Τέσσερα στα δέκα προϊόντα έχουν εμπορική ονομασία που δεν αντιστοιχεί στο είδος τους, σύμφωνα
με την πρώτη τεκμηριωμένη αποτύπωση, σε μεγάλη κλίμακα, της πραγματικής έκτασης της παραπλάνησης στην ελληνική αγορά κεφαλόποδων, βασισμένη αποκλειστικά σε εργαστηριακά δεδομένα
Η ελληνική αγορά κεφαλόποδων εμφανίζεται, σύμφωνα με τα δεδομένα επιστημονικής μελέτης, δομικά επιρρεπής στην παραπλάνηση του καταναλωτή μέσω συστηματικής εσφαλμένης επισήμανσης ειδών. Τα ευρήματα της μελέτης που πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδος, του Πανεπιστημίου Πατρών, του Ινστιτούτου Αλιευτικής Έρευνας του ΕΛΓΟ–ΔΗΜΗΤΡΑ και του University of Salford στο Ηνωμένο Βασίλειο και δημοσιεύθηκε, στο επιστημονικό περιοδικό Food Control, συνιστούν την πρώτη τεκμηριωμένη, μεγάλης κλίμακας αποτύπωση της πραγματικής έκτασης της παραπλάνησης στην ελληνική αγορά κεφαλόποδων και βασίζονται αποκλειστικά σε εργαστηριακά δεδομένα και συγκριτική ανάλυση, με τις νομικά προβλεπόμενες εμπορικές ονομασίες, Η παραπλάνηση αυτή δεν προκύπτει ως μεμονωμένο φαινόμενο ή ως στατιστική απόκλιση, αλλά ως επαναλαμβανόμενη και εκτεταμένη πρακτική, που διατρέχει όλη την εμπορική αλυσίδα, από το σημείο λιανικής έως τη μαζική εστίαση.
Η μελέτη “Untangling the cephalopod market: authentication of seafood products in Greece with DNA-barcoding” βασίστηκε σε 156 δείγματα κεφαλόποδων που συλλέχθηκαν σε τέσσερις πόλεις της βόρειας Ελλάδας, την Καβάλα, την Κομοτηνή, τον Βόλο και τη Θεσσαλονίκη, την περίοδο 2021–2023. Τα δείγματα κάλυπταν όλο το φάσμα της αγοράς: φρέσκα, κατεψυγμένα, κονσερβοποιημένα και μαγειρεμένα προϊόντα από λαϊκές αγορές, ιχθυοπωλεία, σούπερ μάρκετ και εστιατόρια. Η επιλογή διαφορετικών πόλεων, χρονικών περιόδων και μορφών διάθεσης στόχευε στη ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικής εικόνας της αγοράς και όχι σε ελεγχόμενες ή οριακές περιπτώσεις.
Η ταυτοποίηση των ειδών πραγματοποιήθηκε με DNA barcoding, μέσω ανάλυσης των μιτοχονδριακών γονιδίων COI και 16S rRNA. Η μέθοδος επέτρεψε την επιτυχή αναγνώριση του 93,58% των δειγμάτων, ακόμη και σε προϊόντα έντονα επεξεργασμένα, όπου κάθε μορφολογικό χαρακτηριστικό είχε αφαιρεθεί. Συνολικά ταυτοποιήθηκαν 19 διαφορετικά είδη κεφαλόποδων από πέντε οικογένειες, αριθμός που καταδεικνύει την πολυπλοκότητα και τη διεθνοποιημένη φύση της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Η σύγκριση της μοριακής ταυτοποίησης με τις πληροφορίες της ετικέτας ή του μενού αποκάλυψε 59 περιπτώσεις ασυμφωνίας, ποσοστό 40,41% επί των ταυτοποιημένων δειγμάτων. Το ποσοστό αυτό αφορά σαφείς αντικαταστάσεις ειδών. Η παραπλάνηση ήταν εντονότερη στα φρέσκα προϊόντα, όπου τα δύο τρίτα των δειγμάτων έφεραν εσφαλμένη εμπορική ταυτότητα, γεγονός που αναιρεί την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η απάτη περιορίζεται κυρίως στα κατεψυγμένα ή στα μεταποιημένα προϊόντα.
Ιδιαίτερα εκτεταμένο ήταν το φαινόμενο της σύγχυσης και αντικατάστασης μεταξύ των εμπορικών όρων «καλαμάρι» και «θράψαλο». Παρότι η ελληνική νομοθεσία αποδίδει συγκεκριμένες επιστημονικές αντιστοιχίσεις στους όρους αυτούς, η μελέτη κατέγραψε επανειλημμένα τη χρήση τους ως γενικών, εναλλάξιμων ονομασιών για διαφορετικά είδη, ανεξαρτήτως βιολογικής ταυτότητας ή εμπορικής αξίας. Σε δεκάδες περιπτώσεις, προϊόντα που ταυτοποιήθηκαν ως είδη του γένους Illex, Nototodarus ή Dosidicus διατίθεντο με ονομασίες που αντιστοιχούν σε άλλα, ακριβότερα, είδη.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικές ήταν οι περιπτώσεις όπου Dosidicus gigas, ένα είδος γιγαντιαίου καλαμαριού που κυκλοφορεί ευρέως σε κατεψυγμένη ή κονσερβοποιημένη μορφή, διατίθετο ως χταπόδι, δηλαδή ως Octopus vulgaris. Σε αρκετές περιπτώσεις η παραπλάνηση δεν περιοριζόταν σε ασαφή ετικέτα, αλλά συνοδευόταν από ρητή αναφορά του προϊόντος ως «χταπόδι», παρά τη σαφή γενετική του ταυτότητα. Η αφαίρεση πλοκαμιών, βεντουζών και άλλων διαγνωστικών χαρακτηριστικών στα προϊόντα αυτά καθιστά την παραπλάνηση πρακτικά αδύνατο να ανιχνευθεί από τον καταναλωτή.
Η έρευνα ανέδειξε επίσης ότι η πλειονότητα των προϊόντων στερείται βασικών στοιχείων επισήμανσης. Μόνο μικρό μέρος των δειγμάτων έφερε ταυτόχρονα κοινή ονομασία, επιστημονική ονομασία και περιοχή αλίευσης. Στα εστιατόρια, όπου η νομοθεσία δεν απαιτεί επιστημονική ονομασία, η αξιολόγηση περιορίστηκε στη γενική εμπορική κατηγορία, γεγονός που δημιουργεί ένα θεσμικό κενό, εντός του οποίου η αντικατάσταση ειδών μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.
Η στατιστική ανάλυση δεν έδειξε σαφή συσχέτιση μεταξύ εσφαλμένης επισήμανσης και τελικής τιμής, στοιχείο που υποδεικνύει ότι η παραπλάνηση δεν εκδηλώνεται αποκλειστικά ως άμεση αύξηση τιμής, αλλά ως διαστρέβλωση της ταυτότητας του προϊόντος. Ο καταναλωτής δεν πληρώνει απαραίτητα περισσότερο, αλλά πληρώνει για κάτι διαφορετικό από αυτό που πιστεύει ότι αγοράζει. Οι διαφοροποιήσεις τιμών σχετίζονταν κυρίως με τον τύπο λιανικής και όχι με την ορθότητα της επισήμανσης.
Πιο αναλυτικά: Στην κατηγορία του καλαμαριού εντοπίζεται το μεγαλύτερο βάθος και η μεγαλύτερη συχνότητα παραπλάνησης σε όλη τη μελέτη. Ο όρος «καλαμάρι» χρησιμοποιείται εκτεταμένα ως γενική εμπορική ετικέτα χωρίς αντιστοίχιση με το είδος Loligo vulgaris, που αποτελεί τη νόμιμη επιστημονική αναφορά στην ελληνική αγορά. Η μοριακή ανάλυση έδειξε ότι προϊόντα που πωλούνταν ως καλαμάρι ανήκαν σε διαφορετικά είδη, όπως Uroteuthis duvaucelii, Uroteuthis edulis, Loligo reynaudii και Doryteuthis gahi. Παράλληλα, καταγράφηκε συστηματική εναλλαγή των όρων «καλαμάρι» και «θράψαλο», με είδη των γενών Illex και Nototodarus να διατίθενται άλλοτε με τη μία και άλλοτε με την άλλη ονομασία, ανεξάρτητα από τη βιολογική τους ταυτότητα. Το φαινόμενο εμφανίζεται εντονότερο σε προϊόντα χωρίς επιστημονική ονομασία στην ετικέτα και σε χώρους εστίασης, όπου η εμπορική ονομασία λειτουργεί αποκομμένα από κάθε νομική ή επιστημονική αναφορά.
Στην κατηγορία του χταποδιού η παραπλάνηση αφορά κυρίως την αντικατάσταση του Octopus vulgaris με άλλα είδη, είτε συγγενικά είτε πλήρως διαφορετικά. Η μελέτη κατέγραψε περιπτώσεις όπου προϊόντα που διατίθεντο ως κοινό χταπόδι ταυτοποιήθηκαν γενετικά ως Octopus cyanea, Octopus maya και Eledone moschata. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι περιπτώσεις όπου το είδος Dosidicus gigas, ένα γιγαντιαίο καλαμάρι, πωλούνταν ως χταπόδι, κυρίως σε κατεψυγμένη ή κονσερβοποιημένη μορφή. Η πρακτική αυτή διευκολύνεται από την έντονη επεξεργασία των προϊόντων, με αφαίρεση πλοκαμιών, βεντουζών και άλλων μορφολογικών χαρακτηριστικών.
Η κατηγορία της σουπιάς εμφανίζει μικρότερο αριθμό δειγμάτων, αλλά παρουσιάζει σαφή μοτίβα εσφαλμένης επισήμανσης. Διαφορετικά είδη του γένους Sepia διατίθενται συλλογικά με τη γενική ονομασία «σουπιά», χωρίς καμία διάκριση σε επίπεδο είδους. Η μελέτη κατέγραψε και περίπτωση είδους σουπιάς που δεν περιλαμβάνεται στον επίσημο ελληνικό κατάλογο εμπορικών ονομασιών, γεγονός που υποδεικνύει κενά στην εποπτεία της αγοράς. Επιπλέον, η ανάγκη χρήσης του γονιδίου 16S rRNA για την αξιόπιστη ταυτοποίηση ορισμένων ειδών σουπιάς, λόγω περιορισμών του COI, αναδεικνύει ότι ακόμη και σε εργαστηριακό επίπεδο η διάκριση είναι απαιτητική, πόσο μάλλον στο εμπορικό περιβάλλον. Στην πράξη, ο όρος «σουπιά» λειτουργεί ως όρος-ομπρέλα που συγκαλύπτει βιολογικά διακριτά είδη, χωρίς ουσιαστική ενημέρωση του καταναλωτή για το τι ακριβώς αγοράζει ή καταναλώνει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου