Η ανησυχία αυτή δεν αφορά μόνο τις διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες ή την πολιτική σχέση με την Ε.Ε. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της παραγωγικής στρατηγικής της χώρας, καθώς η Ε.Ε. αναδιαμορφώνει ταυτόχρονα το εμπορικό της δίκαιο, τη βιομηχανική της πολιτική και τα εργαλεία στρατηγικής αυτονομίας. Ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μάλιστα, αναγκάστηκε να στείλει επιστολή στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ζητώντας εξηγήσεις για το νέο ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Made in Europe», που ουσιαστικά αποκλείει τουρκικά προϊόντα.
Στο επίκεντρο της έντασης βρίσκεται η τελωνειακή ένωση Ε.Ε. – Τουρκίας, που εισέρχεται στο 30ό έτος της και αντιμετωπίζεται πλέον όχι ως πλεονέκτημα, αλλά ως δομική παγίδα. Αυτό το αίσθημα αποτυπώθηκε με ασυνήθιστη σαφήνεια στις παρεμβάσεις του προέδρου του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Κωνσταντινούπολης (ISO), Ερντάλ Μπαχτζιβάν, ο οποίος προειδοποίησε ότι η τελωνειακή ένωση έχει μετατραπεί σε «δεσμά για τη βιομηχανία». Το πρόβλημα, όπως το περιγράφουν τόσο οι θεσμικοί εκπρόσωποι όσο και ο οικονομικός Τύπος, δεν είναι απλώς πολιτικό, αλλά βαθιά ασύμμετρο: η Τουρκία υποχρεούται να εφαρμόζει τους κανόνες που αποφασίζει η Ε.Ε. χωρίς να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων και χωρίς να απολαμβάνει ισότιμη πρόσβαση στις νέες αγορές που ανοίγει η ευρωπαϊκή εμπορική διπλωματία.
Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου Ε.Ε. – Ινδίας λειτουργεί ως καταλύτης αυτής της ανησυχίας. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία που έχει υπογράψει ποτέ η Ε.Ε., καλύπτοντας μια αγορά σχεδόν δύο δισεκατομμυρίων ανθρώπων και προβλέποντας την κατάργηση ή τη δραστική μείωση δασμών στο 99,5% του διμερούς εμπορίου. Για τις Βρυξέλλες, η συμφωνία αυτή εντάσσεται σε μια στρατηγική διαφοροποίησης εφοδιαστικών αλυσίδων και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Για την Τουρκία, όμως, σημαίνει ότι ινδικά προϊόντα θα μπορούν να εισέρχονται στην τουρκική αγορά μέσω της Ε.Ε. χωρίς δασμούς, ενώ τα τουρκικά προϊόντα θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν εμπόδια στην ινδική αγορά – εκτός αν επιτευχθεί ξεχωριστή συμφωνία.
Οι εξαγωγές
Η ανισότητα αυτή γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη, αν συνδυαστεί με τη χαμηλή εργατική δαπάνη και τη μαζική παραγωγική ικανότητα της Ινδίας. Τομείς στρατηγικοί για τις τουρκικές εξαγωγές, όπως η κλωστοϋφαντουργία, ο χάλυβας, τα εξαρτήματα αυτοκινήτων και τα μηχανήματα, κινδυνεύουν να δεχθούν διπλή πίεση: αυξημένο ανταγωνισμό στην ευρωπαϊκή αγορά και απώλεια του πλεονεκτήματος του «near-shoring» που μέχρι σήμερα ευνοούσε την Τουρκία έναντι πιο απομακρυσμένων περιοχών.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η νέα ευρωπαϊκή προσέγγιση «Made in Europe», η οποία προκάλεσε τέτοια ανησυχία ώστε ο ίδιος ο Ερντογάν απηύθυνε επιστολή στην πρόεδρο της Κομισιόν, Φον ντερ Λάιεν. Το υπό διαμόρφωση κανονιστικό πλαίσιο προβλέπει τον αποκλεισμό μη ευρωπαϊκών εταιρειών από δημόσιες προμήθειες, έναν τομέα που αντιστοιχεί περίπου στο 15% της ευρωπαϊκής αγοράς. Το κρίσιμο ερώτημα, όπως το θέτει ο τουρκικός Τύπος πλέον, είναι αν η Τουρκία θεωρείται «Ευρώπη ή όχι». Η ίδια η επιλογή του όρου «Made in Europe» αντί για «Made in EU» αφήνει σκόπιμες ασάφειες, οι οποίες όμως δεν αμβλύνουν την αγωνία της τουρκικής βιομηχανίας, αναφέρουν Τούρκοι σχολιαστές.
Λόμπινγκ
Οι αρχικές πληροφορίες στον τουρκικό Τύπο για το προσχέδιο του κανονισμού είναι αντιφατικές. Από τη μία, η Ε.Ε. δεσμεύεται ότι θα σεβαστεί τις διεθνείς υποχρεώσεις της, κάτι που θα μπορούσε να περιλαμβάνει και την τελωνειακή ένωση με την Τουρκία. Από την άλλη, η Κομισιόν αποκτά τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει, ανά προϊόν, ποια τρίτα κράτη θα εντάσσονται στο πλαίσιο «Made in Europe». Αυτό, σύμφωνα με Τούρκους αναλυτές, μεταφράζεται σε μόνιμη αβεβαιότητα και σε ανάγκη διαρκούς λόμπινγκ στις Βρυξέλλες, με διαφορετικούς κλάδους να κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός, ανάλογα με πολιτικές και τις γεωοικονομικές ισορροπίες.
Η τουρκική ανησυχία εντείνεται από το γεγονός ότι η «Made in Europe» στρατηγική δεν είναι μεμονωμένη. Συνδέεται με την Πράσινη Συμφωνία, τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Ανθρακα, τις ψηφιακές ρυθμίσεις και με μια γενικότερη στροφή της Ε.Ε. προς την προστασία της εσωτερικής της παραγωγής. Σε όλες αυτές τις πολιτικές, όπως εκτιμούν στην Αγκυρα, η Τουρκία καλείται να συμμορφωθεί χωρίς να συμμετέχει στον σχεδιασμό τους, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει πρακτικά εμπόδια, όπως ποσοστώσεις στις μεταφορές και καθεστώς βίζας για επιχειρηματίες.
Το συμπέρασμα συνεπώς που διαμορφώνεται στην Αγκυρα είναι σκληρό αλλά σαφές: χωρίς ουσιαστικό εκσυγχρονισμό της τελωνειακής ένωσης -με ένταξη της γεωργίας, των υπηρεσιών και του ηλεκτρονικού εμπορίου, αλλά και με μηχανισμούς αυτόματης συμμετοχής της Τουρκίας στις συμφωνίες της Ε.Ε. με τρίτες χώρες- η σημερινή αρχιτεκτονική λειτουργεί ως εμπόδιο και όχι ως γέφυρα προς την Ευρώπη. Η ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική κινείται πλέον με ταχύτητα και γεωπολιτική λογική. Το ερώτημα που εγείρεται πλέον στην Τουρκία δεν είναι αν μπορεί να αντέξει τον ανταγωνισμό, αλλά αν θα της επιτραπεί να βρίσκεται εντός του παιχνιδιού. Και όλοι αυτοί οι φόβοι έρχονται να προστεθούν στη μεγάλη απογοήτευση που έχουν προκαλέσει στη χώρα τα θεσμικά και νομικά εμπόδια για τη συμμετοχή της και των τουρκικών εταιρειών στα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα του SAFE, όπως σημειώνουν Τούρκοι αναλυτές με τους οποίους συνομιλεί η Realnews, καλλιεργώντας έτσι ένα κλίμα υπόγειας αλλά μόνιμης πλέον έντασης ανάμεσα στην Αγκυρα και τις Βρυξέλλες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου