Όλη την περασμένη βδομάδα πέταγε από τη χαρά του! Οι ευχές στο χωριό έδιναν και έπαιρναν!
– Καλά στέφανα Μιλτιάδ’! Καλορίζ’κα!
– Τ’ καλύτερ’ τσούπρα παίρν’ς ορέ λεβέντ’! Να ‘χεις τ’ν ευκή μ’!
Τον καμάρωναν τα κορίτσια του χωριού και ας κρατούσαν μέσα τους γινάτι που προτίμησε μια ξενομερίτισσα! Τον ζήλευαν τα παλληκάρια και οι συνομήλικοί του γιατί λογοδόθηκε με τη Βασίλω, που η ομορφιά της ξεπερνούσε τα στενά όρια του χωριού της, του Μπεζαϊντέ κι ακουγόταν ως τον Έπαχτο, ως τα χωριά της Μακρυνείας και του Μεσολογγιού.
Και ήταν αλήθεια. Ψηλόκορμος και στητός, με κορακάτα κυματιστά μαλλιά και μουστάκι που μόλις κατάφερνε να το στρίψει, καλόκαρδος, γλυκομίλητος αλλά και αυστηρός, μετρημένος στις κουβέντες του, ο Μιλτιάδης ξεχώριζε απ’ όλους τους νέους του χωριού. Δεν είχε περάσει μήνας αφότου ένας μπάρμπας του, που ‘χε πάρει γυναίκα απ’ τον Μπεζαϊντέ, του προξενήτεψε τη Βασίλω. Ως εικοσιπέντε χρονών, μελαχροινή, βεργολυγερή, με κανονικό ανάστημα και γλυκά χαρακτηριστικά, με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, γαϊτανοφρύδα, η Βασίλω άφηνε τα μαλλιά της σε χοντρή πλεξούδα να πέφτουν στις πλάτες της. Το πρόσωπό της έλαμπε πεντακάθαρο και το αστραφτερό της χαμόγελο της έδινε μια ξεχωριστή γοητεία. Ούτε άλλη ομορφότερη σ’ όλη την Ναυπακτία! Την είδε ο Μιλτιάδης στην εκκλησιά της Αγια-Παρασκευής και την ίδια στιγμή κατάλαβε πως άλλη γυναίκα γι’ αυτόν δεν θα βρεθεί στη ζωή του.
Αλλά και της Βασίλως της άρεσε ο αρρενωπός νέος της Σταμνάς. Καμάρωνε για το παρουσιαστικό του, την αρχοντιά και την σοβαρότητά του. Το ‘νιωθε πως, δίπλα σ’ αυτόν τον λεβέντη, μπορούσε κι η ίδια να σταθεί και μαζί να στήσουν το σπιτικό που ονειρευόταν. Έτσι, το προξενιό στέριωσε αμέσως, συμφωνήθηκε η προίκα – λίγα γιδοπρόβατα – και οι δυο οικογένειες «τα διαδώσανε». Έγιναν τα τελειώματα και δεν θα αργούσε να καθοριστεί και η ημερομηνία του γάμου. Ο Μιλτιάδης γύρισε στο χωριό του και δεν πατούσε στη γης. Η Βασίλω του ‘χε πάρει τα μυαλά, κι όσο περνούσαν οι μέρες ένιωθε να φουντώνει η αγάπη του γι’ αυτήν, να ξεχειλίζει η καρδιά του απ’ τον σεβντά· με τη θωριά της πλάγιαζε και ξυπνούσε και δεν έβλεπε την ώρα να πάει στον Μπεζαϊντέ να ξαναδεί την αγαπημένη του. Καθόταν στο πεζούλι του σπιτιού του, έστριβε τσιγάρο και άφηνε το νου του να πλανηθεί στις στράτες της μελλούμενης ευτυχίας τους. Την έβλεπε να κρατάει στην αγκαλιά της το μωρό τους και να τον περιμένει στο κεφαλόσκαλο, την ώρα που έπεφτε ο ήλιος και αυτός γύριζε κουρασμένος απ’ το καμάτεμα της γης. Άφατη γλύκα πλημμύριζε την ψυχή του:

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου