Τα άγνωστα και μυστηριώδη μέρη της Αττικής είναι πολλά και αν έχεις όρεξη να τα εξερευνήσεις θα μείνεις έκπληκτος από το πόσο κοντά σου βρίσκονται και τι κρύβουν. Κάτι τέτοιο ισχύει και με τα σπήλαια της Αττικής και ειδικά με όσα δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά στο ευρύ κοινό.
Ένα τέτοιο είναι και η Λυχνοσπηλιά της Αττικής ή αλλιώς το σπήλαιο του Πανός στην Πάρνηθα. Ένα ιδιαίτερο σπήλαιο με ενδιαφέρουσα ιστορία και χαρακτηριστικά.
Αγαπημένος προορισμός για τους ορειβάτες που τους αρέσει να κάνουν σύντομες αποδράσεις κοντά στην Αθήνα. Καιρός, λοιπόν, να το γνωρίσεις και εσύ…

Στην Αρχαία Ελλάδα εδώ ήταν η τοποθεσία ενός ιερού για τον Πάνα και τις Νύμφες. Γνωστή και ως Λυχνοσπηλιά για τον μεγάλο αριθμό λυχναριών που βρέθηκαν στο σπήλαιο.
Για να φτάσει κανείς ως το σπήλαιο πρέπει να διασχίσει ένα ρέμα, να περπατήσετε σε μονοπάτια με σταθερό σχοινί ή συρματόσκοινο και να επιστρέψει μέσω του ρέματος της Γιαννούλας.

Το λιβάδι πλούσια χλοϊσμένο, αρχές Ιουνίου
Στην αφετηρία, στη θέση Κλειστή Στροφή, υπάρχει κιόσκι με το χάρτη της διαδρομής.

Το μονοπάτι ως το Σπήλαιο σηματοδοτείται από ένα μπλε τετράγωνο σε λευκό πλαίσιο. Η έναρξη του μονοπατιού είναι ανηφορική μέσα σε πευκοδάσος το οποίο στη θέση «Στράτι» συμπίπτει με τμήμα αρχαίου δρόμου με την χαρακτηριστική λιθοδομή με μεγαλιθικά τμήματα.

Σε σημείο της θέσης «Στράτι» έχει εξαιρετική θέα προς το αρχαίο φρούριο Φυλής. Η διαδρομή φτάνει μέσα από πυκνό πευκοδάσος (το ψηλότερο υψομετρικά σημείο) στη θέση Κιάφα Μαρίστα και κατηφορίζει μέσα από το δάσος με κωνοφόρα και στη συνέχεια με δρυς, αριές (quercus ilex). Κατηφορίζοντας προς το ρέμα της Γκούρας το έδαφος γίνεται πετρώδες και χρειάζεται προσοχή.
Πλησιάζοντας το ρέμα Γκούρα, το μονοπάτι γίνεται εκτεθειμένο και έχει τοποθετηθεί προστατευτικό συρματόσχοινο για την ασφάλεια σας. Στο σημείο που διασταυρώνεται με το ρέμα της Γκούρας, ο πεζοπόρος χρειάζεται να περπατήσει για λίγα μέτρα στην κοίτη του ρέματος με τις χαρακτηριστικές μεγάλες πέτρες μέχρι να συναντήσει το ανηφορικό σημείο ακριβώς κάτω από το Σπήλαιο του Πάνα.
Κομμάτι του φαραγγιού από τις δυτικές πόρτες και μέχρι το σπήλαιο είναι ειδυλλιακό, μεγαλόπρεπο, αλλά επίσης δύσβατο και επικίνδυνοΑνάλογα την εποχή, στο ρέμα της Γκούρας μπορεί να έχει νερό, ιδίως τους χειμερινούς μήνες ή μετά από δυνατή βροχή. Στην είσοδο του σπηλαίου οδηγεί ανηφορικό τμήμα μονοπατιού όπου έχει τοποθετηθεί συρματόσχοινο γιατί είναι απότομα ανηφορικό.

Ενα περίεργο σημείο λίγο πριν το σπήλαιο, οι μαύρες σακουλες που διακρίνονται περιείχαν ρούχα...
Για την είσοδο στο Σπήλαιο είναι απαραίτητος ο φακός, ενώ για όποιον θέλει να εξερευνήσει το εσωτερικό του σπηλαίου συστήνεται η χρήση κράνους. Τους χειμερινούς μήνες η είσοδος του σπηλαίου γίνεται γλιστερή λόγω της λάσπης και χρειάζεται προσοχή.
Το Σπήλαιο του Πάνα λέγεται και «Λυχνοσπηλιά» λόγω των πολλών λυχναριών που ανακαλύφτηκαν σε ανασκαφές (περίπου 2000 λυχνάρια) και αποτελούσε από τον 4ο αι.π.Χ. χώρο λατρείας του τραγοπόδαρου θεού Πάνα και των Νυμφών.

Η είσοδος του σπηλαίου
Για το ιερό αυτό δεν αναφέρει ο Παυσανίας ούτε και άλλοι συγγραφείς μολονότι τα ευρήματα το κατατάσσουν σαν ένα από τα πολύ σημαντικά σπήλαια. Έχουμε όμως λίγες αναφορές από τον Αιλιανό (Αγροικικαί επιστολαί) και τον Μένανδρο που το ονομάζουν Νυμφαίον των Φυλασίων.

Εσωτερική άποψη της εσόδου
Οι γραπτές πληροφορίες που είχαμε προέρχονταν από μελετητές και αρχαιολόγους του 19ου αι. Ο Dodwell αναφέρεται στις δυσκολίες ανάβασης και ο Ross στους λύχνους και θραύσματα που βρέθηκαν εκεί.

Μισοκαμμένα ξύλα, αριστερά στρώμα στάχτης και κάρβουνων από αρχαίες θυσίες στο σπήλαιο, που τα αποκαλύπτει το ρυάκι το οποίο ρέει από το βάθος, ιδιαίτερα τις βροχερές εποχές
Η ανασκαφή έγινε από τον αρχαιολόγο Σκιά το 1900 ύστερα από κάποιο τυχαίο γεγονός, όταν κάτοικοι της Ελευσίνας του έδειξαν όστρακα από το άντρο. Τότε διανοίχτηκε το στόμιο της σπηλιάς που είναι κωνικό και καλυμμένο από πλατάνια και ερευνήθηκε το πρώτο μέρος μέχρι μια επιγραφή που υπάρχει χαραγμένη στο βράχο δεξιά στο στόμιο και είναι η καλύτερα διατηρημένη από όλες όσες υπάρχουν στο σπήλαιο
Η ερμηνεία της μας δίνει το αρχαίο όνομα της ρεματιάς (Κελάδων), καθώς και το όνομα του θεού (Πάνα) στον οποίον ήταν αφιερωμένη η σπηλιά.

Παρά τους αιώνες που πέρασαν, η οροφή και τα τοιχώματα του σπηλαίου διατηρούν ακόμα τη μαυρίλα (μαρίλη) από την καπνιά των αρχαίων θυσιών. Μόνο όπου ρέουν νερά, τα ιζήματα σκεπάζουν με νέο χρώμα την γκριζάδα
«Στην αγαθή τύχη ο Τύχανδρος διέταξε τους μαστόρους να τοποθετήσουν στον Κελάδοντα την εικόνα του Πάνα. Εγώ ο Τροφιμιανός που προσφέρω θυσία γιαυτήν.»

Ακόμα μια φωτογραφία που δείχνει την καπνιά στους σταλακτίτες της οροφής
Η πλαγιά είναι δυσπρόσιτη και ο χώρος παρουσιάζει εικόνα κατακρήμνισης, λόγω γεωτεκτονικής δράσης που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της χαράδρας Κελάδωνα (αρχαία ονομασία της σημερινής Γκούρας).

Σήμερα το τμήμα αυτό με τις σταλαγμιτικές λεκάνες έχει αποξηρανθεί και το ρυάκι εκβάλλει πιο χαμηλά, γεγονός που ίσως οφείλεται στις εκρήξεις μέσω των οποίων ανατίνασσε ο Α. Σκιάς την κρούστα των νεώτερων, στερεοποιημένων εναποθέσεων για να φτάσει στα στρώματα της αρχαιότητας
Οι γύρω βράχοι έχουν λαξευμένες υποδοχές από την αρχαιότητα για την τοποθέτηση αναθημάτων.
Μπαίνοντας από την κωνική είσοδο, βλέπουμε μια στενόμακρη αίθουσα, μήκους 68 μ. περίπου και πλάτους κυμαινόμενου μέχρι 15 μ.
Από ένα υπερυψωμένο στενότατο πέρασμα αριστερά, οδηγούμαστε σε δεύτερη μικρή αίθουσα που έγινε ευρύτερα γνωστή μόλις το 1960 από τον σπηλαιολόγο Γιάννη Ιωάννου.
Αυτή έχει μήκος 20 μ., πλάτος 9 μ. και ύψος 4 μ. και μεγάλη λεκάνη από όμορφο σταλαγμιτικό υλικό, γεμάτη νερό και με λευκούς σταλακτίτες. Μέσα στο σπήλαιο υπήρχαν άλλοτε τρεις πηγές. Ο σπηλαιολόγος Ι. Πετρόχειλος το 1952 σε εξερεύνηση του σπηλαίου βρήκε πολλά niphargus (τυφλά υδρόβια αμφίποδα).
Οι σταλακτίτες του σπηλαίου είναι μαυρισμένοι από τα λυχνάρια, τους πυρσούς και τα ξύλα που χρησιμοποιούσαν για φωτισμό όχι μόνο οι προσερχόμενοι για τη λατρεία του Πάνα, αλλά και κατά τους χριστιανικούς χρόνους.
Κατά την αρχαιολογική έρευνα βρέθηκαν τρία στρώματα που δηλώνουν τρεις περιόδους χρησιμοποίησης της σπηλιάς.
Το νεώτερο στρώμα (ανώτερο) ανήκει στην περίοδο μετά τα μηδικά. Εκεί βρέθηκαν 2000 λυχνάρια στα οποία οφείλει το όνομά της η σπηλιά «Λυχνοσπηλιά».
Τα περισσότερα ανήκουν στους πρωτοχριστιανικούς αιώνες αλλά λίγα είναι και ρωμαϊκά,. Υπάρχουν και αντικείμενα του 5ου αι. όπως και ιατρικά εργαλεία και εικάζεται ότι στο σπήλαιο λατρευόταν και ο Ασκληπιός ή και οι Νύμφες που είχαν θεραπευτικές ιδιότητες.

Ενα κεράκι ρεσό αφήμενο σε κάποια εσοχή του σπηλαίου, ο λόγος άγνωστος...
Το μεσαίο στρώμα έδωσε θαυμάσια ευρήματα: πήλινα ειδώλια, θραύσματα αγγείων που φθάνουν από το 1000 π.Χ μέχρι τα ερυθρόμορφα αττικά του 5ου αι., μια λουτροφόρο με κληματόφυλλα, μικρά αγάλματα του Πάνα και του Ερμή, ανάγλυφο με τη μορφή του Πάνα, των Νυμφών, του Ερμή, του Αχελώου που θεωρείται πατέρας των Νυμφών, ένα θραύσμα από κρατήρα με αναπαράσταση σκηνής από τη φύση: με σάτυρο, μια γίδα, ένα βράχο και μια γυναίκα που ο χιτώνας της υποδηλώνει την Άρτεμη.
Βρέθηκαν ακόμα θυμιατήρια από κόκκινο πυλό με κίτρινο επίχρισμα
Το κατώτερο και παλαιότερο στρώμα έδωσε θραύσματα προϊστορικής κεραμικής, αφιερώματα σε κάποια προϊστορική θεότητα, καθώς και λίγα από μυκηναϊκούς ψευδόστομους αμφορείς.

Στον όρθιο βραχότοιχο με τα αρχαία βαθουλώματα με το βοηθητικό αναρριχητικό συρματόσχοινο
Το εσωτερικό του σπηλαίου έχει υποστεί πολλές εσωτερικές μεταβολές από κατακρημνίσεις με συνέπεια να σταματήσει νωρίς να λειτουργεί ως λατρευτικός χώρος. Είναι όμως ακόμα ένα ζωντανό σπήλαιο που παρουσιάζει σταγονορροή και έχει πανίδα, κυρίως νυχτερίδες και δολιχόποδα.

Χωράφια «όσων μπορούν εδώ να καλλιεργούν τις πέτρες», όπως είπε κι ο Παν. Φαίνεται σήμερα αδιανόητο, κι όμως παντού στις πλαγιές, όπως σε αυτά τα ταρατσωτά χωραφάκια πάνω από τη Στέρνα του Καλόγερου στα 850 μ., οι «πέτρες» καλλιεργούνταν από την αρχαιότητα. Κάπου εδώ γύρω ρίχτηκε στην αξίνα για τον έρωτα ο Σώστρατος, περιγράφοντας πιστά τον μόχθο των κατοίκων της περιοχής από την προϊστορική εποχή ως τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο…
Το γεγονός ότι σε παλιές μάντρες στα γύρω βουνά μπορεί κανείς σήμερα να δει θραύσματα από αρχαία λυχνάρια, δείχνει το απολύτως εύλογο, ότι οι περίοικοι χρησιμοποιούσαν τη σπηλιά ως «ορυχείο» λύχνων, που τα έπαιρναν για να φωτίζουν τις καλύβες τους. Όμως δεν τη συναντούμε σε κείμενα περιηγητών ή σε ντόπιες γραπτές πηγές πριν το 1819.
Παν:
Της Αττικής θεωρείται ότι είναι αυτός ο τόπος, η Φυλή, και το Νυμφαίο απ’ όπου βγαίνω είναι των Φυλασίων και όσων μπορούν εδώ να καλλιεργούν τις πέτρες, ιερό επιφανές πολύ. Τον αγρό αυτόν εδώ στα δεξιά κατοικεί ο Κνήμων, άνθρωπος σφόδρα μισάνθρωπος και αναπόδος σε όλους, που δεν του αρέσει ο όχλος «όχλος», λέω; ζώντας τούτος με ολιγάρκεια, εδώ και πολλούς χρόνους, δεν μίλησε όμορφα στη ζωή του σε κανέναν, κανέναν δεν χαιρέτησε πρώτος, εκτός απ’ ανάγκη λόγω γειτονιάς εμένα, τον Πάνα· και άμα το κάνει και τούτο αμέσως μετανιώνει, το ξέρω καλά...
Αποστολή- φωτογραφίες: Χάρης Ντακ
Babos C
Πληροφοριες: paysanias.blogspot.com-
www.archaiologia.gr
analphabet.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου