαν το 1956 την ώρα που μετέφερε με δύο ακόμα συναγωνιστές του πυρομαχικά και τρόφιμα για τους ήρωες συναδέλφους τους, εμείς τους θεωρούμε και ορθώς αγωνιστές την Ελευθερίας για ένωση της Κύπρου μας με την μητέρα Ελλάδα.


Ο ήρωας αρνήθηκε την οποιαδήποτε υπεράσπιση από το δικαστήριο, τα λόγια του υπήρξανε Ηρωικα :

Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ότι έκαμα το έκαμα ως Έλλην και Κύπριος όστις ζητεί την ελευθερία του. Τίποτα άλλο.

Παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις για απονομή χάριτος, η αγγλοβασίλισσα Ελισάβετ και το δολοφονικό όργανό της στην Κύπρο, ο Κυβερνήτης Χάρτινγκ, αρνούνται πεισμόνως.

Ο εθνομάρτυρας ανεβαίνει γαλήνιος τα σκαλοπάτια της θυσίας και της δόξας. Γράφει ενδεικκτικα ο πατέρας του ο Μιλτιάδης Παλληκαρίδης: «Φεύγοντας από το σπίτι ο Ευαγόρας, κατά τις 4 μ.μ. επέρασεν από το Ελληνικό Γυμνάσιο Πάφου, και αφήνει επί της έδρας το εγερτήριο σάλπισμά του.

Και γράφει προς τους συμμαθητές του, και γράφει προς τους φίλους, γράφει σε κάθε τίμιο μαθητή, γράφει σε κάθε Κύπριο: «Παλιοί συμμαθηταί:


Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας∙ κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγον ελεύθερο αέρα∙ κάποιος που μπορεί να μην το ξαναδείτε, παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του. Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό μονάχα». Και στη συνέχεια γράφει στον μαυροπίνακα ο ήρωας – ποιητής τον «Θούριο» του: «Θα πάρω μιαν ανηφοριά/ θα πάρω μονοπάτια…». Το ποίημα αποτελούμενο από 8 στροφές τελειώνει με την εξής προφητική για την ζωή του:


«- Κόρη πανώρια θα της πω

άνοιξε τα φτερά σου

και πάρε με κοντά σου

μονάχα αυτό ζητώ».


(Από το βιβλίο: «Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο έφηβος ποιητής και ηρωομάρτυρας», Π. Στυλιανού, Λευκωσία 1986).


Στο άκουσμα του θανάτου του Ευαγόρα Παλληκαρίδη ο Δωδεκανήσιος Φώτης Βαρέλης έγραψε ένα εξαίσιο ποίημα, το οποίο ο ραδιοσταθμός της Λευκωσίας το μετέδωσε τότε ως δημοτικό Κυπριακό τραγούδι :

Αυτό το αριστούργημα περιεχόταν στο παλιό προ του 2006 βιβλίο γλώσσας της στ΄ δημοτικού, στο γ΄ τεύχος.(1)


Ομως δεν άρεσε στους νεοταξιτες, διοτι εiναι προφανώς πατριωτικό». Για ηρωισμούς θα μιλάμε τώρα στους μαθητές. Ο ηρωισμός είναι μια "παρωχημένη αξια".



ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗΣ-ΔΕΙΛΟΙ ΚΑΙ ΑΒΟΥΛΟΙ ΑΝΤΑΜΑ




Αυτοί οι στίχοι του Κώστα Βάρναλη αποτελούν την νοοτροπια της σημερινής Ελλάδας. Ενος εθνους, που έγινε χώρος πειραματισμών, χώρος ευκαιρίας και πλουτισμού για παρέες, αφεντικά, τράπεζες και άγνωστους - κρυφούς επενδυτές που έπενδυσαν στην μιζέρια και την δειλία του σύγχρονου Έλληνα και κέρδισαν.


"Δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα...", μας ψιθυρίζει ο ποιητής, προσπαθώντας να μας πείσει πως τα θαύματα γίνονται όταν υπάρχει ανδρεία, όταν υπάρχειν θέληση, όταν κυριαρχεί η γνώση αλλά και πίστη στα ιδανικά και τις αξίες, όταν είμαστε μαζί και όχι χώρια, τότε μπορούμε να περιμένουμε ΙΣΩΣ να έρθει το θαύμα. Όμως, τί από αυτά σήμερα υπάρχει; Δυστυχώς, λόγια πολλά, λόγια φτωχά, λόγια του ψευτο-νταή που κουρνιάζει σαν έρθει η στιγμή...


Αυτοί είμαστε;
Καμιά δικαιολογία τίποτε δεν υπάρχει για να μας απαλλάξει από την ευθύνη της μοιρολατρίας μας και από τη νίκη των φόβων μας. Δουλικά, χειρίστου είδους γινήκαμε. Και, ακόμη και τώρα, ελπίζουμε σε ένα νέο αφέντη που θα μας λυπηθεί και δεν θα μας φοβηθεί.
Ψάχνουμε για οίκτο, όταν οι πρόγονοί μας πέθαιναν για να κρατήσουν την περηφάνεια τους.


Δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα και όσο και να μας πονάει, όσο και να μας πληγώνει, η ελπίδα που ψάχνουμε δεν υπάρχει πουθενά. Πρέπει πρώτα να γεννηθεί στην καρδιά μας, για να βγει μετά παραέξω, αν είμαστε πραγματικά αντρειωμένοι... Η ελπίδα που μας κλέβουν σήμερα, μεταλλάσσεται σε βαριά δεσμά του αύριο. Κι εμείς, "μοιραίοι" θεατές της συντριβής μας κοιτάζουμε στον ορίζοντα να βρούμε εκείνο που μέσα από τα στήθια μας αφήσαμε να φύγει. Ψάχνουμε σε μύθους, προφητείες και κουβέντες, αναζητουμε να στηριχτούμε, όταν δεν είμαστε σε θέση ούτε καν να σκεφτούμε.
Πόσο εύκολα ξεστρατίζουμε όταν δεν έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε;
Πόσο εύκολα χάνουμε μάχες, που δεν δίνουμε ποτέ, επειδή δεν μάθαμε να μαχόμαστε; Πότε, άραγε, θα αποφασίσουμε να πολεμήσουμε και να νικήσουμε τους προσωπικούς μας δαίμονες, για να σηκωθούμε και να πάρουμε όλα όσα μας ανήκουν, όλα όσα σήμερα μας κλέβουν; Ακόμη και το θαύμα για να γίνει, πόσο άξιοι είμαστε για να το δούμε; Πόσο άξιοι είμαστε για να το καταλάβουμε;
Ανάξιοι των προγόνων, ανάξιοι των καιρών... ανάξιοι της μοίρας των δικών μας των παιδιών. Αυτοί είμαστε. Μέχρι να πάρουμε απόφαση να αλλάξουμε. Τότε, μόνο, θα αλλάξουν όλα.



Η Κίττυ Παπαδοπούλου και η Ειρήνη Κομνηνού ειναι απόφοιτες φιλοσοφίας, παιδαγωγικής, ψυχολογίας και γυμνάστριες-αθλήτριες



(1) «Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα

μες στης κρεμάλας τη θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.

Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.

Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης τους δεμένος,

οι νιοι συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν,

η νια που τον ορμήνευε δεν είχε νυχτοπούλι.

Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.

Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.

Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,

ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,

και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει.

Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.

Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη κι η Τρίτη που διαβάζει,

μπαίνει κι η Πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.

- Παρόντες όλοι;

- Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.

- Παρόντες, λέει ο δάσκαλος∙ και με φωνή που τρέμει:

- Σήκω Ευαγόρα, να μας πεις ελληνική ιστορία.

Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,

αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει

να πέσουν μ’ αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη.

- Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα, πάντα πρώτος,

στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης,

συ μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι,

και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.

Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ σα κλαμένα νιάτα,

που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,

έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο».



ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΔΥΣΚΟΛΗ ΕΠΟΧΗ ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ
ΤΟΥΣ ΠΕΣΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ 1821

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου