Από τον περασμένο Ιούνιο, διεξάγεται ένα σχολαστικό αστικό, αρχαιολογικό σχέδιο στο ιστορικό κέντρο του Λέτσε,
στο νοτιοανατολικά άκρο της Ιταλίας, ξαναγράφοντας ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της ιστορίας της πόλης, ειδικά του πρώιμου Μεσαίωνα, μια ιστορική περίοδο παραδοσιακά συσκοτισμένη λόγω έλλειψης υλικών στοιχείων.Η έρευνα εστίασε στον στρατηγικό τομέα, ο οποίος βρίσκεται ανάμεσα στην πλατεία Sant’Oronzo Square και τη Via Alvino, μια μικρή απόσταση από το τμήμα του ρωμαϊκού αμφιθεάτρου που είναι σήμερα ορατό.

Μία αναπάντεχη ανακάλυψη
Ήδη, στη διάρκεια εργασιών αναβάθμισης του οδικού συστήματος που πραγματοποιήθηκαν στα τέλη του 2024, η απομάκρυνση του παλιού πεζοδρομίου, είχε αποκαλύψει ένα τμήμα του κοίλου (της ημικυκλικής κερκίδας, το τμήμα του θεάτρου όπου κάθονταν οι θεατές). Η εντελώς αναπάντεχη ανακάλυψη, η οποία τράβηξε αμέσως το ενδιαφέρον των αρχαιολόγων ήταν πως, ορισμένες από τις σημαντικές δομές των τειχών, βρίσκονταν στην άμεση εγγύτητα του αμφιθεάτρου, έξω από την περίμετρό του και ακριβώς στα βόρεια.
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια των τελευταίων μηνών, επέτρεψαν την ενδελεχή μελέτη των δομών αυτών, οι οποίες αποκαλύφθηκαν ως τμήματα της – από κάθε άποψης – επιβλητικής οχύρωσης, η οποία ολοκληρώθηκε σε δύο διαφορετικές κατασκευαστικές φάσεις και αξιοποιήθηκε με την προφανή ενσωμάτωση του προϋπάρχοντος ρωμαϊκού θεάτρου.
Η ανασκαφή ακόμη, έφερε στο φως ένα επιβλητικό τείχος πλάτους 3.70 μέτρων, το οποίο χτίστηκε με την τεχνική Σάκο:
Δηλαδή, εσωτερικό γέμισμα που αποτελείται από χώμα και θραύσματα πέτρας, που περιέχονται μεταξύ δύο εξωτερικών επιφανειών, στις οποίες υπάρχει εκτενής επαναχρησιμοποίηση μεγάλων λίθινων μπλοκ, που προέρχονται από την κατεδάφιση του κοντινού αμφιθεάτρου και άλλων μνημείων που υπήρχαν στην περιοχή.

Το τείχος, το οποίο σε κάποιους τομείς έχει διατηρηθεί σε ύψος που υπερβαίνει τα δύο μέτρα, προέρχεται από τους περιμετρικούς πυλώνες του αμφιθεάτρου, στο οποίο πρόσκειται, εκτεινόμενες προς τα βόρεια για περίπου δεκαέξι μέτρα πριν σχηματίσει μια δεξιά γωνία και συνεχίσει την πορεία προς τα ανατολικά, διατρέχοντας κάτω από τα σημερινά κτίρια στα όρια της πλατείας.
Οι κατασκευαστικές φάσεις ακολουθούν τις ανάγκες της κοινωνίας
Τα προκαταρκτικά δεδομένα που προέκυψαν από την ανάλυση των μελετημένων στρωματογραφιών, δίνουν τη δυνατότητα της χρονολόγησης του αμυντικού συστήματος μέσα σε ένα χρονικό πλαίσιο μεταξύ του 5ου και του 6ου αιώνα μ.Χ., μια ιδιαίτερα ταραχώδη ιστορική περίοδο – από πολιτική και στρατιωτική σκοπιά, στη διάρκεια της οποίας το αμφιθέατρο είχε ήδη χάσει την αρχική του λειτουργία, λόγω της σταδιακής διάδοσης του Χριστιανισμού και ως άμεση συνέπεια του διατάγματος του Αυτοκράτορα Ονώριου, το 404, το οποίο απαγόρευσε τους αγώνες των μονομάχων στις αρένες.
Αργότερα, στη διάρκεια του πρώιμου Μεσαίωνα, ο γωνιακός τομέας του μεγάλου τείχους είχε ενισχυθεί με την προσθήκη ενός τεράστιου, κυκλικού πύργου, διαμέτρου σχεδόν 12 μέτρων, ο οποίος είχε επίσης κατασκευαστεί με εκτεταμένη επαναχρησιμοποίηση πέτρινων τμημάτων, τα οποία τοποθετήθηκαν στεγνά, χωρίς ασβεστοκονίαμα.
Η δεύτερη κατασκευαστική φάση, μαρτυρά μια προσαρμογή και ενίσχυση των αμυντικών οχυρώσεων, ίσως σε απόκριση των νέων στρατιωτικών αναγκών ή πολιορκιών. Ο μεγάλος ευθύγραμμος τοίχος που ανακαλύφθηκε στη Via Alvino έχει πολλές τεχνικές και κατασκευαστικές ομοιότητες με μια ανάλογη δομή, επίσης κατασκευασμένη από επαναχρησιμοποιημένα κομμάτια, η οποία ταυτοποιήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από τον αρχαιολόγο Cosimo De Giorgi, στη διάρκεια των σωστικών ανασκαφών πριν από την κατασκευή του κτιρίου της Τράπεζας της Ιταλίας.
Η υπόθεση, σύμφωνα με την οποία τα στοιχεία που ήρθαν πρόσφατα στο φως και είχαν ανακαλυφθεί στο παρελθόν, αποτελούν μέρος ενός αρθρωμένου αμυντικού συστήματα που χτίστηκε αξιοποιώντας τμήματα του αμφιθεάτρου, είναι πολύ υποβλητική. Αναμφίβολα, αποτελούσε το πιο επιβλητικό κτίριο του Ρωμαϊκού Λέτσε
Στις αρχές του Μεσαίωνα, το σύμπλεγμα αυτό είχε μεταμορφωθεί σε βυζαντινό κάστρο, λειτουργώντας ως φρούριο και ως πολιτικό – διοικητικό κέντρο της πόλης.
H επαναχρησιμοποίηση και η οχύρωση των μεγάλων, ρωμαϊκών δημόσιων υποδομών, έχει καταγραφεί και σε άλλα αστικά κέντρα της χερσονήσου, σύμφωνα με τα λόγια του γεωγράφου Guidone, ο οποίος, στις αρχές του 12ου αιώνα, περιέγραφε ότι το Λέτσε, είχε μειωθεί σε μια μικρή κοινότητα, οι κάτοικοι της οποίας ήταν συνωστισμένοι και προστατευμένοι στην κορυφή της αμφιθεατρικής δομής.
Η εικόνα που σχηματίζεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα και τις γραπτές πηγές, είναι εκείνη μιας κοινότητας η οποία, ούσα αντιμέτωπη με την ανασφάλεια και την αστάθεια του ακολούθησε την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αναζήτησε καταφύγιο και άμυνα στα ερείπια του μνημειακού παρελθόντος, ανασχηματίζοντάς το, ώστε να εξυπηρετεί τις προκλήσεις του καιρού της.
H έρευνα, η οποία συνεχίζεται, μαζί με την ενδελεχή εξέταση των κεραμικών υλικών και άλλων ευρημάτων που ανακαλύφθηκαν στη διάρκεια της ανασκαφής, εμπλουτίζει ουσιαστικά τις γνώσεις μας για την αρχαιολογική κληρονομιά του Λέτσε, ρίχνοντας φως στις αστικές μεταμορφώσεις που συνέβησαν στην καρδιά της πόλης στη διάρκεια μιας ιστορικά συσκοτισμένης περιόδου μέχρι σήμερα λόγω των ελάχιστων υλικών στοιχείων:
Το μακρύ και περίπλοκο διάλειμμα ανάμεσα στην πτώση της αυτοκρατορικής εξουσίας στη Δύση και την τελική εδραίωση της διοίκησης των Νορμανδών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου