Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα των άρθρων -Τα δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν τους συγγραφείς.

Οκτωβρίου 16, 2021

Γεωργία Βασιλειάδου: Η ωραία των Αθηνών



Η αγαπημένη θεία, ήρθε από το Σικάγο και εκσυγχρόνισε εν ριπή οφθαλμού τα ήθη και τη
δομή της οικογένειας του αδερφού της, γέμισε την Αθήνα σπασμένα κανάτια, πάντρεψε τις ανιψιές της και τέλος αποκατέστησε και τον εαυτό της.






Η αγαπημένη όλων μας Γεωργία Βασιλειάδου ήρθε από μια γωνιά της Κυψέλης, έδωσε μια άλλη διάσταση στην ερμηνεία των γυναικείων κωμικών ρόλων, γοήτευσε ως η Ωραία των Αθηνών και κατέκτησε με την γνησιότητά της τις καρδιές όλων των Ελλήνων.

Η Γεωργία Αθανασίου, όπως ήταν το πραγματικό της επίθετο, γεννήθηκε στα Τουρκοβούνια της Κυψέλης το 1897. Παιδί φτωχικής οικογένειας γνώρισε πολύ νωρίς την ορφάνια καθώς ο πατέρας της, αξιωματικός του ιππικού έπεσε από το άλογο και σκοτώθηκε σε ηλικία 32 ετών.

Έτσι η μικρή Γεωργία μαζί με τα εννέα αδέρφια της αναγκάστηκαν να συνεισφέρουν-το καθένα όπως μπορούσε στην επιβίωση της οικογένειας. Σε ηλικία μόλις επτά ετών η Γεωργία (μαζί και δύο από τα αδέρφια της) βρέθηκε να εργάζεται στην Αιόλου, στο κορνιζάδικο ενός θείου της. Κι επειδή χρήματα για εισιτήρια δεν υπήρχαν, πολλές φορές πηγαινοερχόταν με τα πόδια ή κάλυπτε κάποια απόσταση σκαρφαλωμένη στον προφυλακτήρα του τραμ.


Όπως ήταν λογικό, η Γεωργία δεν πήγε ποτέ στο σχολείο, δεν είχε χρόνο για παιχνίδια αφού εργαζόταν, χρειαζόταν λοιπόν μια διέξοδο που να την κάνει να ονειρεύεται. Τη βρήκε στο τραγούδι. Όποτε οι συνθήκες τής το επέτρεπαν, η Γεωργία τραγουδούσε και ξεχνιόταν. Τα χρόνια πέρασαν, τα αδέρφια σκορπίστηκαν, αλλά η Γεωργία παρέμενε στην Κυψέλη.

Ένα απόγευμα κίνησε για να πάει στο σπίτι μιας θείας της. Ο δρόμος της έφερε έξω από το θέατρο «Ολύμπια» όπου στεγαζόταν η Λυρική Σκηνή. Ήταν ώρα πρόβας. Το τραγούδι των καλλιτεχνών έφτανε ως το δρόμο. Η Γεωργία το άκουσε και, ξεπερνώντας κάθε δισταγμό, πέρασε το κατώφλι του Ολύμπια και βρέθηκε μαζί με τους καλλιτέχνες. Ζήτησε να την ακούσουν να τραγουδάει. Την άκουσαν.

Η Γεωργία πήρε την απόφαση να σπουδάσει κλασικό τραγούδι. Αν και οι αντιξοότητες ήταν πάρα πολλές, η Γεωργία ξεκίνησε το 1923 φωνητική στη σχολή Γεννάδη. Αμέσως μετά την συμπεριέλαβαν στη χορωδία του μελοδράματος. Οι δικοί της αντέδρασαν έντονα, αλλά δεν κατάφεραν να την πείσουν να αποχωρήσει από την χορωδία. Η Γεωργία είχε πάρει τη ζωή στα χέρια της και δεν θα την άφηνε. Άλλαξε το επίθετό της από Αθανασίου σε Βασιλειάδου και συνέχισε να τραγουδάει. Όμως λίγο αργότερα αποφάσισε να εγκαταλείψει την όπερα και το κλασικό τραγούδι και να μεταπηδήσει στο θέατρο. Το έκανε.

Αρχικά εμφανίστηκε στο έργο «Κυρία με τις καμέλιες» ερμηνεύοντας το ρόλο της υπηρέτριας και στη συνέχεια έκανε το ντεμπούτο της στην επιθεώρηση. Είχε φτάσει η μεγάλη στιγμή. Την πρόσεξε η Μαρίκα Κοτοπούλη και την επόμενη κιόλας μέρα την ενέταξε στον θίασό της. Η Γεωργία Βασιλειάδου έμεινε δίπλα στην Μαρίκα Κοτοπούλη ως το 1932, συμμετέχοντας σε περίπου εκατόν είκοσι διανομές του θιάσου. Λέγεται μάλιστα πως έγινε σχεδόν το alter ego της μεγάλης πρωταγωνίστριας κερδίζοντας την εμπιστοσύνη, τη φιλία και τη στήριξη της Μαρίκας. Το 1932 η ηθοποιός μεταπήδησε στο θίασο του Αιμίλιου Βεάκη αλλά τρία χρόνια αργότερα, μετά τη διάλυση του γάμου της με έναν έμπορο (είχε παντρευτεί το 1930), αποφάσισε να εγκαταλείψει την καριέρα της στο θέατρο για να αφοσιωθεί στη μικρή της κόρη.



(Η Γεωργία Βασιλειάδου έκανε ένα γάμο ακόμη το 1945, αλλά λίγο αργότερα ο άντρας της κατατάχτηκε στη Λεγεώνα των Ξένων). Η ηθοποιός έμεινε μακριά από το θέατρο τα επόμενα τέσσερα χρόνια και θα έμενε ακόμη περισσότερο αν στο δρόμο της δε βρισκόταν ο άνθρωπος που θα άλλαζε εξολοκλήρου τη ζωή της. Ήταν τότε που ο Αλέκος Σακελλάριος αναζητούσε μια λαϊκή γυναικεία φιγούρα για να υποδυθεί το ρόλο μιας κουτσομπόλας στο έργο του «Τα κορίτσια της παντρειάς» που επρόκειτο να ανέβει στο θέατρο «Ιντεάλ» από το θίασο του Πέτρου Κυριακού, της Άννας και της Μαρίας Καλουτά.

Ο θεατρικός συγγραφέας μόλις την είδε, της έκανε την πρόταση και η Βασιλειάδου δέχτηκε κι έτσι ξεκίνησε μια δεύτερη καριέρα που κυριολεκτικά την απογείωσε. Ήταν η ώρα των μεγάλων θεατρικών αλλά και των κινηματογραφικών επιτυχιών. Αν και η Βασιλειάδου είχε κάνει το κινηματογραφικό της ντεμπούτο το 1930 συμμετέχοντας στην ταινία «Για την αγάπη μας», το ευρύ κοινό την γνώρισε αρχικά από την συμμετοχή της στον «Γρουσούζη», ύστερα ως «Η ωραία των Αθηνών» του Νίκου Τσιφόρου και στη συνέχεια ως «Καφετζού» του Αλέκου Σακελλάριου.

Όμως η πραγματική απογείωση της καριέρας της έγινε με την ταινία «Η θεία από το Σικάγο». Ακολούθησαν μια σειρά από ταινίες επίσης πολύ επιτυχημένες, όπως ήταν «Η κυρά μας η μαμή», ο «Θησαυρός του μακαρίτη», η «Κυρία Δήμαρχος», «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός», οι «Γαμπροί της Ευτυχίας», κ.ά. Τώρα η Γεωργία Βασιλειάδου είχε όλο το κοινό στα πόδια της κι όμως, αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα της να αποχωρήσει από το σανίδι και το πανί.

«Θέλω να φύγω με «ζήτω» κι όχι με «γιούχα», είπε και έκανε πράξη τα λόγια της εγκαταλείποντας την καριέρα της. Φαίνεται όμως πως της έλειπε αρκετά η τέχνης της γι’ αυτό το 1975 δέχτηκε να συμμετάσχει στην τηλεοπτική σειρά «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Νίκου Καζαντζάκη σε σκηνοθεσία του Βασίλη Γεωργιάδη και το 1976 ξανανέβηκε στο σανίδι, ήταν όμως αρκετά καταπονημένη για να συνεχίσει και την επόμενη σεζόν. Κι έτσι αποχώρησε οριστικά.

Η Γεωργία Βασιλειάδου έσβησε στις 13 Φεβρουαρίου του 1980, δεν υπάρχει όμως σήμερα κανείς που να μη γνωρίζει την πιο όμορφη «άσχημη» του ελληνικού κινηματογράφου, να μην τη θαυμάζει για το πηγαίο ταλέντο της και να μην τη νιώθει δικό του άνθρωπο. Στις περισσότερες ταινίες της η Γεωργία Βασιλειάδου υποδύθηκε τον τύπο της άσχημης γυναίκας που θεωρούσε εαυτόν καλλονή, χαρίζοντας αφειδώς το γέλιο στους αμέτρητους θαυμαστές της. Αλλά κι σε εκείνες που η εμφάνισή της δεν αποτελούσε το κυρίαρχο θέμα της ταινίας, η Βασιλειάδου διέπρεψε ερμηνεύοντας ρόλους που βασίζονταν στη δύναμη του λόγου, όπως π.χ. «Η θεία απ’ το Σικάγο».

Σημείωση: Τα στοιχεία και το φωτογραφικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε είναι από το βιβλίο του Κώστα Παπασπήλιου «Πινακοθήκη γέλιου – Από τον Λογοθετίδη και μετά», Εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική, 2002

Η ιστορία της Γεωργίας Βασιλειάδου και όσα δεν ήξερες


Το πραγματικό της όνομα, η καταγωγή της και οι δυσκολίες που αντιμετώπισε μέχρι την αναγνώριση. Η Γεωργία Βασιλειάδου, η «ομορφότερη άσχημη» όπως την αποκαλούσαν, αποτελούσε μαζί με τον Βασίλη Αυλωνίτη και τον Μίμη Φωτόπουλο ένα από τα τρία «ιερά τέρατα» του ελληνικού κινηματογράφου.



Όλοι θυμόμαστε τις ταινίες της, «Η ωραία των Αθηνών», «Ο Κλέαρχος η Μαρίνα κι ο κοντός», «H θεία απ’ το Σικάγο», «Κορίτσια της παντρειάς», «H κυρά μας η μαμή», η «Καφετζού» και άλλες πολλές, που άφησαν εποχή και εξακολουθούν να παίζουν μέχρι και τις μέρες μας, αφήνοντας τους πάντες εντυπωσιασμένους με το εξαιρετικό υποκριτικό της ταλέντο.


Φέτος συμπληρώνονται 120 χρόνια από τη γέννηση της ηθοποιού, που γνώριζε από καλό χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Κι αυτό το αποδεικνύουν όχι μόνο οι ρόλοι της, αλλά και η καθημερινότητά της. Κάποτε ο Νίκος Τσιφόρος της είχε πει: «Βρε Γεωργία το σκέφτηκες ποτέ να κάνεις πλαστική προσώπου;» Και η Βασιλειάδου του απάντησε: «Κι εσύ σκέφτηκες ότι τότε οι κωμωδίες σου θα πήγαιναν στράφι;».

Η αξέχαστη Γεωργία Βασιλειάδου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιανουαρίου του 1897. Το πραγματικό της όνομα ήταν Γεωργία Αθανασίου. Η ίδια υποχρεώθηκε να αφήσει νωρίς το σχολείο για να εργαστεί σε κατάστημα και να βοηθήσει την πολυμελή οικογένειά της, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα της (ο οποίος ήταν αξιωματικός του ιππικού) από πτώση αλόγου. Παντρεύτηκε δύο φορές κι απέκτησε μια κόρη, τη Φωτεινή, ενώ έμενε στο Μαρούσι.



Η Γεωργία Βασιλειάδου, όμως, δεν καταγόταν από την Αθήνα, αλλά από τον Τρύφο Αιτωλοακαρνανίας. Ήταν κόρη του Αποστόλη Κουτρούλη του γένους Αθανασίου. Είχε τέσσερις αδερφές και τρεις αδερφούς. Όταν παντρεύτηκε για δεύτερη φορά κράτησε το όνομα του πρώτου συζύγου της, Βασιλειάδη. Πολλοί λένε ωστόσο, ότι το Βασιλειάδου ήταν ψευδώνυμο κι όχι το όνομα του πρώτου συζύγου της. Όπως και να έχει, πάντως, η μεγάλη ηθοποιός καταξιώθηκε με αυτό το όνομα.

Οι πληροφορίες για τη ζωή της Γεωργίας Βασιλειάδου είναι συγκεχυμένες, και στο διαδίκτυο κυκλοφορούν πολλές λανθασμένες υποθέσεις. Τη δεκαετία του 1930, η μεγάλη ηθοποιός έκανε τα πρώτα της βήματα στο θεατρικό σανίδι. Σύμφωνα με μαρτυρίες ντόπιων, ένας θεατρικός θίασος («μπουλούκι» όπως το αποκαλούσαν τότε) ήρθε στο χωριό και ανακάλυψε το ταλέντο της. Όταν λοιπόν εκείνη αποφάσισε να τους ακολουθήσει στην Αθήνα, ο πατέρας της την έδιωξε από το σπίτι. Ξεγραμμένη από την οικογένειά της και με μόνη ελπίδα τα όνειρά της, αγωνίστηκε ολομόναχη στον αγώνα της ζωής, σκληραγωγήθηκε και τελικά βγήκε νικήτρια.

Έζησε σε μια εποχή όπου ο λόγος του πατέρα ήταν νόμος απαράβατος. Η μεγάλη ηθοποιός αποτελούσε την δακτυλοδεικτούμενη, το μαύρο πρόβατο του χωριού. Ακόμα κι όταν έγινε διάσημη και επισκέφτηκε το χωριό, οι δικοί της την αντιμετώπιζαν σαν ξένη. Από τότε δεν ξαναγύρισε στο χωριό και δεν ήθελε να έχει επαφές, γι’ αυτόν τον λόγο και ως τόπος γέννησής της αναφέρεται η Αθήνα και όχι ο Τρύφος. Από την στιγμή της αναγνώρισής της θέλησε να κάψει τις μαύρες σελίδες του παρελθόντος της – και το έκανε…

Η νοοτροπία που επικρατούσε τότε για τις γυναίκες ηθοποιούς ή τραγουδίστριες ήταν απαξιωτική. Χαρακτηρίζονταν ως «πριμαντόνες», όχι με την πραγματική σημασία της λέξεως αλλά προσδίδοντας της μια άλλη, υποτιμητική ιδιότητα. Οι γυναίκες δεν είχαν δικαιώματα και θα έπρεπε να υπακούν στις εντολές των ανδρών. Όμως η Γεωργία Βασιλειάδου έκανε την διαφορά, πήγε κόντρα στα κατεστημένα και διεκδίκησε όσα άλλες γυναίκες δεν τόλμησαν ποτέ να κυνηγήσουν στη ζωή τους. Τόλμησε να ζήσει!

Στις αρχές του 20ου αιώνα πολλές ήταν οι γυναίκες που, παρά το έμφυτο ταλέντο τους, αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στην ισχύουσα κατάσταση, σε μία άδικη πραγματικότητα που τους επέβαλε να παραμελήσουν τα όνειρά τους και την επίτευξη καριέρας και να περιοριστούν στη δημιουργία μιας οικογένειας. Η μεγάλη ηθοποιός, παρ’ όλα αυτά, έκανε ένα βήμα παρακάτω, και αν και αρχικά ερχόμενη στην Αθήνα δούλευε σε μαγαζί με κορνίζες για να βγάζει τα προς το ζην, καθώς στις πρώτες της θεατρικές δουλειές δεν πληρωνόταν, κατόρθωσε να αναδειχθεί σε μία από τις κορυφαίες μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Επομένως, δεν θα πρέπει να θαυμάζουμε τη Γεωργία Βασιλειάδου μόνο για το υποκριτικό της ταλέντο, αλλά και για την ψυχική δύναμη και τον σθεναρό της χαρακτήρα, που τη βοήθησαν να ξεφύγει μέσα από τα περιοριστικά όρια της τοπικής κοινωνίας και να ξεδιπλώσει το «είναι» της και την καλλιτεχνική της υπόσταση, δείχνοντας σε όλους πως και οι γυναίκες έχουν δικαίωμα να εργαστούν και να εκφραστούν ελεύθερα, χωρίς κανέναν περιορισμό.

Σύσσωμος ο καλλιτεχνικός χώρος τη θεωρούσε μία από τις σπουδαιότερες Ελληνίδες ηθοποιούς. Η Γκέλυ Μαυροπούλου μιλώντας για τη Γεωργία Βασιλειάδου τη χαρακτήρισε ως «θελκτική». Η Βασιλειάδου πέθανε στις 12 Φεβρουαρίου του 1980 και παραμένει ακόμα αξιαγάπητη και ζωντανή στις μνήμες μας μέσα από τις ταινίες της. Κηδεύτηκε παρουσία λίγου κόσμου, ένα βροχερό πρωινό στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Η νέα γενιά του χωριού της αναγνωρίζει σήμερα τη σπουδαιότητα της μεγάλης ηθοποιού και ότι οι παλαιότεροι τής φέρθηκαν άδικα, και όντας πιο ανοιχτόμυαλη θεωρεί αναγκαία τη δημιουργία ενός αγάλματος ή μιας προτομής στη μνήμη της. Δυστυχώς όμως, παρά τις προσπάθειες ορισμένων κατοίκων του χωριού, οι τοπικές αρχές εξακολουθούν να αδιαφορούν, με αποτέλεσμα να μην προβάλλεται αυτή η ιστορική φυσιογνωμία του τόπου και να θάβεται περαιτέρω στον κόσμο της λησμονιάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου