Τι μπορεί πράγματι να ελέγξει ο ΕΦΕΤ σήμερα, τι όχι, και γιατί αυτό
δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθιΧθες έκανε το γύρο του διαδικτύου δημοσίευμα στο New money σύμφωνα με το οποίο ο ΕΦΕΤ δεν διαθέτει τον απαραίτητο εξοπλισμό για να αναλύει τρόφιμα και να ελέγχει αν είναι επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία. Συνεταιριστική εταιρεία χυμών κατηγορήθηκε από ανταγωνιστή της για παραπλάνηση καθώς διαφημίζει τα προϊόντα της ως «φυσικά και χωρίς προσθήκη ζάχαρης», αποσπώντας μεγάλο μερίδιο αγοράς και εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Αν ισχύει η καταγγελία, πέρα από την παραπλάνηση του καταναλωτή και τον αθέμιτο ανταγωνισμό, η νοθεία στους χυμούς αποτελεί και ζήτημα δημόσιας υγείας. Η αδήλωτη προσθήκη σακχάρων αλλοιώνει το διατροφικό προφίλ του προϊόντος, επηρεάζει ευάλωτες ομάδες όπως παιδιά, διαβητικούς και άτομα με μεταβολικά νοσήματα και υπονομεύει την αξιοπιστία των διατροφικών ισχυρισμών. Η πρακτική έφτασε για διερεύνηση στον ΕΦΕΤ -σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα- αλλά ο οργανισμός δήλωσε αδυναμία ελέγχου λόγω έλλειψης εξοπλισμού. Τα δείγματα στάλθηκαν στο εξωτερικό, όπου αποδείχθηκε η απάτη, χωρίς όμως να υπάρξει καμία ουσιαστική αντίδραση.
Ψάχνοντας το θέμα καταλήξαμε ότι παρότι η αξιολόγηση της αυθεντικότητας των τροφίμων σε εργαστηριακό περιβάλλον, είναι ζωτικής σημασίας για τον εντοπισμό απάτης στα τρόφιμα, τη διασφάλιση της ποιότητας και την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τους κανονισμούς, εντούτοις υπάρχουν αρκετές προκλήσεις και δυσκολίες που σχετίζονται με τις εργαστηριακές δοκιμές:
Η πολυπλοκότητα των τροφίμων καθιστά δύσκολο τον εντοπισμό και την ανάλυση συγκεκριμένων δεικτών αυθεντικότητας.
Οι μέθοδοι επεξεργασίας (π.χ. θέρμανση, ζύμωση, ξήρανση) μπορούν να αλλάξουν τη χημική σύνθεση, καθιστώντας πιο δύσκολο τον εντοπισμό δόλιων υποκαταστάσεων.
Η έλλειψη παγκοσμίως αποδεκτών τυποποιημένων μεθόδων, οδηγεί σε διαφοροποιήσεις στα αποτελέσματα μεταξύ διαφορετικών εργαστηρίων.
Η εξέλιξη στις τεχνικές απάτης τροφίμων απαιτούν συνεχείς βελτιώσεις στις υφιστάμενες μεθόδους δοκιμών και στην ανάπτυξη νέων πιο εξειδικευμένων.
Οι προηγμένες τεχνικές δοκιμών είναι δαπανηρές και χρονοβόρες.
Υπάρχουν θέματα ευαισθησίας (όρια ανίχνευσης) και ειδικότητας (μπορεί να προκύψουν ψευδώς θετικά ή ψευδώς αρνητικά λόγω διασταυρούμενης επιμόλυνσης ή φυσικών παραλλαγών στα συστατικά των τροφίμων).
Η απόδειξη σκόπιμης απάτης έναντι τυχαίας επιμόλυνσης μπορεί να είναι νομικά δύσκολη.
Υπάρχει ανάγκη για εξειδικευμένο προσωπικό τόσο για τη διενέργεια των αναλύσεων όσο και για την ερμηνεία πολύπλοκων δεδομένων.
Ελληνικού ενδιαφέροντος προϊόντα στα οποία αποδεδειγμένα υπάρχει φόβος για εκτεταμένη νοθεία και παραπλάνηση καταναλωτών είναι το ελαιόλαδο, το μέλι και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, όπου σε κάποιο βαθμό υπάρχουν θεσμοθετημένες μεθοδολογίες προσέγγισης μορφών νοθείας και αυθεντικότητας. Η νοθεία αποτελεί επίσης πρόβλημα στους χυμούς φρούτων. Νέες τεχνικές απάτης αναπτύσσονται συνεχώς και παράλληλα αναπτύσσονται νέες μέθοδοι ανίχνευσης. Η πιο κοινή μορφή νοθείας σε φρουτοχυμό είναι η αραίωση του με νερό, η προσθήκη τεχνητών γλυκαντικών και η χρήση προϊόντων χαμηλότερης ποιότητας.
Ωστόσο η προσθήκη νερού με προσθήκη ζάχαρης και κιτρικού οξέος δεν ανιχνεύεται εύκολα. Η ανίχνευση εξωγενών (προστιθέμενων) σακχάρων στους χυμούς φρούτων είναι ζωτικής σημασίας για την πιστοποίηση της αυθεντικότητας και στον επίσημο έλεγχο απαιτούνται αξιόπιστες, κοινά αποδεκτές και επικυρωμένες μέθοδοι. Δυστυχώς δεν υπάρχει μια μεθοδολογία με συγκεκριμένη οργανολογία που να προσεγγίζει την προσθήκη εξωγενών σακχάρων σε χυμούς φρούτων.
Από την έρευνα που κάναμε, στην Ελλάδα δεν υπάρχουν εργαστήρια δημόσια ή ιδιωτικά που να διενεργούν αναλύσεις ανίχνευσης προσθήκης εξωγενών σακχάρων, ενώ στην Ευρώπη υπάρχουν μόλις 2 εργαστήρια που παρέχουν υπηρεσίες προσδιορισμού της αυθεντικότητας των φρουτοχυμών (ένα στη Γερμανία και ένα στη Γαλλία). Η τελική γνωμάτευση που δίνουν τα εργαστήρια στηρίζεται στη σύγκριση με δεδομένα από ανεπτυγμένες βάσεις δεδομένων τους. Ταυτόχρονα, οι ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβούν οι φορείς ελέγχου μετά από τη διαπίστωση οποιαδήποτε εκτροπής (π.χ. ανάκληση, απόσυρση, πρόστιμο) πρέπει να στηρίζεται σε κοινώς αποδεκτές μεθοδολογίες και σε νομοθετημένα όρια.
Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία υπάρχουν οι ακόλουθες προσεγγίσεις για τον εντοπισμό σακχάρων σε χυμούς φρούτων:
1. Stable Carbon Isotope Ratio Analysis (SCIRA, δ¹³C): Διαφοροποιεί τα φυσικά σάκχαρα φρούτων από τα πρόσθετα σάκχαρα (π.χ. ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο ή σιρόπι καλαμποκιού). Μετρά το λόγο των ισοτόπων 13C/12C σε σάκχαρα χρησιμοποιώντας φασματομετρία IRMS.
2. High Performance Liquid Chromatography (HPLC) (Υγρή Χρωματογραφία Υψηλής Απόδοσης): Προσδιορίζει και ποσοτικοποιεί μεμονωμένα σάκχαρα (γλυκόζη, φρουκτόζη, σακχαρόζη). Χρησιμοποιεί ανιχνευτή δείκτη διάθλασης (RI) ή φασματομετρία μάζας (HPLC-MS) για να συγκρίνει το προφίλ σακχάρου με φυσικές τιμές αναφοράς.
3. Gas Chromatography–Mass Spectrometry (GC-MS) (Αέρια Χρωματογραφία – Φασματομετρία Μάζας): Ανιχνεύει δείκτες σακχάρων που δεν περιέχονται σε φρούτα (π.χ. καλαμπόκι, ζαχαρότευτλα). Μετατρέπει τα σάκχαρα σε πτητικά παράγωγα και στη συνέχεια τα αναλύει με GC-MS για προέλευσή τους.
4. Nuclear Magnetic Resonance (NMR) Spectroscopy: Παρέχει ένα μεταβολικό δακτυλικό αποτύπωμα του χυμού φρούτων, εντοπίζοντας τη νοθεία στα σάκχαρα. Χρησιμοποιεί ¹H NMR ή ²H NMR για να συγκρίνει το προφίλ σακχάρων του χυμού με αυθεντικά δείγματα.
Ένας τέτοιος εξοπλισμός είναι της τάξης των 500.000 ευρώ τη στιγμή που ο ΕΦΕΤ σύμφωνα με τις καταγγελίες του συλλόγου εργαζομένων λαμβάνει χρηματοδότηση που καλύπτει οριακά τη μισθοδοσία. Όλα τα παραπάνω όμως, δεν αναιρούν την ευθύνη της πολιτείας. Αν είναι αληθές το δημοσίευμα, ο επίσημος κρατικός μηχανισμός ελέγχου, δηλώνει πρακτικά ανίκανος να επιτελέσει τον ρόλο του, αφήνοντας την αγορά ανεξέλεγκτη και τους καταναλωτές εκτεθειμένους. Το γεγονός ότι η ανίχνευση νοθείας στους χυμούς –και γενικότερα στα τρόφιμα– είναι επιστημονικά σύνθετη, ακριβή και απαιτητική, δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι αδράνειας. Όταν ο επίσημος μηχανισμός ελέγχου, δηλαδή ο ΕΦΕΤ, δηλώνει αδυναμία να ελέγξει βασικούς ισχυρισμούς που επηρεάζουν άμεσα τη δημόσια υγεία, τον υγιή ανταγωνισμό και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, τότε το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη μεθοδολογιών αλλά η έλλειψη πολιτικής και διοικητικής βούλησης.
Η επιστημονική γνώση υπάρχει, οι τεχνικές ανίχνευσης υπάρχουν, τα παραδείγματα από το εξωτερικό υπάρχουν. Αυτό που απουσιάζει είναι η επένδυση σε υποδομές, η θεσμοθέτηση κοινά αποδεκτών μεθόδων, η στελέχωση με εξειδικευμένο προσωπικό και –κυρίως– η αποφασιστικότητα να εφαρμοστούν έλεγχοι με συνέπειες.
Σε ένα περιβάλλον όπου προϊόντα ελληνικού ενδιαφέροντος, όπως οι χυμοί, το ελαιόλαδο, το μέλι και τα γαλακτοκομικά, πλήττονται συστηματικά από νοθεία και παραπλάνηση, η απουσία αποτελεσματικού ελέγχου έχει επιπτώσεις όχι μόνο στην υγιή ανταγωνισμό αλλά και στη δημόσια υγεία. Αν δεν υπάρξει άμεσα σοβαρός επανασχεδιασμός του συστήματος ελέγχου τροφίμων, το ερώτημα δεν είναι αν θα σκάσει ένα μεγάλο σκάνδαλο δημόσιας υγείας, αλλά πότε — και ποιος θα αναλάβει την ευθύνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου