
γράφει ο Γιώργος Σηφάκης
Η διαμάχη των δύο μεγάλων συλλόγων κρατάει πολλά χρόνια και το φιτίλι που άναψε τη… μολότοφ είναι το περίφημο -και όχι ξεχασμένο- «θέμα Κούδα»…
Τότε, το 1966, ο 19χρονος αστέρας του ΠΑΟΚ, που κατέπλησσε με το φαντεζί και πανέξυπνο παιχνίδι του, αποφάσισε να μεταγραφεί στον Ολυμπιακό του Μάρτον Μπούκοβι! Μόνο που το 1966 δεν υπήρχαν ούτε «πενταετίες» ούτε «υπόθεση Μποσμάν».
Τότε αν δεν ήθελε η ομάδα σου να σε παραχωρήσει, σου «κρεμούσε το δελτίο στον τοίχο» και σου έκοβε την μπάλα! Ο Κούδας, λοιπόν, για τον οποίο ενδιαφερόταν και ο Παναθηναϊκός του δαιμόνιου παράγοντα Αντώνη Μαντζαβελάκη (ο θρυλικός «άνθρωπος με το βαλιτσάκι»), κατεβαίνει στον Πειραιά υπό άκρα μυστικότητα και δίνει συνέντευξη στο «Φως» του αείμνηστου Θόδωρου Νικολαΐδη. Τη συνέντευξη παίρνει ο νεαρός τότε συντάκτης -και αξέχαστος φίλος- Νικήτας Γαβαλάς.
«Το έχω πει χιλιάδες φορές και το επαναλαμβάνω. Είμαι Ολυμπιακός και θα πεθάνω Ολυμπιακός, είναι κωμικά τα περί μεταγραφής μου σε άλλη ομάδα. Στέλνω χιλιάδες φιλιά και την απέραντη αγάπη μου στους “ερυθρόλευκους” φιλάθλους και τους υπόσχομαι να δείξω την αξία μου» δηλώνει ο Κούδας, που μένει στο ξενοδοχείο «Καστέλα» και σε λίγο καιρό θα έχει τη δική του καφετέρια με την επωνυμία «ΚΟΥΔΑΣ» στο Πασαλιμάνι!
Αποθεώνεται στην πρώτη προπόνηση με τα ερυθρόλευκα, παίζει σε κάποια φιλικά με Αργοναύτη, Ολυμπιακό Χαλκίδος, Χαϊδάρι, αλλά τιμωρείται από την ΕΣΑΠ (Ενωσις Σωματείων Αμειβομένων Ποδοσφαιριστών) με αποκλεισμό 15 ημερών έπειτα από καταγγελία του ΠΑΟΚ. Ο Κούδας έμεινε στον Πειραιά δύο χρόνια (όσο υπηρέτησε στο Λιμενικό Σώμα), αλλά μπάλα στον Ολυμπιακό δεν έπαιξε! Οι φίλοι του ΠΑΟΚ το είχαν απαιτήσει και η διοίκηση το είχε αποδεχθεί. «Ή στον ΠΑΟΚ ή πουθενά»! Ο Κούδας έμενε στον Πειραιά, η καφετέρια ήταν γεμάτη κάθε μέρα, ερωτεύτηκε, έγινε «μήλον της Εριδος» στα κορίτσια της εποχής, αλλά μπάλα σε επίσημο αγώνα ως «ερυθρόλευκος» δεν είδε!

Γιατί, όμως, ο Κούδας «τα έσπασε» με τον ΠΑΟΚ; Όπως έγραφαν τότε (1965) τα ρεπορτάζ, η διοίκηση του ΠΑΟΚ άνοιξε ένα ουζερί στον πατέρα του Γιάννη Κούδα. Ενώ, όμως, είχε υποσχεθεί (;) να πληρώνει τα γραμμάτια για την αγορά του μαγαζιού, κάτι τέτοιο δεν έγινε και συσσωρεύτηκε ένα μεγάλο και δυσβάστακτο χρέος.
Ο πατέρας του, μάλιστα, όταν ο Γιώργος «την έκανε για Πειραιά», έστειλε επιστολή στις αθλητικές εφημερίδες της Θεσσαλονίκης, αναφέροντας τα περί ουζερί και αναλαμβάνοντας την ευθύνη «που έστειλε τον γιο του στον Πειραιά». Μάλιστα, αφού ζήτησε συγγνώμη από τους φιλάθλους, έγραψε και περί «ασυνέπειας και αγνωμοσύνης» από πλευράς ΠΑΟΚ.
Το ίδιο έπραξε και ο Γιώργος Κούδας, γράφοντας μεταξύ άλλων: «Εγώ και η οικογένειά μου υπομείναμε πολλά και φτάσαμε σε σημείο να στερηθούμε ακόμη και την τροφή. Τα υπομείναμε όλα γιατί αγαπούσαμε και εξακολουθούμε να αγαπούμε τον ΠΑΟΚ. Για μένα και την οικογένειά μου είναι η δεύτερη θρησκεία. Πέραν, όμως, από όλα αυτά, δεν ανέχομαι από κανέναν να αποκαλεί εμένα και την οικογένειά μου εκβιαστές…
Το σωματείον “Ολυμπιακός”, εις το οποίο μόνος μου ζήτησα να πάω, έχει τόσο στενές φιλικές σχέσεις με τον αγαπημένο μου ΠΑΟΚ, ώστε να παρέχει εγγυήσεις ότι θα με προσέξει… Γνωρίζετε άλλωστε ότι για τη μεταγραφή μου εγώ δεν αξίωσα τίποτε από το νέο μου σωματείο, τον Ολυμπιακό»…
Όπως έγραψε ο Τύπος (οι διοικήσεις τότε δεν μιλούσαν καθόλου), ο Ολυμπιακός πρόσφερε στον ΠΑΟΚ 300.000 δραχμές και τους ποδοσφαιριστές Αυγητίδη, Πλέσσα, Ν. Σιδέρη, Κυπριανίδη και Νεοφώτιστο, ενώ ο Παναθηναϊκός (πάντα κατά τον Τύπο) έδινε 1.000.000 δραχμές και τους Λουκανίδη, Βουτσαρά, Παπαεμμανουήλ και Παπουλίδη.
Ο καιρός περνά, ο Κούδας είναι «λιμενοφύλακας», έρχεται η επταετία και ο τότε γενικός γραμματέας Αθλητισμού Κ. Ασλανίδης προτείνει στον τότε γραμματέα του ΠΑΟΚ Γιώργο Παντελάκη να παίξει ο Κούδας δύο χρόνια στον Ολυμπιακό και μετά να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη! «Εγώ μπορεί να πάω στη Γυάρο, αλλά ο Κούδας δεν θα πάει στον Ολυμπιακό. Σε τελική ανάλυση εσείς κάνατε επανάσταση, βγάλτε μια διαταγή και πάρτε τον, εγώ δεν θα βάλω την υπογραφή μου σε κάτι τέτοιο» απαντά ο Παντελάκης, που γνωρίζει ότι αν πει «ναι», δεν θα μπορεί να κυκλοφορήσει στην Τούμπα!

Ο Κούδας απολύεται από το Λιμενικό, αλλά μπάλα παίζει μόνο με την Εθνική Ενόπλων, και όπου παίζει τρέχουν οι παοκτσήδες και τον αποδοκιμάζουν! Ετσι, διψασμένος για ποδόσφαιρο, την 1η Αυγούστου του 1968 επιστρέφει στον ΠΑΟΚ και αποθεώνεται! Περίπου 15.000 σπεύδουν να τον καμαρώσουν στην πρώτη προπόνηση «στο σπίτι του»! Ο «Μεγαλέξανδρος» μεγαλουργεί και ο Ολυμπιακός, ακόμη και με τη μεγάλη ομάδα του Νίκου Γουλανδρή, χάνει επί μια εικοσαετία συνεχώς στην Τούμπα!
Σήμερα ο Γιώργος Κούδας χαίρει της εκτίμησης όλων των Ελλήνων φιλάθλων, που τον χάρηκαν με τον ΠΑΟΚ και την Εθνική μας ομάδα. Και είναι βέβαιο ότι το βράδυ ο «Μεγαλέξανδρος» θα είναι στο γήπεδο, στο πλευρό της ομάδας του!
Τεχνίτης, σκόρερ. Ένας «Μεγαλέξανδρος» για τους «ασπρόμαυρους», ένα μήλον της Έριδος για τους «ερυθρόλευκους».
Πρεσβευτής μίας άλλης εποχής, ενός άλλου ποδοσφαίρου, μακριά από τη «βιομηχανία» του σήμερα, όπως την αποκάλεσε ο ίδιος, ο Γιώργος Κούδας μίλησε στο Debut.gr για την πλούσια καριέρα του, το ταραγμένο καλοκαίρι του 1966, τον ΠΑΟΚ, την Εθνική Ελλάδος αλλά και το σημερινό ποδόσφαιρο που δεν αφήνει τους παίκτες να «ανασάνουν».

Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με το ποδόσφαιρο;
Είτε στην Παναγία τη Φανερωμένη, είτε στην πλατεία της παλιάς λαχαναγοράς, είτε στο Διοικητήριο, εκεί μαζευόμασταν σαν πιτσιρίκια και παίζαμε μπάλα. Η ενασχόλησή μου, όμως, σε ομάδα έγινε το 1958 όταν με πήγε τότε στο γήπεδο της Τούμπας ο θείος μου. Μαζευόμασταν τα παιδιά και μας έβλεπε ένας Αυστριακός προπονητής ο Εμίλιος Ζέβσκι και όποιος τους άρεσε τον κρατούσαν.
Άρα με τον ΠΑΟΚ υπογράψατε για πρώτη φορά το 1958.
Ναι μόλις πήγα στη δεύτερη προπόνηση, μου βρήκανε και ένα ζευγάρι παπούτσια στο νούμερό μου, γιατί δεν είχα ποδοσφαιρικά παπούτσια. Και επειδή τους είπανε ότι αυτός ο μικρός είναι ταλέντο φρόντισαν να μου βρουν ένα ζευγάρι. Μόλις μας έβαλαν να παίξουμε σε δίτερμα, τότε ένας παράγοντας του ΠΑΟΚ ο Βασίλης ο Σιδηρόπουλος ήρθε μετά από λίγο και μου είπε: «Σπάσε μια υπογραφούλα».
Τα πρώτα σας βήματα με τον ΠΑΟΚ ήταν δύσκολα;
-Ποτέ δεν υπάρχει δυσκολία σε κάτι που αγαπάς. Η δυσκολία ήταν να μας δίνουν τη μία δραχμή για να πηγαίνω από την πλατεία της παλιάς λαχαναγοράς που διέμενα για να πηγαίνω στην Τούμπα. Και πολλές φορές κιόλας κρατούσαμε τη δραχμή και πηγαίναμε με τα πόδια.
Το καλοκαίρι του 1966 εκτυλίχθηκε ένα θρίλερ. Το θρίλερ της μεταγραφής σας στον Ολυμπιακό. Πώς ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία;
-Δεν υπήρχε μεταγραφή. Απλά ήταν μία περιπέτεια, στην οποία υπέκυψε ο πατέρας μου, τον οποίο φούσκωσαν ορισμένοι με μεγάλα λόγια. Του είχανε πει ότι θα γίνει όπως είχε γίνει και με τον Λουκανίδη που ενώ έπαιζε στη Δόξα Δράμας και τον ήθελε ο Παναθηναϊκός, τον στείλανε ένα χρόνο στην Κύπρο και μετά έμεινε ελεύθερος. Του είχανε πει ότι και με εμένα έτσι θα γινόταν. Και εγώ επειδή δεν ήθελα να εναντιωθώ με τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν και δύσκολος χαρακτήρας, τον άκουσα.
Αυτή η ιστορία είχε όμως ως αποτέλεσμα να μείνετε για δύο χρόνια εκτός γηπέδων.
-Αυτή η ιστορία ήταν μεγάλη πληγή για μένα. Τα δύο χρόνια που ήμουν εκτός γηπέδων, τον πρώτο χρόνο προπονούμουν και πληρωνόμουν κανονικά από τον Ολυμπιακό. Όταν όμως έγινε το πραξικόπημα το ’67 σταμάτησαν όλα. Προπονούμουν μόνο με το λιμενικό σώμα, στο οποίο είχα πάει λίγο καιρό πριν και έπαιζα και με την εθνική ενόπλων, γιατί υπηρέτησα μέχρι το 1969. Και όταν σταμάτησα τις προπονήσεις με τον Ολυμπιακό, εγώ επειδή ήμουν πολύ εγωιστής πήγαινα και έτρεχα στα βουνά και στα λαγκάδια. Και όποτε ήταν κάποιος συμπαίκτης πρόθυμος, κλωτσούσαμε και λίγο μπάλα.
Αφού όμως επιστρέψατε στη Θεσσαλονίκη ακολούθησε μία λαμπρή καριέρα με τον ΠΑΟΚ. Ποια θεωρείτε ότι ήταν η κορυφαία στιγμή της καριέρας σας;
-Η κορυφαία στιγμή ήταν που επανήλθα. Και που επανήλθα όπως έπρεπε. Γιατί θέτω το ερώτημα σήμερα και λέω. Έτσι όπως είναι σήμερα το ποδόσφαιρο ποιος παίκτης θα έμενε εκτός γηπέδων για δύο χρόνια και θα επανέλθει; Γι’αυτό έβαλα τη λέξη εγωιστής. Γιατί με όλο αυτό που πέρασα και που κανείς δεν ήξερε τι περνούσα και να μαλώσω με τον πατέρα μου εν τέλει, γιατί γύρισα στον ΠΑΟΚ, γιατί με ήθελε οτιδήποτε άλλο εκτός από ποδοσφαιριστή του ΠΑΟΚ. Όλο αυτό που πέρασα κατάφερα νομίζω να το βγάλω στο γήπεδο.
Πιστεύετε ότι θα μπορούσατε να κατακτήσετε περισσότερους τίτλους με τον ΠΑΟΚ;
-Αυτό είναι ένα ερώτημα που δυσκολεύομαι να το απαντήσω. Θα επικαλεστώ όμως τις μαρτυρίες των συμπαικτών μου στην εθνική ομάδα από την Αθήνα. Που όταν κατεβαίναμε για παιχνίδια της εθνικής στην Αθήνα μας λέγανε ναι εσείς ήσασταν καλύτερη ομάδα. Εσείς έπρεπε να πάρετε το πρωτάθλημα. Αλλά δεν το παίρναμε. Πιστεύω επίσης ότι από τους 10 τελικούς Kυπέλλου Ελλάδος που έχω παίξει, αξίζαμε τουλάχιστον το 50%.
Ποια νομίζετε ότι είναι η κορυφαία εμφάνιση της καριέρας σας;
-Δε θα πω κάποιον συγκεκριμένο αγώνα. Θα πω κάτι που με αντιπροσωπεύει και σαν χαρακτήρα. Όταν πήγαινα μικρός και έβλεπα τον ΠΑΟΚ και έβλεπα όλους τους πρόσφυγες να είναι ΠΑΟΚ, χωρίς ακόμα ο ΠΑΟΚ να έχει κάποιον τίτλο. Η αγάπη όλου αυτού του κόσμου νομίζω είναι η καλύτερη στιγμή για έναν ποδοσφαιριστή, γιατί τον έχεις κάνει να σε αγαπήσει.
Η πρώτη κλήση σας στην εθνική Ελλάδος ήταν το 1967;
-Η πρώτη μου κλήση ήταν το 1965. Ήμουν στην αποστολή στη Δανία, αλλά δεν έπαιξα. Η πρώτη μου συμμετοχή ήταν το 1967.
Πώς νιώσατε φορώντας το εθνόσημο;
-Παιδιά είναι άλλο να το λέμε και άλλο να το νιώθεις. Ξεκίνησα από μικρός και στην Εθνική και το 1967, όταν έπαιξα για πρώτη φορά, ο προπονητής ο Λάκης ο Πετρόπουλος έβαλε βέτο, γιατί εγώ τότε δεν έπαιζα σε κάποια ομάδα και είπε εγώ θα τον πάρω μαζί μου στην εθνική. Και έτσι έπαιξα το πρώτο μου παιχνίδι στο στάδιο «Πράτερ». Ο Λουκανίδης είχε συγκρουστεί τρεις φορές κεφάλι με κεφάλι με τον αντίπαλο επιθετικό και μπήκε μέσα ο κόσμος και διεκόπη το παιχνίδι υπέρ της εθνικής μας. Και φωνάζανε όλοι «το μικρό προστατέψτε, το μικρό». Ήταν ένα αίσθημα που δε θα ξεχάσω ποτέ.
Συμμετείχατε στο Euro 1980 στην Ιταλία. Πιστεύετε θα μπορούσατε να κάνετε καλύτερη πορεία;
-Τότε ήταν μεταβατική περίοδος για την εθνική. Πιστεύω όμως θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει καλύτερη πορεία. Εγώ έπαιξα μόνο στο τελευταίο παιχνίδι ως αλλαγή ενάντια στη Δυτική Γερμανία, που φέραμε 0-0 και πιστεύω θα μπορούσαμε να το είχαμε κερδίσει αυτό το παιχνίδι.
Το 1984 ολοκληρώσατε την καριέρα σας. Πώς νιώσατε όταν πατήσατε για τελευταία φορά το χορτάρι με τη φανέλα του ΠΑΟΚ;
-Κοίτα εγώ το 1983 ήμουν 37 χρονών και παίξαμε έναν τελικό στην Καλογρέζα με την ΑΕΚ. Γίνεται ένα φανταστικό παιχνίδι, αλλά ωστόσο χάσαμε 2-0. Εκείνη τη χρονιά είχα πει ότι θα σταματούσα. Και ο Παντελάκης μου λέει σε παρακαλώ μείνε άλλον ένα χρόνο για να χτίσουμε την καινούργια ομάδα, γιατί χρειάζεσαι και εσύ να καθοδηγήσεις εσύ τα παιδιά που θα έρθουν. Έτσι, το 1984 όταν κατάλαβα ότι δεν μπορώ πλέον να δώσω αυτό που θέλω προς τον κόσμο είπα μέχρι εδώ είναι. Και σταμάτησα έτσι το Φεβρουάριο του 1984. Έμεινα όμως ως τεχνικός διευθυντής και την επόμενη χρονιά πήραμε το πρωτάθλημα το 1985.
Από τότε όμως μέχρι σήμερα ο ΠΑΟΚ έχει κατακτήσει μόλις 4 ακόμη τίτλους. Πιστεύετε ότι έχουν γίνει λάθη στην ομάδα όλα αυτά τα χρόνια;
-Στην Ελλάδα έχουμε ένα κακό. Αλλάζουμε γρήγορα προπονητές. Και δεν έχουμε σωστή οργάνωση. Ο καθένας πρέπει να είναι στη θέση του όλη τη χρονιά και στο τέλος να κάνουμε τον απολογισμό. Κάθε χρόνο θα πρέπει να γίνεται αυτό. Δυστυχώς, όμως στην Ελλάδα δε γίνεται πάντα αυτό.
Μετά το τέλος της καριέρας σας δε θέλατε να ασχοληθείτε με την προπονητική;
-Όχι. Δεν είναι ο χαρακτήρας μου. Έχοντας υπόψη μου όλα όσα γίνονται στο ελληνικό ποδόσφαιρο, θεωρώ ότι ο χαρακτήρας μου δε θα μπορούσε να συμβιβάζεται με τέτοια πράγματα.
Πιστεύετε θα σας ταίριαζε κάποια άλλη θέση; Τεχνικός διευθυντής ή μάνατζερ;
-Μάνατζερ όχι γιατί δεν είμαι άνθρωπος των συναλλαγών. Οπότε θεωρώ ότι δε θα μου ταίριαζε κάποιος άλλο ρόλος.
Πρόσφατα έφυγε από τη ζωή ο Τάκης Λουκανίδης. Ποια η άποψή σας γι’αυτόν σαν ποδοσφαιριστή και σαν άνθρωπο;
-Τον Λουκανίδη τον γνώρισα σε μικρή ηλικία. Η άποψή μου γι’αυτόν είναι ότι ο Λουκανίδης είναι ο πληρέστερος ποδοσφαιριστής που έχει βγάλει μέχρι σήμερα η Ελλάδα. Έπαιζε σε όλες τις θέσεις. Ήξερε μπάλα και αν έκανε ένα κλικ παραπάνω στο ταλέντο που είχε τον θεωρώ από τους καλύτερους παίκτες παγκοσμίως. Αν είχε γεννηθεί σε άλλη χώρα δεν υπήρχε περίπτωση να μην ήταν στους 10 πρώτους.
Κατά τη γνώμη σας το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει από τα χρόνια της καριέρας σας μέχρι σήμερα;
-Βέβαια. Έχει αλλάξει η λογική του ποδοσφαίρου. Εκτός από ορισμένες ποδοσφαιρικές σχολές που κρατάνε κάποια βασικά στοιχεία, σήμερα έχει βιομηχανοποιηθεί το ποδόσφαιρο. Δηλαδή δεν αφήνουν τους παίκτες να ολοκληρωθούν σαν ταλέντα, τους λένε θα παίξεις με αυτόν το συγκεκριμένο τρόπο. Δεν τους αφήνουν να έχουν πρωτοβουλία και γι’αυτό δε βγαίνουν παίκτες σαν αυτούς που έβγαιναν παλιά.
Ποια πιστεύετε ότι θα είναι η έκβαση του φετινού πρωταθλήματος; Πιστεύετε ότι ο ΠΑΟΚ μπορεί να κάνει την υπέρβαση και να κατακτήσει το πρωτάθλημα;
-Είμαι χαρούμενος γιατί ομάδες φέτος παίζουν καλό ποδόσφαιρο. Ο ΠΑΟΚ με το ρόστερ που έχει, έχει κάποιες ατέλειες, αλλά θεωρώ ότι αυτές οι 4 πρωτοπόρες ομάδες θα πηγαίνουν μαζί. Εκτός από κάποιες γκέλες, όπως αυτή που έκανε προχθές ο Ατρόμητος. Όλες οι ομάδες κάνουν γκέλες και θα γίνουν πιστεύω και από τις άλλες ομάδες. Θεωρώ όμως ότι η έκβαση του πρωταθλήματος φέτος είναι πολύ αμφίρροπη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου