
Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, η ύπαρξη στην πεδιάδα του Φαναρίου των τριών ποταμών, του Αχέροντα και των δύο παραποτάμων του, του Κωκυτού και Πυριφλεγέθοντα, της Αχερουσίας λίμνης, των δασών με τις άφθονες λεύκες και ιτιές, τα ιερά φυτά της Περσεφόνης συζύγου του Άδη και κυρίως της υπόγειας σπηλιάς στον βράχο του Αγ. Ιωάννη, όπου τελικά οικοδομήθηκε το Νεκρομαντείο, οδήγησαν στην πεποίθηση ότι η περιοχή αποτελούσε μία ακόμη είσοδο στον Κάτω Κόσμο. Και βέβαια δεν θα μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερο σημείο εξαιτίας των πολλών ποταμών που χάνονταν στη λίμνη και ξανασχηματίζονταν και μέσω των οποίων ο βαρκάρης μετέφερε τις ψυχές, της σχετικά μεγάλης απόστασης και απομόνωσης από τη νότια Ελλάδα και του ομιχλώδους τοπίου με τα ποτάμια ύδατα να συμπλέκονται με τις ιτιές και τις λεύκες. Όλα τα παραπάνω έδιναν έναν μυστικιστικό – λατρευτικό χαρακτήρα στην άγνωστη και μακρινή αυτή περιοχή.
Η ιδιαιτερότητά της έγινε πολύ γρήγορα αντιληπτή. Πιο συγκεκριμένα, την αρχαιότερη και εκτενέστερη αναφορά στην περιοχή του Νεκρομαντείου τη συναντούμε στην Οδύσσεια. Πρώτα λοιπόν στη ραψωδία κ (488 – 543), βρίσκουμε την Κίρκη να συνομιλεί με τον απελπισμένο Οδυσσέα. Αυτή, στις παρακλήσεις του ήρωα για επιστροφή στην πατρίδα του, του απαντά ότι δε μπορεί να τον κρατήσει άλλο κοντά της χωρίς τη θέλησή του. Προτού γυρίσει όμως στην πολυαγαπημένη του Ιθάκη, θα πρέπει να κάνει ένα μεγάλο και φοβερό ταξίδι, με τους συντρόφους του, στον Άδη και την Περσεφόνη. Σκοπός θα είναι να πάρει χρησμό από τον Τειρεσία, ο οποίος, αν και νεκρός πλέον, ωστόσο διατηρούσε τις μαντικές του ικανότητες. Ο Οδυσσέας παραλύει από τον φόβο του με το άκουσμα της είδησης, καθώς έως τότε κανείς θνητός δεν είχε επισκεφτεί ζωντανός τον Κάτω Κόσμο.


Η επόμενη ακριβώς ραψωδία λ είναι αποκλειστικά αφιερωμένη στο ταξίδι του ήρωα στον Κάτω Κόσμο και γι αυτό τιτλοφορείται «Νέκυια». Ο Οδυσσέας, λοιπόν, ξεκίνησε, μαζί με τους συντρόφους του, από το νησί της Κίρκης για το δύσκολο ταξίδι του, με βαριά καρδιά και πένθος αλλά και με ευνοϊκό άνεμο που του έστειλε η θεά. Μετά από μια ημέρα στη θάλασσα και μόλις είχε αρχίσει να πέφτει η νύχτα, φτάσανε στα πέρατα του ωκεανού, στη γη των Κιμμερίων. Τον τόπο αυτό σκεπάζει συννεφιά και αιώνιο σκοτάδι, ακόμη και όταν ο ήλιος είναι στον ουρανό, καθώς οι ακτίνες του δεν κατορθώνουν να φωτίσουν τη μακρινή και σκοτεινή είσοδο του Κάτω Κόσμου. Αφού αράξανε το καράβι και ακολουθώντας τις οδηγίες της Κίρκης, οδηγηθήκανε στο σημείο που εκείνη τους είχε υποδείξει, κρατώντας και τα ζώα τα οποία επρόκειτο να προσφέρουν θυσία στους νεκρούς. Αμέσως, ο Οδυσσέας τράβηξε το σπαθί του, άνοιξε έναν μεγάλο λάκκο, προσέφερε διαδοχικά τις χοές και υποσχόταν τις θυσίες σε όλους τους νεκρούς, σύμφωνα με τις συμβουλές της θεάς. Αφού λοιπόν ο ήρωας παρακάλεσε, προσέφερε και υποσχέθηκε και άλλες θυσίες στις ψυχές όλων των νεκρών, θυσίασε επιτόπου τα ζώα που είχε μαζί του.
Μόλις οι ψυχές αντιλήφτηκαν το αίμα, άρχισαν να συρρέουν άτακτα και κατά χιλιάδες προκειμένου να πιουν. Πρώτα εμφανίστηκαν οι νέοι και οι αδικοχαμένοι και στη συνέχεια οι ηλικιωμένοι και οι βαριά πληγωμένοι πολεμιστές. Το πλήθος των νεκρών και οι φοβεροί αλαλαγμοί τους έκαναν τον ατρόμητο Οδυσσέα να παγώσει από τον φόβο. Κανείς όμως δεν έμεινε άπρακτος. Έτσι, οι σύντροφοί του επιδόθηκαν στην προετοιμασία των θυσιασμένων ζώων, προκειμένου να τα κάψουν προς τιμήν του Άδη και της Περσεφόνης, ενώ ο Οδυσσέας, αφού έβγαλε και πάλι το κοφτερό σπαθί του, έδιωχνε τις ψυχές βίαια από το αίμα, ώσπου να εμφανιστεί και να πιει πρώτη αυτή του Τειρεσία. Αρχικά, μπροστά στον ήρωα ήρθε και συνομίλησε μαζί του η ψυχή του αδικοχαμένου συντρόφου του Ελπήνορα, ο οποίος είχε σκοτωθεί, πέφτοντας από τη σκάλα μεθυσμένος, στο παλάτι της Κίρκης. Στη συνέχεια, ξεπρόβαλλε η ψυχή της μητέρας του, την οποία, παρά τη μεγάλη συγκίνησή του, δεν την άφησε να πλησιάσει στο αίμα, ενώ λίγο πιο πίσω ακολουθούσε ο Τειρεσίας, κρατώντας χρυσό σκήπτρο. Ο μάντης αμέσως ρώτησε για την αιτία παρουσίας του ζωντανού ήρωα ανάμεσα στους πεθαμένους και έπειτα ζήτησε να του επιτρέψει να πιει αίμα, προκειμένου να χρησμοδοτήσει. Πράγματι, ο Τειρεσίας προέβλεψε το δύσκολο γυρισμό του στην πατρίδα, τον φόνο των μνηστήρων αλλά και τις υπόλοιπες περιπέτειές του μέχρι το τέλος της ζωής του. Αφού αποχώρησε ο Τειρεσίας, ο ήρωας επέτρεψε στη μητέρα του να πιει αίμα και συνομίλησε μαζί της. Στη συνέχεια και έως το τέλος της ραψωδίας, θα δει και θα συνομιλήσει με μια σειρά προσώπων, πρώτα μυθικών γυναικών, έπειτα με συντρόφους του από την Τροία, τον Αγαμέμνονα, τον Αχιλλέα, τον Αίαντα, ενώ ο χορός των ψυχών ολοκληρώνεται με τον Ηρακλή. Ο Οδυσσέας βέβαια θα ήθελε να μείνει λίγο ακόμη στον Άδη για να δει και άλλες ψυχές μυθικών ηρώων αλλά φοβήθηκε κάποια τιμωρία από την Περσεφόνη. Έτσι, εγκατέλειψε γρήγορα την περιοχή, έφτασε στο καράβι και αμέσως ξανοίχτηκε με τους συντρόφους του στο πέλαγο για να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

Η ομοιότητα τώρα της ομηρικής περιγραφής με την περιοχή του Αχέροντα είναι αδιαμφισβήτητη, με χαρακτηριστικότερο σημείο την αναφορά στα τρία ποτάμια, στα οποία μάλιστα αποδίδοντα τα ονόματα με τα οποία ήταν γνωστά καθ’ όλη την αρχαιότητα. Πρόκειται για τον Πυριφλεγέθοντα (σημερινό Βουβό), ο οποίος χύνεται στον Κωκυτό (σημερινό Μαύρο), που με τη σειρά του σμίγει με πολύ βουητό με τον Αχέροντα στα νότια του βράχου. Αδιάψευστος μάρτυρας του παραπάνω χωρίου στέκεται η σύγχρονη εικόνα της περιοχής, πανομοιότυπη με την ομηρική περιγραφή, όπου επιβιώνει ακόμη και το άλσος της Περσεφόνης με τις λεύκες και τις ιτιές. Μια επιπλέον επιβεβαίωση αποτελεί και ο βράχος του Αγ. Ιωάννου, λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά από τον Αχέροντα, επάνω στον οποίο αποκαλύφθηκε το ελληνιστικό Νεκρομαντείο. Αξιοσημείωτη είναι η παράλειψη αναφοράς στην Αχερουσία λίμνη.

Ωστόσο, μπορεί να δικαιολογηθεί εάν υποθέσουμε ότι ο Όμηρος άντλησε τα στοιχεία από προγενέστερα του έργα όπου δεν υπήρχε σχετική αναφορά ή έστω και εάν υπήρχε ή ακόμη και εάν ο ίδιος ο Όμηρος είχε επισκεφτεί την περιοχή και γνώριζε την τοπογραφία της, δεν έκρινε σκόπιμο να συμπεριλάβει το συγκεκριμένο στοιχείο. Η ομοιότητα της ομηρικής περιγραφής με την περιοχή του Φαναρίου μπορεί να γίνει μεγαλύτερη εάν αντικαταστήσουμε τη λέξη Κιμμερίων με την αντίστοιχη Χειμερίων, αλλαγή που είχε προταθεί ήδη από τον 3ο π.Χ. αι. από τον γραμματικό Πρωτέα Ζευγματίτη. Οι Κιμμέριοι, λαός που κατοικούσε στη Σκυθία του Εύξεινου Πόντου, έγιναν γνωστοί στους Έλληνες της Ιωνίας μόνο μετά τα μέσα του 7ου π.Χ. αι., όταν άρχισαν να πραγματοποιούν επιδρομές. Επομένως, ήταν παντελώς άγνωστοι στο ποιητή της Οδύσσειας που έδρασε τον 8ο π.Χ. αι. Αντίθετα, οι Χειμέριοι ήταν λαός που κατοικούσε στη Θεσπρωτία, βόρεια του Νεκρομαντείου. Τέλος, παρόμοια λάθη και παραναγνώσεις είναι συχνές σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και επομένως πιο εύκολη μια πιθανή διόρθωσή τους.
Κατ’ επέκταση και σύμφωνα με τα παραπάνω, διαφαίνεται ξεκάθαρα η σημασία της πεδιάδας του Φαναρίου ως το σημείο ένωσης των δύο κόσμων και επαφής ζωντανών – νεκρών. Πρόκειται για έναν τόπο μακρινό, στα πέρατα του ωκεανού, σε μια κατάφυτη από λεύκες και ιτιές περιοχή, με τρεις ποταμούς να ενώνονται και στο κέντρο ένας βράχος με μια υπόγεια σπηλιά. Όλο αυτό το τοπίο με τα διαφορετικά στοιχεία της φύσης πλαισιώνεται από το μυθικό αιώνιο σκοτάδι. Επομένως, η συγκεκριμένη διατηρούσε και χαρακτηριστικά του Κάτω Κόσμου, ενώ ανήκε και στη δικαιοδοσία των Θεών του, Άδη και Περσεφόνης και κυρίως της δεύτερης, όπως αποδεικνύεται από το άλσος της με τις λεύκες και τις ιτιές. Συμπερασματικά, η περιοχή του Φαναρίου αποτελεί μια μεταβατική περιοχή, όπου τα στοιχεία των δύο κόσμων, βλάστηση, νερά, θάλασσα από τη μια σκοτάδι από την άλλη, συμπλέκονται σε μια αδιάσπαστη ενότητα. Ωστόσο, περισσότερο ανήκει στη δικαιοδοσία του Άδη και γι’ αυτό οι ζωντανοί δύνανται να την επισκέπτονται μόνο για θρησκευτικούς – τελετουργικούς σκοπούς.
Πηγή…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου