Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα των άρθρων -Τα δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν τους συγγραφείς.

Φεβρουαρίου 03, 2026

Αναθεώρηση του Συντάγματος: Οι 8 μεταρρυθμίσεις για την Ελλάδα του 2030 – Ο οδικός άξονας και το μήνυμα Μητσοτάκη

Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, με τηλεοπτικό του

μήνυμα, άνοιξε τη Δευτέρα (2/2) επίσημα τον εθνικό διάλογο για την κορυφαία διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης, καλώντας μάλιστα το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων να αναμετρηθούν με την Ιστορία και επιδιώκοντας τη μέγιστη δυνατή συναίνεση, η οποία θα οδηγήσει σε ένα νέο μοντέλο, ένα σύγχρονο υπόδειγμα διακυβέρνησης.


Εντός περίπου δυο μηνών τόσο στο κυβερνών κόμμα όσο και στην αντιπολίτευση δίνεται η ευκαιρία για ζυμώσεις, διάλογο και προτάσεις, καθώς στόχος της κυβέρνησης είναι να παρουσιαστεί μια ολοκληρωμένη πρόταση εντός του Μαρτίου, ώστε τον Απρίλιο να ξεκινήσει η κοινοβουλευτική διαδικασία.

 

Οι προτάσεις Μητσοτάκη

Οι προτάσεις του Πρωθυπουργού για τη Συνταγματική Αναθεώρηση μπορούν να κωδικοποιηθούν, ως τα οκτώ βήματα για την Ελλάδα του 2030, όπως αναφέρει ο «Ελεύθερος Τύπος», με Κυριάκο Μητσοτάκη να δεσμεύεται για τις μεγάλες θεσμικές μεταρρυθμίσεις, τονίζοντας: «Είναι καιρός να τολμήσουμε μεγάλες τομές, που θα ενισχύουν το κύρος των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών, εισάγοντας ρυθμίσεις για την καλύτερη λειτουργία του πολιτεύματος απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής και συμβαδίζοντας με νέα δεδομένα, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη και η κλιματική κρίση».

Αναθεώρηση του Συντάγματος: Οι 8 μεταρρυθμίσεις για την Ελλάδα του 2030

  1. Αλλαγή στο άρθρο 86 για τον νόμο περί ευθύνης υπουργών
  2. Νέος τρόπος εκλογής ηγεσίας στη Δικαιοσύνη
  3. Δημιουργία ιδιωτικών ΑΕΙ
  4. Μια εξαετής θητεία για Πρόεδρο της Δημοκρατίας
  5. Σύνδεση αξιολόγησης με την άρση μονιμότητας στο Δημόσιο
  6. Μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία
  7. Κοστολόγηση του προγράμματος των κομμάτων
  8. Προστασία περιβάλλοντος και πλαίσιο για την Τεχνητή Νοημοσύνη

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ποτέ δεν έκρυψε την πρόθεσή του να προχωρήσει στην αναθεώρηση του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών. Πριν από 18 χρόνια, ως βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας είχε προτείνει να καταργηθεί η αποσβεστική προθεσμία που προέβλεπε το εν λόγω άρθρο του Συντάγματος, με τις συνθήκες τότε να αποδεικνύονται ανώριμες για μια τέτοια μεταρρύθμιση. Η κυβέρνηση στην πρότασή της περιλαμβάνει την ύπαρξη φίλτρου όπως σε όλα τα κράτη, το οποίο θα μπορούσε να είναι ένα σώμα δικαστών που να συμμετέχουν και κάποιοι κοινοβουλευτικοί, όχι κατά πλειοψηφία.

Αυτό που δεν επιθυμούν στη ΝΔ είναι να συνεχιστεί η παραπομπή ή μη ενός διατελέσαντος υπουργού ή υφυπουργού βάσει των κοινοβουλευτικών συσχετισμών. Με απλά λόγια, να μην ορίζει η εκάστοτε κυβέρνηση αν θα διώκεται ή όχι ένα μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου, αλλά και παράλληλα να μην είναι έρμαιο ο ελεγχόμενος του κάθε δικομανούς ή πολιτικού αντιπάλου. Όλες οι χώρες έχουν μία ξεχωριστή διαδικασία και επ’ αυτής πρέπει να συζητήσουν τα κόμματα μεταξύ τους.

Ένα ιδιαίτερα λεπτό ζήτημα το οποίο αποτελεί αίτημα και των ίδιων των δικαστών αλλά και του πολιτικού συστήματος. Ο Πρωθυπουργός στο μήνυμά του τόνισε ότι έχει εισηγηθεί τη μεγαλύτερη, πιο ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Αυτό γιατί θεωρείται μία πρόσθετη θωράκιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.

Με το πρώτο βήμα να έχει γίνει με τη νομοθέτηση για την ίδρυση μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων, μέσα από τη Συνταγματική Αναθεώρηση η κυβέρνηση θα επιδιώξει να προχωρήσει πέρα από αυτό, το οποίο θεωρεί προσωρινή λύση. Όπως τονίζουν, θα είναι κρίμα να χαθεί αυτή η ευκαιρία, όπως συνέβη στη Συνταγματική Αναθεώρηση, που ολοκληρώθηκε το 2008 με την τότε ιστορική κυβίστηση του ΠΑΣΟΚ. Καλεί λοιπόν την αξιωματική αντιπολίτευση να αναλάβει τις ευθύνες της για να υπάρξει η απαιτούμενη πλειοψηφία και να αλλάξει το άρθρο 16.

Στην απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να μην προτείνει για δεύτερη θητεία την τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, μέτρησε η θέση που είχε από την πρώτη στιγμή ότι η θητεία του εκάστοτε Προέδρου πρέπει να είναι εξαετής από πενταετής, που είναι σήμερα, και να μην έχει δικαίωμα επανεκλογής. Στόχος είναι, σύμφωνα με την κυβέρνηση, η αποσύνδεση του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα από την τρέχουσα κομματική αντιπαράθεση και η ενίσχυση του υπερκομματικού χαρακτήρα του θεσμού.

Αυτό που είναι ίσως το πιο «καυτό» ζήτημα, το οποίο θα πυροδοτήσει σκληρή αντιπαράθεση και ίσως, η συναίνεση να πάει περίπατο, είναι η θέση του κυβερνώντος κόμματος όσον αφορά τη λογική αξιολόγησης της αποδοτικότητας και της συνέπειας. Αυτό, όπως τονίζουν, δεν σημαίνει απαραίτητα απόλυση, αντίθετα μπορεί να οδηγήσει και στην επιβράβευση. Ο συνταγματικός νομοθέτης καλείται όχι να ορίσει τις συνέπειες, γιατί αυτό είναι θέμα του τακτικού νομοθέτη. Επιθυμούν, ωστόσο, μέσα από τη νομοθεσία, η οποία θα προκύψει σε συνέχεια της Αναθεώρησης του Συντάγματος, να υπάρχει η παραπάνω πρόβλεψη, για να προστατευθεί η χώρα από μελλοντικές κυβερνήσεις λαϊκιστών, που για να γίνουν αρεστές μπορεί να καταργήσουν την όποια αξιολόγηση.

Να μας γυρίσουν πίσω σε παλαιότερες δεκαετίες όπου οι συνεπείς δημόσιοι υπάλληλοι δούλευαν εις βάρος του εαυτού τους και κάποιοι απολάμβαναν διάφορα προνόμια. Με απλά λόγια, αυτό που επιθυμούν είναι να κατοχυρωθεί στο Σύνταγμα η έννοια της αξιολόγησης, η οποία να συνδέεται και με τη μονιμότητα στο Δημόσιο. Δεν τη χαρακτηρίζουν τυχαία ως μια μεγάλη πολιτική μάχη, αλλά και αναμέτρηση των κομμάτων με την Ιστορία.

Στο μήνυμά του στον ελληνικό λαό ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για μία γενναία, μία τολμηρή Συνταγματική Αναθεώρηση, που θα απαντά στις ανάγκες των εξελίξεων. Αναφέρθηκε σε «δικλίδες οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση, αλλά και την ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων, ώστε η χώρα να μη διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού. Αυτά που κρύβουν τις ολέθριες συνέπειες που προκαλούν. Κάτι που, δυστυχώς, έχουμε πληρώσει ακριβά». Αυτό δεν είναι η πρώτη φορά που εκστομίζεται από τον πρωθυπουργό.

Παρά το γεγονός ότι και εδώ θα υπάρξουν αντιδράσεις από την αντιπολίτευση στο πλαίσιο της ανέξοδης παροχολογίας – όπως τονίζουν κυβερνητικά στελέχη-, επισημαίνεται ότι η πρόταση για την κοστολόγηση των μέτρων που προτείνει ένα κόμμα μέχρι σήμερα αποτελεί πολιτικό και όχι συνταγματικό ζήτημα. Και για τον λόγο αυτόν, η διαδικασία αυτή επιχειρείται να καθιερωθεί και συνταγματικά για λόγους διαφάνειας και δημοσιονομικής υπευθυνότητας.

Οι προκλήσεις

Βέβαια υπάρχει και το ζητούμενο το οποίο περιέγραψε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο μήνυμά του προς τον ελληνικό λαό. Ότι, δηλαδή, «επί 50 χρόνια το Σύνταγμα του 1975 εξασφάλισε ομαλότητα και πολιτική σταθερότητα. Είναι ένα κείμενο “ζωντανό”. Δεν παύει, ωστόσο, να ανήκει στον 20ό αιώνα». Θέλοντας λοιπόν να συμβαδίσει με την εποχή που αλλάζει ραγδαία και τις ανάγκες που αλλάζουν κι εκείνες με καταιγιστικούς ρυθμούς, όρισε ως μεγάλες προκλήσεις της εποχής την Τεχνητή Νοημοσύνη και την κλιματική κρίση.

Μητσοτάκης: «Φιλοδοξία μου είναι το 2030 να έχουμε κλείσει όλες τις εκκρεμότητες με το πελατειακό κράτος»

Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση ότι ξεκινά η κορυφαία θεσμική και πολιτική διαδικασία της Αναθεώρησης του Συντάγματος, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης παραχώρησε συνέντευξη και τόνισε ότι «Φιλοδοξία μου είναι το 2030 να έχουμε κλείσει όλες τις εκκρεμότητες με το πελατειακό κράτος»

Συγκεκριμένα, μιλώντας για την συνταγματική αναθεώρηση, ο Πρωθυπουργός εξήγησε ότι «το 2030 θα κλείσουμε 200 χρόνια από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Γιορτάζουμε το 1821, την έναρξη του πολέμου της Ανεξαρτησίας, τον Φεβρουάριο του 1830 δημιουργήθηκε το νέο ελληνικό κράτος. Και θα έλεγα ότι φιλοδοξία μου και μέσα από τη Αναθεώρηση, αλλά όχι μόνο, είναι πια το 2030 να έχουμε κλείσει όλες τις εκκρεμότητές μας με το πελατειακό κράτος, του οποίου η ληξιαρχική πράξη γέννησης γράφτηκε πριν από δύο αιώνες. Εδώ παλεύουμε με παθογένειες οι οποίες δεν είναι τωρινές. Δεν πίστευα ποτέ και δεν πιστεύω ότι θα κερδίσουμε από την πρώτη στιγμή όλες αυτές τις μάχες. Έχουμε κερδίσει πολλές, όμως. Έχουμε δώσει δείγματα γραφής. […] Έχουμε να δώσουμε πολλές ακόμα. Και η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι μία ευκαιρία τα κόμματα να τοποθετηθούν επί της ουσίας των προτάσεών μας. Θα συνδέσουμε τη μονιμότητα με την αξιολόγηση; Κρίσιμο ζήτημα. Θα βάλουμε στο Σύνταγμα μία διάταξη και μία τέτοια διατύπωση που να διασφαλίζει τη δημοσιονομική σταθερότητα, ώστε να μην επιστρέψουμε ποτέ πια στην εποχή των ελλειμμάτων που οδήγησαν στη χρεοκοπία της χώρας; Αναφέρω λίγα μόνο παραδείγματα. Πώς θα αλλάξουμε το άρθρο 86 -για το οποίο εγώ έχω αγωνιστεί από το 2006 να το αλλάξουμε- με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να μην κάνει η Βουλή τον δικαστή, αλλά να επιστρέψει το έργο της άσκησης της δίωξης εκεί όπου θα έπρεπε να είναι εξαρχής, δηλαδή στη Δικαιοσύνη».

Ο οδικός άξονας της Συνταγματικής Αναθεώρησης

Πρόκειται για μια διαδικασία που εκτείνεται υποχρεωτικά σε δύο κοινοβουλευτικές περιόδους σύσταση ειδικής επιτροπής αναθεώρησης, περιλαμβάνει διαδοχικές ψηφοφορίες, και αποφασιστικό ρόλο τόσο της παρούσας όσο και της επόμενης Βουλής.

Η διαδικασία ξεκινά με την κατάθεση πρότασης αναθεώρησης, η οποία πρέπει να υπογράφεται από τουλάχιστον 50 βουλευτές. Στην πρόταση αυτή προσδιορίζονται με σαφήνεια οι συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις που προτείνεται να αναθεωρηθούν — όχι όμως ακόμη το ακριβές νέο περιεχόμενό τους καθώς αυτό είναι έργο της δεύτερης Βουλής , της αναθεωρητικής . Σημειώνεται και αυτό καταγράφηκε περίτρανα στην αναθεώρηση του 2019 ότι η προτείνουσα Βουλή δεν δεσμεύει την επόμενη την αναθεωρητική ως προς την κατεύθυνση ή το περιεχόμενο των αναθεωρητέων άρθρων αλλά αποφασίζει μόνο ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν.

Μετά τη λήξη των εργασιών της επιτροπής η οποία αναμένεται να λειτουργήσει στις αρχές Απριλίου για περίπου τρεις μήνες η Ολομέλεια καλείται να αποφανθεί με ονομαστική ψηφοφορία επί κάθε προτεινόμενου άρθρου της πρότασης, η οποία έχει συγκεντρώσει 50 υπογραφές σε δύο χωριστές ψηφοφορίες, οι οποίες απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον έναν μήνα.

Σε αυτές τις ψηφοφορίες δεν εγκρίνεται ακόμη το νέο κείμενο των άρθρων. Αντίθετα, η Βουλή αποφασίζει ποια άρθρα κρίνονται αναθεωρητέα.

Εδώ υπάρχουν δύο εναλλακτικά σενάρια:

  • Αν οι προτεινόμενες διατάξεις εγκριθούν και στις δύο ψηφοφορίες με πλειοψηφία τριών πέμπτων (3/5) του συνόλου των βουλευτών (δηλαδή τουλάχιστον 180 ψήφους), τότε η επόμενη Βουλή θα μπορέσει να τις αναθεωρήσει με απλή απόλυτη πλειοψηφία (151 ψήφοι).
  • Αν εγκριθούν μόνο με απόλυτη πλειοψηφία (τουλάχιστον 151 ψήφοι), τότε η επόμενη Βουλή θα χρειαστεί αυξημένη πλειοψηφία 3/5 για να ολοκληρώσει την αναθεώρηση.

Προκειμένου να θεωρηθεί ότι ένα άρθρο έλαβε 180 ψήφους αυτό θα πρέπει να επιβεβαιωθεί και στις δύο ψηφοφορίες. Έτσι αν ένα άρθρο πάρει για παράδειγμα 185 ψήφους στην πρώτη ψηφοφορία και 160 στη δεύτερη τότε θεωρείται ότι εγκρίνεται με τη “δυσμενέστερη” πλειοψηφία , δηλαδή 165. Αν πάλι έστω και σε μία ψηφοφορία πάρει λιγότερες των 151 ψήφων απορρίπτεται και δεν μεταφέρεται στην επόμενη Βουλή. Ειδικά δε, αν πάρει από την πρώτη ψηφοφορία λιγότερες των 151 θετικών ψήφων τότε δεν εισάγεται καν στη δεύτερη ψηφοφορία.

Με τον τρόπο αυτό, το Σύνταγμα επιβάλλει διπλό φίλτρο συναίνεσης ανάμεσα στις δύο Βουλές.

Σημειώνεται ότι ορισμένες θεμελιώδεις διατάξεις —όπως εκείνες που καθορίζουν τη μορφή του πολιτεύματος ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και την προστασία βασικών δικαιωμάτων— δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση.

Μετά την ολοκλήρωση των παραπάνω σταδίων, η παρούσα Βουλή εξαντλεί τον ρόλο της. Ακολουθούν εθνικές εκλογές και η επόμενη Βουλή, η λεγόμενη «Αναθεωρητική Βουλή», αναλαμβάνει το τελικό και καθοριστικό έργο.

Η νέα Βουλή:

  • περιορίζεται αυστηρά στα άρθρα που έχουν ήδη χαρακτηριστεί αναθεωρητέα,
  • καθορίζει πλέον το ακριβές περιεχόμενο των νέων διατάξεων,
  • και ψηφίζει τις αλλαγές καθαυτές, με την απαιτούμενη πλειοψηφία (151 ή 180, ανάλογα με το αποτέλεσμα της πρώτης Βουλής).

Και εδώ πραγματοποιούνται κοινοβουλευτικές συζητήσεις και ψηφοφορίες, έως ότου εγκριθούν οριστικά τα αναθεωρημένα άρθρα.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα η νέα Βουλή θα πρέπει να ολοκληρώσει την αναθεώρηση εντός της πρώτης Συνόδου, με απλά λόγια μέσα στον πρώτο χρόνο από τη λειτουργία της. Ήδη τους συνταγματολόγους της χώρας απασχολεί έντονα το ενδεχόμενο τι θα συμβεί αν από τις εθνικές εκλογές δεν προκύψει κυβέρνηση και η Βουλή διαλυθεί χωρίς να υπάρξει Σύνοδος. Υπάρχουν συνταγματολόγοι οι οποίοι υποστηρίζουν ότι σε αυτή την περίπτωση η αναθεώρηση τινάζεται στον αέρα, η συζήτηση που έχει προηγηθεί κηρύσσεται άγονη και η διαδικασία πρέπει να αρχίσει από την αρχή.

Κατά την άλλη άποψη την οποία ασπάζεται και η κυβέρνηση η νομολογία που έχει παραχθεί από το Δικαστικό Συμβούλιο και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο στην περίπτωση Παπακωνσταντίνου, ότι δηλαδή η Βουλή της μιας ημέρας δεν μπορεί να υπολογίζεται στις προθεσμίες που θέτει το Σύνταγμα καθώς ακόμα κι αν η Βουλή ήθελε δεν θα μπορούσε να προχωρήσει σε έρευνα καθώς δεν υπήρχε το χρονικό περιθώριο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου