Η ανάλυση 74 εμπορικών γαλακτοκομικών προϊόντων,
αποκάλυψε εκτεταμένη νοθεία, ιδιαίτερα σε γιαούρτια και τυριά, ενώ μόνο 7 από τα 17 δείγματα φέτας περιείχαν ανιχνεύσιμο DNA κατσίκαςΕπιμέλεια Ελένη Τσαγκά
Η εκτεταμένη νοθεία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων στην ελληνική αγορά αποτυπώνεται με ακρίβεια σε πρόσφατη επιστημονική έρευνα που εκπονήθηκε στο Τμήμα Χημείας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Food Control. Η μελέτη βασίζεται σε μοριακές τεχνικές ανάλυσης DNA και εξετάζει συστηματικά την αυθεντικότητα γαλακτοκομικών προϊόντων που κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά, με κύριο αντικείμενο την αδήλωτη παρουσία αγελαδινού γάλακτος σε προϊόντα που φέρουν επισήμανση πρόβειου, κατσικίσιου ή αιγοπρόβειου χαρακτήρα.
Η σημασία του ζητήματος είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη δομή της ελληνικής γαλακτοκομικής παραγωγής. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους παραγωγούς πρόβειου και κατσικίσιου γάλακτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, [Το 2023, παραδόθηκαν 732.000 τόνοι προβείου γάλακτος στα γαλακτοκομεία στην Ελλάδα (περίπου 32% του συνόλου της ΕΕ)], με τα συγκεκριμένα προϊόντα να αποτελούν βασικό πυλώνα της αγροδιατροφικής οικονομίας και της εξαγωγικής δραστηριότητας. Το υψηλότερο κόστος παραγωγής και η περιορισμένη διαθεσιμότητα των αιγοπρόβειων πρώτων υλών δημιουργούν ισχυρά οικονομικά κίνητρα για αντικατάστασή τους με φθηνότερο αγελαδινό γάλα, ιδίως σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας όπως τα παραδοσιακά τυριά και τα στραγγιστά γιαούρτια.
Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη ανέλυσε συνολικά 74 εμπορικά δείγματα γαλακτοκομικών προϊόντων που συλλέχθηκαν από ελληνικά σούπερ μάρκετ κατά τη χειμερινή περίοδο. Το δείγμα περιλάμβανε γιαούρτια κατσικίσια και πρόβεια, τυριά άλμης, κίτρινα τυριά, κεφίρ, καθώς και προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης, μεταξύ των οποίων και φέτα. Τα προϊόντα που αναλύθηκαν περιγράφονται αναλυτικά σε πίνακα της μελέτης (δείτε παρακάτω) και καλύπτουν διακριτές κατηγορίες γαλακτοκομικών. Περιλαμβάνονται κατσικίσια γιαούρτια διαφορετικών τύπων, όπως απλά, στραγγιστά και βιολογικά, πρόβεια γιαούρτια, καθώς και κατσικίσια κεφίρ. Στον τομέα των τυριών αναλύθηκαν κατσικίσια τυριά άλμης, κατσικίσια κίτρινα τυριά, ημίσκληρα και σκληρά κατσικίσια τυριά, καθώς και φέτες κατσικίσιου τυριού. Ιδιαίτερη ενότητα αποτελούν τα μεικτά τυριά πρόβειου και κατσικίσιου γάλακτος, όπου περιλαμβάνονται βαρελίσια τυριά, μυζήθρα, ανθότυρος, γραβιέρα, κασέρι, κεφαλογραβιέρα, μανούρι και σφέλα. Αναλύθηκαν επίσης 17 δείγματα φέτας, συμπεριλαμβανομένων προϊόντων με ένδειξη Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές.
Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με τη χρήση επικυρωμένης μεθόδου touchdown PCR, σχεδιασμένης για την ανίχνευση ειδικών αλληλουχιών μιτοχονδριακού DNA που αντιστοιχούν σε αγελαδινό, κατσικίσιο και πρόβειο γάλα. Οι τεχνικές PCR θεωρούνται ιδιαίτερα αξιόπιστες για τον έλεγχο της ζωικής προέλευσης των τροφίμων, καθώς το DNA παραμένει ανιχνεύσιμο ακόμη και μετά από θερμική επεξεργασία, ζύμωση ή ωρίμανση. Η touchdown PCR, με σταδιακή μείωση της θερμοκρασίας υβριδισμού, επιτρέπει υψηλή ειδικότητα και αποφυγή ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων, κάτι κρίσιμο όταν εξετάζονται είδη με υψηλό βαθμό γενετικής ομοιότητας, όπως το βοοειδές, το αιγοειδές και το προβατοειδές.
Τα αποτελέσματα της έρευνας καταδεικνύουν σαφή και επαναλαμβανόμενα φαινόμενα νοθείας. Στα κατσικίσια γιαούρτια, 8 από τα 20 δείγματα, ποσοστό 40%, βρέθηκαν να περιέχουν μη δηλωμένο αγελαδινό γάλα. Αντίστοιχο ποσοστό καταγράφηκε και στα κατσικίσια τυριά, όπου 2 από τα 9 δείγματα παρουσίασαν παρουσία αγελαδινού DNA σε επίπεδα που υπερβαίνουν τα όρια τυχαίας επιμόλυνσης. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι η χρήση αγελαδινού γάλακτος δεν περιορίζεται σε ίχνη που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε τεχνικές αστοχίες, αλλά αφορά ουσιαστική αλλοίωση της πρώτης ύλης.
Ιδιαίτερη ενότητα της μελέτης αφορά τη φέτα. Αναλύθηκαν 17 δείγματα φέτας που έφεραν ένδειξη παραγωγής από μείγμα πρόβειου και κατσικίσιου γάλακτος. Η μοριακή ανάλυση έδειξε ότι μόνο 7 από τα 17 δείγματα περιείχαν ανιχνεύσιμο κατσικίσιο DNA, παρά το γεγονός ότι όλα τα προϊόντα δήλωναν παρουσία κατσικίσιου γάλακτος στη σύνθεση. Αν και η νομοθεσία επιτρέπει την παραγωγή φέτας και από 100% πρόβειο γάλα, η ασυμφωνία μεταξύ δήλωσης και εργαστηριακού αποτελέσματος αναδεικνύει προβλήματα ακρίβειας στην επισήμανση ακόμη και σε προϊόντα με καθεστώς ΠΟΠ.
Στα προϊόντα πρόβειου γάλακτος, η εικόνα είναι λιγότερο εκτεταμένη αλλά όχι ανύπαρκτη. Ένα πρόβειο γιαούρτι βρέθηκε να περιέχει αγελαδινό γάλα, ενώ σε μεικτά προϊόντα πρόβειου και κατσικίσιου γάλακτος εντοπίστηκαν περιπτώσεις όπου η δηλωμένη σύνθεση δεν επιβεβαιώθηκε εργαστηριακά. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η περίπτωση τυριού τύπου μυζήθρας, το οποίο κυκλοφορούσε ως αιγοπρόβειο αλλά βρέθηκε να περιέχει αποκλειστικά αγελαδινό DNA, χωρίς ίχνη των άλλων δύο ειδών. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει πλήρη αντικατάσταση της πρώτης ύλης και όχι μερική προσθήκη.
Ανάλογα ευρήματα καταγράφηκαν και σε άλλα μεικτά τυριά, όπως βαρελίσια και τυριά ορού γάλακτος, όπου ανιχνεύθηκε αγελαδινό γάλα χωρίς σχετική αναφορά στην επισήμανση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ένταση του ευρήματος, αντιστοιχούσε σε χαμηλά ποσοστά αγελαδινού DNA, τα οποία οι ερευνητές συσχέτισαν με πιθανή επιμόλυνση κατά τη μεταφορά ή την επεξεργασία. Ωστόσο, σε αρκετά δείγματα τα επίπεδα ήταν σαφώς υψηλότερα, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση περί σκόπιμης νοθείας.
Η συνολική αποτίμηση των αποτελεσμάτων δείχνει ότι τουλάχιστον το 31% των κατσικίσιων προϊόντων που εξετάστηκαν ήταν νοθευμένα με αγελαδινό γάλα. Το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο στα πρόβεια προϊόντα και επιβεβαιώνει ότι τα κατσικίσια γαλακτοκομικά αποτελούν τον κύριο στόχο πρακτικών υποκατάστασης. Η εικόνα αυτή ευθυγραμμίζεται με προηγούμενες έρευνες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, οι οποίες καταγράφουν διαχρονικά υψηλά ποσοστά νοθείας σε αιγοπρόβεια προϊόντα.
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι οι εργαστηριακές τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν μπορούν να εφαρμοστούν σε ευρεία κλίμακα για ελεγκτικούς σκοπούς, καθώς συνδυάζουν υψηλή ευαισθησία, αναπαραγωγιμότητα και δυνατότητα ανίχνευσης σε σύνθετες μήτρες όπως τα ώριμα τυριά. Η συστηματική χρήση τέτοιων μεθόδων από ελεγκτικές αρχές μπορεί να αποτυπώσει με μεγαλύτερη ακρίβεια την πραγματική κατάσταση της αγοράς και να εντοπίσει πρότυπα παραβατικότητας που δεν είναι ορατά με συμβατικούς ελέγχους.
Τα δεδομένα της έρευνας συνθέτουν μια σαφή εικόνα για την έκταση της νοθείας στην ελληνική αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων. Η παρουσία μη δηλωμένου αγελαδινού γάλακτος σε σημαντικό ποσοστό προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με παραδοσιακό ή προστατευόμενο χαρακτήρα, καταγράφηκε με αντικειμενικά εργαστηριακά κριτήρια. Η μελέτη αποτελεί τεκμηριωμένη αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης και αναδεικνύει το πραγματικό εύρος της απόκλισης μεταξύ επισήμανσης και περιεχομένου στην ελληνική γαλακτοκομική αγορά.
Αναφορά: Foteini Roumani, Maria-Christina Serdari, Nikolaos S. Thomaidis, Marilena Dasenaki, Athina Markou, DNA-based detection of milk adulteration in dairy products from the Greek market,
Food Control, Volume 183, 2026, 111907, ISSN 0956-7135,
https://doi.org/10.1016/j.foodcont.2025.111907.
(https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0956713525007765)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου