Οι ντόπιοι που είχαν συναντήσει τα κορίτσια εκείνη την ημέρα θυμούνται ότι φαίνονταν στεναχωρημένα και απογοητευμένα. Ωστόσο, είχαν ακόμη μια ευκαιρία να παρέχουν κάποια βοήθεια σε φτωχές οικογένειες στην περιοχή Άλτο Μποκέτε, οπότε η Φρον και η Κρέμερς αποφάσισαν να μην αλλάξουν τα σχέδιά τους και να μείνουν στον Παναμά για ακόμη έναν μήνα.

Σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες, τους ζητήθηκε να επιστρέψουν πίσω μετά από λίγες ημέρες και να δουν τι μπορεί να γίνει. Οι κοπέλες, προφανώς, αποφάσισαν να μη χάσουν χρόνο και να χρησιμοποιήσουν τον απροσδόκητα ελεύθερο χρόνο τους για νέες περιπέτειες. Αυτή η απόφαση σηματοδότησε την αρχή μιας περίπλοκης και περίεργης ιστορίας στην οποία καμία μαρτυρία δεν συμπίπτει με κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Το διάσημο μονοπάτι και η μυστηριώδης εξαφάνιση

Το πρωί της 1ης Απριλίου 2014, ο καιρός ήταν καλός στο Μποκέτε. Η Κρις και η Λισάν επέλεξαν αυτήν την ημέρα για να κάνουν μια βόλτα στο διάσημο τοπικό μονοπάτι La Pianista, που βρίσκεται σε απόσταση περίπου οκτώ χιλιόμετρων από την πόλη. Τα κορίτσια φόρεσαν μπλουζάκια και σορτς, πήραν ένα ελαφρύ σακίδιο, όπου έβαλαν τα απαραίτητα κατά την άποψή τους αντικείμενα (διαβατήρια, ένα μπουκάλι νερό και κάποια χρήματα - περίπου 80 δολάρια), κινητά τηλέφωνα και μια φωτογραφική μηχανή.

Μέχρι το σημείο που αρχίζει το μονοπάτι έφτασαν με ταξί. Σύμφωνα με τον οδηγό, ήταν περίπου μεσημέρι. Σύμφωνα όμως με τα μεταδεδομένα των φωτογραφιών που τράβηξαν τα κορίτσια, στην πραγματικότητα, ξεκίνησαν να ανεβαίνουν το βουνό μια ώρα νωρίτερα. Ωστόσο, αργότερα η αστυνομία θα πάρει την κατάθεση του ιδιοκτήτη ενός καφέ που βρίσκεται στην αρχή της διαδρομής, ο οποίος μιλούσε με δύο κορίτσια που έμοιαζαν με Ολλανδέζες φοιτήτριες περίπου στις τρεις το μεσημέρι, και μετά από αυτό τα κορίτσια πήγαν για πεζοπορία.


Οι υπάλληλοί του ισχυρίστηκαν επίσης ότι η Φρον και η Κρέμερς πήραν έναν σκύλο-οδηγό, ο οποίος επέστρεψε μόνος του. Δεν υπάρχει όμως καμία απόδειξη ότι τα κορίτσια είχαν μαζί τους έναν σκύλο, καθώς ο σκύλος δεν εμφανίστηκε σε καμία από τις φωτογραφίες.

Συνήθως οι τουρίστες χρειάζονται από πέντε έως έξι ώρες για να περπατήσουν κατά μήκος του La Pianista. Το μονοπάτι είχε σχεδιαστεί ως ανάβαση και κατάβαση από έναν λόφο – η μονής κατεύθυνσης διαδρομή διαρκεί δυόμισι ή τρεις ώρες.

Αν και η διαδρομή θεωρείται γνωστή και δεκάδες άνθρωποι την περπατάνε καθημερινά, ακόμη και οι ντόπιοι δεν διακινδυνεύουν να αφήσουν το μονοπάτι: Η γύρω περιοχή είναι επικίνδυνη λόγω του απόκρημνου κι ανάγλυφου χαρακτηριστικού της ειδικά κατά τη διάρκεια της περιόδου των βροχών (από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο).

Αυτό το χρονικό διάστημα ακόμη και οι άνθρωποι από τη φυλή Νγκόμπε η οποία ζει σε εκείνα τα μέρη από τα αρχαία χρόνια, περπατάνε με προσοχή. Το μονοπάτι περνάει από την επαρχία Τσιρίκι έως την επαρχία Μπόκας ντελ Τόρο, πάνω από φαράγγια βάθους άνω των 20 μέτρων, τα οποία μπορεί να διασχίσει κανείς πάνω σε κρεμαστές γέφυρες.

Η Φρον και η Κρέμερς έφτασαν στη κορυφή περίπου στη μια το μεσημέρι: Εκείνη την ώρα, τα κορίτσια έβγαλαν μια φωτογραφία στο El Mirador, το γραφικό μέρος με την πανοραμική θέα στην κορυφή του λόφου. Συνήθως οι τουρίστες φτάνοντας σε αυτό το σημείο επιστρέφουν, ωστόσο, πιθανότατα, τα κορίτσια ήθελαν να συνεχίσουν την πεζοπορία για να δουν έναν καταρράκτη στη ζούγκλα που βρίσκεται στη συνέχεια της διαδρομής στην άγρια φύση. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχαν ψάξει στο διαδίκτυο για έναν χάρτη αυτού του τοπίου και τον μελέτησαν προσεκτικά.

Ωστόσο, οι κοπέλες ήταν ελαφριά ντυμένες και δεν πήραν σχεδόν τίποτα μαζί τους: Δεν είχαν ούτε φαγητό ούτε αρκετό νερό ούτε ειδικά μέσα διάσωσης και επιβίωσης. Συνήθως οι τουρίστες παίρνουν σκηνές, ειδικά ρούχα και εξοπλισμό για μεγάλες πεζοπορίες και απευθύνονται σε επαγγελματίες οδηγούς.

Οι κοπέλες είχαν ζητήσει από τον οδηγό Φελιτσιάνο Γκονζάλες να τους οργανώσει μόνο την εκδρομή στο τοπικό εθνικό πάρκο, η οποία είχε προγραμματιστεί για την επόμενη μέρα. Αυτός ήταν ο πρώτος που συνειδητοποίησε ότι κάτι είχε συμβεί όταν τα κορίτσια δεν επικοινώνησαν μαζί του. Αυτός απευθύνθηκε στην οικογένεια που τους νοίκιασε το σπίτι και στη συνέχεια στην αστυνομία. Στις 3 Απριλίου, η Κρέμερς και η Φρον αναφέρθηκαν ως αγνοούμενες.

Η αναζήτηση και τα πρώτα ευρήματα

Η μεγάλη επιχείρηση αναζήτησης ξεκίνησε αμέσως και συνεχίστηκε για αρκετές εβδομάδες, αρχικά με συμμετοχή των τοπικών αστυνομικών και ειδικά εκπαιδευμένων σκυλιών και κατοίκων της περιοχής και αργότερα με την εμπλοκή Ολλανδών αστυνομικών και συγγενών των αγνοουμένων. Φαινόταν ότι οι κοπέλες είχαν εξαφανιστεί χωρίς να αφήσουν κανένα ίχνος. Περίεργο φαινόταν επίσης το γεγονός ότι δύο μάρτυρες ισχυρίστηκαν ότι είδαν τα κορίτσια να επιστρέφουν από τη διαδρομή La Pianista και ότι έψαχναν κάποιο τρόπο να φτάσουν στην πόλη. Ωστόσο, εκτός από αυτούς τους δύο, κανείς άλλος δεν ανέφερε ότι είδε τη Φρον και την Κρέμερς να επιστρέφουν.

Τον Ιούνιο του 2014, 10 εβδομάδες μετά τη μυστηριώδη εξαφάνιση των κοριτσιών, σε ένα χωράφι κοντά στον οικισμό Άλτα Ρομέρο, οι κάτοικοι της περιοχής βρήκαν ένα σακίδιο - εκείνο που είχαν μαζί τους τα κορίτσια στη διαδρομή. Για να κάνει κάποιος τη διαδρομή από το μέρος όπου είδαν ζωντανά τα κορίτσια για τελευταία φορά μέχρι εκείνο το χωράφι θα χρειαζόταν αρκετές ώρες.


Φαινόταν επίσης περίεργο ότι το σακίδιο ήταν σε άριστη κατάσταση, όλο το περιεχόμενό του είχε παραμείνει άθικτο και δεν ήταν ούτε καν βρεγμένο (αυτό αποκλείει εντελώς την εικασία ότι το έφερε το ρεύμα ενός ορεινού ποταμού). Το σακίδιο περιείχε ένα διαβατήριο με το όνομα της Κρις Κρέμερς, μια κάρτα ιατρικής ασφάλισης στο όνομα της Λίσαν Φρον, 83 δολάρια, τα γυαλιά ηλίου των κοριτσιών, τα σουτιέν και τα κινητά τους τηλέφωνα, ένα μπουκάλι νερό και μια φωτογραφική μηχανή.

Ωστόσο, εκείνο τον Μάιο καταρρακτώδεις βροχές έπληξαν τη χώρα, και το σακίδιο στη ζούγκλα δεν μπορούσε να παραμείνει ανεπηρέαστο. Πάνω του βρέθηκε DNA διαφορετικών ανθρώπων, αλλά δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί με ακρίβεια αν υπήρχαν εκεί πριν την εξαφάνιση των κοριτσιών ή εμφανίστηκαν αργότερα. Πάνω από 10 διαφορετικά δακτυλικά αποτυπώματα βρέθηκαν στα κινητά τους τηλέφωνα και τη φωτογραφική μηχανή. Στη συνέχεια σε έναν βράχο ανάμεσα σε δύο ορεινά ρυάκια βρέθηκε ακόμη ένα αντικείμενο: Το σορτς της Κρέμερς προσεκτικά διπλωμένο και τακτοποιημένο.

Οι παράξενες φωτογραφίες και η πιθανή εξήγηση

Το βασικό αποδεικτικό στοιχείο ήταν η φωτογραφική μηχανή των κοριτσιών στο σακίδιο, στην οποία βρέθηκαν 133 λήψεις. Έλειπε μόνο μία φωτογραφία στη σειρά και δεν είναι σαφές ποιος τη διέγραψε, καθώς δεν ήταν δυνατόν να γίνει η επαναφορά της (εάν διαγράψεις μια φωτογραφία χειροκίνητα, μπορείς να την επαναφέρεις).

Οι περισσότερες φωτογραφίες που τραβήχτηκαν την 1η Απριλίου, κατά τη διάρκεια της εκδρομής, είναι πορτρέτα των χαρούμενων χαμογελαστών κοριτσιών και δείχνουν τα τοπία γύρω τους. Μόνο η φωτογραφία που τραβήχτηκε στις 18:40 φαινόταν περίεργη επειδή το πρόσωπο της Κρέμερς ήταν πολύ ανήσυχο. Μερικές από τις φωτογραφίες τραβήχτηκαν στο «άγριο» τμήμα της διαδρομής, γεγονός που επιβεβαιώνει την εικασία ότι μετά την ανάβαση, τα κορίτσια προχώρησαν προς την επικίνδυνη κατάβαση. Σύμφωνα με ορισμένες αναφορές, στην άλλη πλευρά υπάρχουν πολλές καλύβες που δεν είναι σημειωμένες στον χάρτη. Ακόμα και έμπειροι οδηγοί δεν ξέρουν ποιος ζει εκεί.

Οι πιο περίεργες ήταν 90 φωτογραφίες που τραβήχτηκαν στις 8 Απριλίου μεταξύ 1:00 και 4:00 το πρωί σε απόλυτο σκοτάδι, κατά τη διάρκεια της έντονης βροχόπτωσης στην περιοχή. Σύμφωνα με τα αποθηκευμένα μεταδεδομένα, μεταξύ ορισμένων φωτογραφιών μεσολαβούσαν μόνο λίγα δευτερόλεπτα.

Κάποιες από τις φωτογραφίες προφανώς τραβήχτηκαν επίτηδες καθώς δεν ήταν θολές. Κάποιοι ειδικοί θεωρούν ότι η Φρον και η Κρέμερς προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν το φλας της μηχανής ως πηγή φωτός, αλλά αυτό είναι σχεδόν αδύνατο να επιβεβαιωθεί. Στις περισσότερες φωτογραφίες υπάρχουν χαράδρες, φαράγγια και κρεμαστές γέφυρες. Σε μια φωτογραφία φαίνεται σε κοντινό πλάνο το κεφάλι της Κρέμερς με αίμα στον κρόταφό της.


Τα κινητά τηλέφωνα ήταν ακόμη πιο σημαντικό εύρημα, αλλά η προσεκτική τους εξέταση ενίσχυσε το μυστήριο που καλύπτει στην υπόθεση. Σύμφωνα με το αρχείο καταγραφής κλήσεων από το κινητό της Κρέμερς, η κοπέλα προσπάθησε να επικοινωνήσει με τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης στην Ολλανδία και τον αριθμό 112 ήδη από την 1η Απριλίου από το El Pianista. Η Φρον προσπάθησε να κάνει το ίδιο λίγα λεπτά αργότερα. Ωστόσο, και οι δύο κλήσεις δεν πέρασαν επειδή εκεί όπου βρίσκονταν τα κορίτσια δεν υπήρχε κάλυψη δικτύου.

Αργότερα, τα κινητά απενεργοποιήθηκαν και ενεργοποιήθηκαν μόνο την επόμενη μέρα, μετά από 14 ώρες. Τα κορίτσια προσπάθησαν να καλέσουν τους διασώστες, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Στις 6 Απριλίου το κινητό της Φρον σταμάτησε να λειτουργεί (πιθανώς είχε τελειώσει η μπαταρία), το κινητό της Κρέμερς λειτούργησε για μερικές ακόμη ημέρες. Φαίνεται ότι κάποιος προσπαθούσε να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτό, αλλά δεν το κατάφερε επειδή το PIN που εισήγε ήταν λανθασμένο. Σύμφωνα με την έρευνα, από τις 7 Απριλίου έως τις 10 Απριλίου, έγιναν 77 αποτυχημένες προσπάθειες εισαγωγής του κωδικού PIN.

Τον Ιούνιο οι κάτοικοι της περιοχής βρήκαν εκτός από τα σορτς (σε απόσταση 14 ωρών με τα πόδια από το χωράφι όπου βρήκαν το σακίδιο) και παπούτσια (δύο διαφορετικά). Στις 19 Ιουνίου βρέθηκαν τα λείψανα της Λίσαν Φρον - το αριστερό της πόδι με πολλά κατάγματα των οστών, φορώντας το παπούτσι. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση, δεν υπήρχε κανένας ίχνος βίας στα λείψανα - ούτε κοψίματα, ούτε ίχνη από όπλο, ούτε σημάδι δοντιών ή νυχιών.

Τουλάχιστον 33 διάσπαρτα τμήματα της σορού βρέθηκαν αργότερα στις όχθες του ποταμού. Δεν ήταν μακριά από τη κρεμαστή γέφυρα, η οποία, πιθανώς, απεικονίζονταν σε κάποιες από τις νυχτερινές φωτογραφίες που τράβηξαν τα κορίτσια. Πολλά από τα λείψανα βρέθηκαν σε απόσταση μερικών χιλιόμετρων κατά μήκος του ποταμού. Εντοπίστηκαν, επίσης, τμήματα του πυελικού οστού και τεστ DNA επιβεβαίωσε ότι ήταν τα οστά της Κρις Κρέμερς.

Μερικά από τα λείψανα βρέθηκαν στα τέλη Αυγούστου. Σύμφωνα με το πόρισμα των ιατροδικαστών ήταν σε εξαιρετικά ασυνήθιστη κατάσταση: ένα κομμάτι δέρματος από το καλάμι της Φρον ήταν σε στάδιο αποσύνθεσης, ενώ ο μηριαίος και η κνήμη ήταν σε σχεδόν τέλεια κατάσταση. Οι ειδικοί θεώρησαν ότι δεν ήταν τυχαίο, ότι κάποιος μπορούσε σκόπιμα να πειράξει τα λείψανα του κοριτσιού. Εν τω μεταξύ τα οστά της Κρέμερς ήταν σε τελείως διαφορετική κατάσταση - τελείως αποχρωματισμένα.

Τι συνέβη τελικά στις δύο νεαρές Ολλανδέζες;

Μέχρι και σήμερα, διάφορες εκτιμήσεις υπάρχουν για την υπόθεση των θανάτων των δύο νεαρών Ολλανδέζων φοιτητριών στον Παναμά: Στην Ολλανδία τείνουν να θεωρούν το περιστατικό ως ατύχημα. Η αστυνομία του Παναμά, από την άλλη, δεν αποκλείει τον βίαιο θάνατο των κοριτσιών.

Ούτε όμως και εγκληματολόγοι έχουν κατορθώσει να καταλήξουν σε ένα κοινό συμπέρασμα. Η πιο πιθανή εκδοχή προς το παρόν φαίνεται να προκρίνει πως τα δύο κορίτσια είχαν χαθεί: Η Κρέμερς τραυματίστηκε επειδή έπεσε από έναν βράχο και η Φρον τη φρόντιζε μέχρι που και εκείνη είχε κάποιο ατύχημα. Ερευνήθηκε επίσης το ενδεχόμενο τα κορίτσια να δέχτηκαν κάποια επίθεση από πούμα, φίδι ή άλλο άγριο ζώο.

Πράγματι, είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιβιώσει κανείς στις επικίνδυνες συνθήκες της ζούγκλας, ειδικά στο σκοτάδι, ειδικά όταν το ανώμαλο έδαφος δεν βοηθάει για μια ασφαλή πεζοπορία. Ωστόσο, το σακίδιο που βρέθηκε σε άριστη κατάσταση (και όλα τα πράγματα) σε τέτοια απόσταση από το σημείο του επίσημου θανάτου των κοριτσιών και η μη προσεκτική έρευνα των λεπτομερειών της υπόθεσης συνεχίζει να δημιουργεί ερωτήματα σε πολλούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Υπάρχουν ακόμη και εικασίες ότι έμποροι ναρκωτικών ή σκλάβων σκότωσαν τα κορίτσια.

Τα τελευταία χρόνια, στο υψηλότερο σημείο της διαδρομής του El Pianista έχει εγκατασταθεί μια πινακίδα που δεν επιτρέπει στους τουρίστες να περνάνε προς την άλλη πλευρά της πλαγιάς χωρίς οδηγό.