Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα των άρθρων -Τα δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν τους συγγραφείς.

Ιουλίου 12, 2025

ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΕΙΣΒΟΛΕΙΣ;

 Ο δημόσιος λόγος, ο φόβος, η ακροδεξιά ρητορική και τα στατιστικά που διαψεύδουν τη δαιμονοποίηση των μεταναστών.


Ένα από τα πιο επίμονα και διαρκώς επανερχόμενα αφηγήματα στη δημόσια σφαίρα είναι ότι οι μετανάστες δεν είναι απλώς άνθρωποι που αναζητούν μια καλύτερη ζωή, αλλά «εισβολείς» — οργανωμένοι, επικίνδυνοι και μέρος κάποιου μυστικού σχεδίου άλωσης της χώρας. Πρόκειται για ένα αφήγημα που δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα.



Αντίθετα, επανεμφανίζεται σε πολλές χώρες, ιδίως όπου οι προοδευτικές δυνάμεις αδυνατούν να δώσουν πειστικές απαντήσεις στα προβλήματα της καθημερινότητας, αφήνοντας χώρο στην άνοδο της ακροδεξιάς και της ρητορικής του μίσους.



PHOTO BY COSTAS BALTAS / ANADOLU VIA AFP
PHOTO BY COSTAS BALTAS / ANADOLU VIA AFP



Η πρόσφατη άφιξη περίπου 2.000 μεταναστών στην Κρήτη ανέδειξε με έμφαση έναν δημόσιο λόγο ρατσιστικό και φοβικό. Αυτό δεν σημαίνει ότι όσοι τον υιοθετούν είναι απαραίτητα ακροδεξιοί ή ρατσιστές. Συχνά, ένας υπαρκτός προβληματισμός μπορεί να εκφραστεί με τρόπο λανθασμένο ή υπερβολικό. Είναι ανθρώπινο.

Σε αυτόν τον λόγο, όμως, οι μετανάστες παύουν να είναι άνθρωποι. Μετατρέπονται σε απειλή.


Οι «ενδείξεις» που στηρίζουν το αφήγημα της «εισβολής» αναζητούνται και μεγιστοποιούνται: «είναι κυρίως άνδρες», «μοιάζουν στοιχισμένοι σαν στρατός», «ίσως είναι δραπέτες φυλακών».


Οτιδήποτε ενισχύει τον φόβο μετατρέπεται σε “στοιχείο”.


Πίσω από τις εικόνες: Η πραγματικότητα του μεταναστευτικού

Η αλήθεια, ωστόσο, είναι διαφορετική. Οι άνθρωποι που φτάνουν στις ακτές της Κρήτης δεν είναι εισβολείς. Είναι, στην πλειονότητά τους, απλοί άνθρωποι που εξαναγκάζονται σε φυγή.

Δεν διαθέτουν νόμιμα έγγραφα, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν βίζα, ούτε πρόσβαση σε ασφαλείς διαδρομές. Αναγκάζονται να καταφύγουν σε παράνομα δίκτυα διακίνησης, πληρώνοντας υπέρογκα ποσά και ρισκάροντας τη ζωή τους σε σαπιοκάραβα.


Συχνά, λόγω του υψηλού κόστους, οι άνδρες είναι εκείνοι που ταξιδεύουν πρώτοι. Στην λογική των οικογενειών, αυτοί έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να βρουν έστω και περιστασιακή εργασία και να στηρίξουν οικονομικά τους υπόλοιπους.


Πολλές οικογένειες πωλούν ό,τι έχουν για να καλύψουν τα έξοδα του ταξιδιού, με την ελπίδα πως κάποτε ο μετανάστης θα μπορέσει να επανενωθεί με τους δικούς του.



CREDIT IMAGE: © ARISTIDIS VAFEIADAKIS/ZUMA PRESS WIRE


Η εργαλειοποίηση είναι υπαρκτή

Η εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού ζητήματος από ορισμένα κράτη είναι υπαρκτή. Η Τουρκία, για παράδειγμα, έχει δώσει επανειλημμένα σχετικά δείγματα. Όμως, για να εργαλειοποιηθεί κάτι, πρέπει πρώτα να υφίσταται. Το πρόβλημα είναι υπαρκτό, δεν είναι κατασκευασμένο.

Η Λιβύη, χώρα κατεστραμμένη από τις δυτικές στρατιωτικές επεμβάσεις και τις εμφύλιες διαμάχες, έχει μετατραπεί σε βασική πύλη εξόδου προς την Ευρώπη. Ανάλογες συνθήκες εξαθλίωσης και βίας επικρατούν σε πολλές χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής.


Η πεποίθηση ότι οι μετανάστες επιλέγουν μαζικά τη Δύση δεν ευσταθεί. Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία καταρρίπτουν αυτό τον μύθο:

Το 80% των Αφρικανών μεταναστών παραμένει εντός της αφρικανικής ηπείρου.


Μόλις το 20% κατευθύνεται προς την Ευρώπη και από αυτούς, μόνο το 10% καταφέρνει τελικά να φτάσει.


Συνολικά, την περίοδο 2020–2023, περίπου 21 εκατομμύρια Αφρικανοί μετακινήθηκαν εντός της ηπείρου, ενώ μόλις 1,5 εκατομμύριο έφτασε στην Ευρώπη. Αντίστοιχα, 10 εκατομμύρια Άραβες μετακινήθηκαν εντός αραβικών χωρών, ενώ μόνο 3 εκατομμύρια κατευθύνθηκαν προς ευρωπαϊκά κράτη.


Η μαζική μετανάστευση δεν αφορά μόνο την επιβίωση από τον πόλεμο ή την πείνα. Αφορά και την απώλεια κάθε ελπίδας.


Οι άνθρωποι που καταφέρνουν τελικά να ξεκινήσουν για την Ευρώπη δεν είναι οι φτωχότεροι των φτωχών. Είναι συνήθως οι πιο «ευνοημένοι» οικονομικά ανάμεσα στους αποκλεισμένους. Αυτοί που κατάφεραν να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα χρήματα για να χρηματοδοτήσουν το ταξίδι τους, το οποίο συχνά περιλαμβάνει εξαντλητικές διαδρομές, εκβιασμούς και τεράστιους κινδύνους — από την οικονομική εκμετάλλευση μέχρι τον θάνατο καθ’ οδόν.



Η φυγή αυτών των ανθρώπων δεν πρόκειται να πιέσει τις πλούσιες χώρες του Βορρά να αλλάξουν στάση. Δεν θα τις αναγκάσει να υιοθετήσουν τις παγκόσμιες πολιτικές που είναι απαραίτητες για να αντιμετωπιστούν οι ρίζες της μετανάστευσης: οι κοινωνικές ανισότητες, οι πόλεμοι, η φτώχεια, η κλιματική κρίση.

Το 2022, περισσότεροι από 100 εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν σε θέση να ζητούν άσυλο ως πρόσφυγες. Πρόκειται για τον υψηλότερο αριθμό που έχει καταγραφεί ποτέ στην ιστορία.

Από αυτούς, μόλις 1 στους 100 ζήτησε άσυλο στην Ευρώπη.



CREDIT IMAGE: © ARISTIDIS VAFEIADAKIS/ZUMA PRESS WIRE


Και στην Ελλάδα μαζική έξοδος των νέων

Στην Ελλάδα, αν και δεν υπάρχει εμπόλεμη σύρραξη, εκατοντάδες χιλιάδες νέοι και νέες έχουν μεταναστεύσει τα τελευταία χρόνια — η φυγή συνεχίζεται και επί κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Ο κύριος λόγος είναι οικονομικός: η απουσία προοπτικής, η αβεβαιότητα, όμως είναι και πολιτικός – κοινωνικός: η έλλειψη ενός υποστηρικτικού, αξιοκρατικού και σταθερού κοινωνικού πλαισίου, όπως κατέδειξε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Οι περισσότεροι από αυτούς φεύγουν νόμιμα, χωρίς να αντιμετωπίζουν άμεσους κινδύνους. Ωστόσο, το μοτίβο παραμένει το ίδιο: οι νέοι αισθάνονται ότι δεν έχουν μέλλον στη χώρα τους. Έτσι, εγκαταλείπουν την Ελλάδα αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, επαγγελματικής εξέλιξης και οικογενειακής ζωής στο εξωτερικό.

Η χώρα χάνει πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό – και αυτό το κενό δεν αναπληρώνεται. Ο πληθυσμός γερνά, και στον ορίζοντα δεν διαφαίνεται καμία σοβαρή στρατηγική για αντιστροφή αυτής της τάσης. Δεν υπάρχει συγκροτημένο σχέδιο για την παραμονή των νέων, την οικογενειακή υποστήριξη, ή τη δημιουργία προϋποθέσεων ώστε οι άνθρωποι να θέλουν να μείνουν και να χτίσουν τη ζωή τους στην Ελλάδα.

Η Ευρώπη γεμίζει με νεανικές «έρημους»
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στην Ελλάδα.

Στη βόρεια Ιταλία, στη κεντρική Γαλλία και σε πολλές άλλες περιοχές της Ε.Ε. παρατηρείται μια επικίνδυνη συρρίκνωση του νεανικού πληθυσμού. Ορισμένες περιοχές μετατρέπονται σε πραγματικές «νεανικές ερήμους», χωρίς ζωτικό ανθρώπινο δυναμικό, χωρίς μέλλον.

Οι λίγοι νέοι που απομένουν —συνήθως προερχόμενοι από φτωχότερες περιοχές της Ευρώπης ή τρίτες χώρες— συγκεντρώνονται σε έναν όλο και μικρότερο αριθμό πλούσιων πόλεων της Ευρώπης που έχουν ανάγκη από νέους με υψηλή εξειδίκευση.


Δίχως νέους ανθρώπους όμως, το μέλλον έχει ξηρασία.


Ολόκληρες περιοχές οδηγούνται σε μαρασμό, γιατί οι πολιτικές επιλογές που υιοθετούνται ευνοούν τη συσσώρευση πλούτου και πόρων σε ελάχιστα χέρια και σε λίγα σημεία στον χάρτη. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται στην Ελλάδα, στην περιφέρεια της Ευρώπης, αλλά και στην Αφρική — όπου η μαζική μετανάστευση έχει αποστεώσει ολόκληρες κοινότητες από ενεργό πληθυσμό.

PHOTO BY COSTAS BALTAS / ANADOLU VIA AFP
PHOTO BY COSTAS BALTAS / ANADOLU VIA AFP


Brain Drain στην Αφρική: Η αφαίμαξη του ανθρώπινου κεφαλαίου και οι ανυπολόγιστες συνέπειες
Οι οικονομικές ανισότητες των τελευταίων 30 ετών έχουν φτάσει σε επίπεδα πρωτοφανή στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Στην ήπειρο της Αφρικής, αυτή η πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα έντονη, με τις συνέπειες να αποτυπώνονται με δραματικό τρόπο στο φαινόμενο του brain drain — τη μαζική φυγή των πιο καταρτισμένων νέων ανθρώπων προς τον πλούσιο Βορρά.

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, το 54% των νέων στην Αφρική δηλώνουν ότι θέλουν να εγκαταλείψουν τις χώρες τους, αναζητώντας καλύτερες επαγγελματικές και εκπαιδευτικές ευκαιρίες.

Οι κύριες αιτίες αυτής της τάσης είναι η υψηλή ανεργία, το ανεπαρκές δημόσιο σύστημα υγείας, η χαμηλή ποιότητα ζωής και η έλλειψη εργασιακών προοπτικών.

Οικονομική και κοινωνική αιμορραγία
Το brain drain δεν συνεπάγεται μόνο απώλεια ανθρώπινου δυναμικού, αλλά και τεράστια οικονομική ζημία.

Μόνο στον τομέα της υγείας, η Αφρική χάνει ετησίως περί τα 2 δισεκατομμύρια δολάρια, εξαιτίας της μετανάστευσης εξειδικευμένου προσωπικού.

Τα στατιστικά είναι ενδεικτικά:

Το 1973, η Λιβερία διέθετε 7,76 γιατρούς ανά 100.000 κατοίκους. Το 2008, ο αριθμός αυτός είχε μειωθεί δραματικά σε 1,37.

Στην Ουγκάντα, μια χώρα με πληθυσμό 35 εκατομμυρίων, υπάρχουν σήμερα μόλις 5.000 γιατροί και 30.000 νοσηλευτές.

Αυτή η απώλεια δεν αποτιμάται μόνο σε χρήμα, αλλά και σε ματαιωμένες δυνατότητες για κοινωνικοοικονομική πρόοδο. Χωρίς γιατρούς, μηχανικούς, επιστήμονες και τεχνικούς, δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου