Η νέα μελέτη ανοίγει μια έντονη συζήτηση γύρω από το κοτόπουλο, ανατρέποντας την παραδοσιακή
εικόνα του ως «υγιεινής» επιλογήςΤο κοτόπουλο προβάλλεται εδώ και χρόνια ως πιο «υγιεινή» και ελαφριά επιλογή σε σχέση με το κόκκινο κρέας, κερδίζοντας έδαφος στη διατροφή διεθνώς. Ωστόσο, μια νέα ιταλική μελέτη έρχεται να ανατρέψει αυτή την εικόνα, προκαλώντας ανησυχία.
Η έρευναΗ μελέτη, που πραγματοποιήθηκε από το Irccs Saverio de Bellis στο Castellana Grotte με επικεφαλής τη δρ. Κατερίνα Μπονφίλιο, εξέτασε περισσότερους από 4.800 συμμετέχοντες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η κατανάλωση κοτόπουλου – ακόμα και κάτω από το ανώτατο όριο των 200 γρ. την εβδομάδα που συνιστά η Ιταλική Εταιρεία Ανθρώπινης Διατροφής (SINU) – συνδέεται με 35% αυξημένο κίνδυνο θανάτου από καρκίνους του γαστρεντερικού συστήματος. Για όσους ξεπερνούν τα 200 γρ. την εβδομάδα, ο κίνδυνος διπλασιάζεται.
Αντίθετα, το κόκκινο κρέας, που συχνά βρίσκεται στο στόχαστρο των διεθνών οδηγιών, εμφάνισε αύξηση κινδύνου «μόνο» κατά 23% και αυτό μόνο σε όσους καταναλώνουν πάνω από 350 γρ. εβδομαδιαίως.
«Τα ευρήματά μας αντιστρέφουν, σε ένα βαθμό, τις μέχρι τώρα αντιλήψεις: το κοτόπουλο φαίνεται πιο επικίνδυνο από το κόκκινο κρέας, όταν εξετάζεται σε σχέση με την εμφάνιση θανατηφόρων καρκίνων του πεπτικού» δήλωσε ο επιστημονικός διευθυντής του ινστιτούτου, καθηγητής Τζιανλουίτζι Τζανέλι.
Οι αδυναμίες της μελέτης
Παρά τα εντυπωσιακά συμπεράσματα, οι ειδικοί συνιστούν προσοχή. Η μελέτη είναι παρατηρητική, επομένως δεν μπορεί να αποδείξει άμεση σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Επιπλέον, τα διατροφικά στοιχεία προήλθαν από δηλώσεις των ίδιων των συμμετεχόντων, χωρίς αντικειμενικό έλεγχο.
Ο καθηγητής Πιερλουίτζι Ρόσι, διδάσκων στη Διατροφολογία στο Πανεπιστήμιο της Σιένα, επισημαίνει:
«Όταν μια μελέτη αναφέρει ότι οι καταναλωτές κοτόπουλου έχουν υψηλότερους κινδύνους, πρέπει να αναρωτηθούμε: Πώς ήταν το κοτόπουλο που κατανάλωσαν; Πώς μαγειρεύτηκε; Τι άλλο περιλάμβανε η διατροφή τους; Έκαναν άσκηση; Χωρίς αυτά τα δεδομένα, τα συμπεράσματα μένουν ελλιπή».
Η σημασία του πλαισίου
Ο Ρόσι εξηγεί ότι δεν υπάρχει τροφή που να είναι απόλυτα καλή ή κακή. «Δεν μπορούμε να πούμε ότι το κοτόπουλο κάνει κακό από μόνο του. Αυτό που έχει σημασία είναι το πλαίσιο: ποιότητα τροφής, τρόπος εκτροφής, μέθοδος μαγειρέματος και συνολική διατροφή του ατόμου».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η υπερβολική εστίαση στο «αν η τάδε τροφή είναι υγιεινή ή όχι» είναι παραπλανητική. «Ο οργανισμός δεν λαμβάνει απλά τρόφιμα, αλλά θρεπτικά συστατικά – πρωτεΐνες, λιπαρά, υδατάνθρακες. Και οι πρωτεΐνες δεν είναι όλες ίδιες: η ποιότητα και η βιοδιαθεσιμότητά τους παίζουν καθοριστικό ρόλο».
Ο ρόλος της μαγειρικής και της επεξεργασίας
Σημαντικός παράγοντας είναι και η μέθοδος μαγειρέματος. Το ψήσιμο σε ψησταριά ή το τηγάνισμα σε υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να δημιουργήσει ενώσεις που συνδέονται με γήρανση και χρόνιες ασθένειες, όπως ο διαβήτης και τα καρδιαγγειακά. Ακόμη και το «άπαχο» κοτόπουλο, αν μαγειρευτεί με λάθος τρόπο, μπορεί να γίνει επιβαρυντικό.
Ανησυχία προκαλούν επίσης τα βιομηχανικά παρασκευάσματα κοτόπουλου – nuggets, αλλαντικά, έτοιμα γεύματα – που περιέχουν πρόσθετα, συντηρητικά και συχνά προέρχονται από εντατικά εκτροφεία. Αυτά τα προϊόντα, σύμφωνα με τον Ρόσι, «αλλάζουν τη χημεία της τροφής και επηρεάζουν αρνητικά το μικροβίωμα του εντέρου μας». Όπως τονίζει ο καθηγητής Ρόσι: «Δεν υπάρχει η τέλεια τροφή. Υπάρχει μόνο η ισορροπημένη διατροφή και η γνώση που μας επιτρέπει να κάνουμε πιο συνειδητές επιλογές».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου