Ύστερα από τρεις εβδομάδες έντονων διαβουλεύσεων και τριβών μεταξύ
Λονδίνου και Ουάσιγκτον -με τον Ντόναλντ Τραμπ να ασκεί τακτικά σκληρή κριτική στην απροθυμία του Κιρ Στάρμερ να εμπλακεί στον πόλεμο κατά του Ιράν– οι βρετανικές βάσεις παραχωρούνται τελικά προς χρήση στις ΗΠΑ.Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της «συλλογικής αυτοάμυνας» της περιοχής. Οι επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται ως «αμυντικές» και στοχεύουν στην εξουδετέρωση θέσεων εκτόξευσης πυραύλων που χρησιμοποιούνται για επιθέσεις εναντίον πλοίων στα Στενά του Ορμούζ. Η παραχώρηση των βάσεων προσφέρει στις ΗΠΑ επιπλέον στρατηγικά σημεία κοντά σε αυτή την κρίσιμη υδάτινη οδό. Η σημασία των Στενών είναι τεράστια, καθώς από εκεί διέρχεται το ένα πέμπτο (1/5) της παγκόσμιας προμήθειας πετρελαίου. Το Ιράν έχει ουσιαστικά κλείσει τη δίοδο, προκαλώντας κατακόρυφη αύξηση στις τιμές του πετρελαίου.
Η κατάσταση αυτή έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στην Ουάσιγκτον, η οποία πιέζει για την άμεση επαναλειτουργία της οδού, παρότι ο Ντόναλντ Τραμπ την Παρασκευή, σε δηλώσεις του έξω από τον Λευκό Οίκο εξέφρασε την πεποίθηση ότι το ζήτημα θα επιλυθεί νομοτελειακά… κάποια στιγμή, υποβαθμίζοντας μάλιστα τη σημασία των Στενών του Ορμούζ για τις ΗΠΑ, λέγοντας ότι «δεν τα χρησιμοποιούμε» όπως κάνουν χώρες της Ευρώπης και της Ασίας. Ο Αμερικανός πρόεδρος είπε και κάτι όμως, στέλνοντας μήνυμα στο Στάρμερ, παρά την αλλαγή στάσης του Βρετανού Πρωθυπουργού. «Μου προκάλεσε κάποια έκπληξη η στάση του Ηνωμένου Βασιλείου… θα έπρεπε να είχαν δράσει πολύ πιο γρήγορα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Πώς έχει αλλάξει η στάση του Ηνωμένου Βασιλείου στο θέμα της χρήσης των βάσεων του από τις ΗΠΑ
Αρχικά, η βρετανική κυβέρνηση αρνήθηκε να δώσει άδεια στις ΗΠΑ για τη χρήση βρετανικών στρατιωτικών βάσεων με σκοπό την υποστήριξη αμερικανικών πληγμάτων κατά του Ιράν.
Ωστόσο, στις 28 Φεβρουαρίου, την ημέρα που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν κοινά πλήγματα κατά του καθεστώτος, ο Κιρ Στάρμερ δήλωσε ότι βρετανικά αεροσκάφη βρίσκονταν «στον αέρα» στη Μέση Ανατολή ως μέρος μιας αμυντικής επιχείρησης «για την προστασία των ανθρώπων μας, των συμφερόντων μας και των συμμάχων μας».
«Αμυντική» δράση μόνο
Την επόμενη ημέρα, ο Στάρμερ ανακοίνωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έδωσε άδεια στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν τη βάση RAF Fairford στο Gloucestershire και το Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό για «αμυντικά» πλήγματα.
Ο Στάρμερ είπε ότι αυτά τα πλήγματα θα στοχεύουν ιρανικές τοποθεσίες που έβαλλαν κατά βρετανικού προσωπικού και συμμάχων στην περιοχή, τόνισε όμως ότι το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να μην συμμετέχει σε «επιθετική δράση» και αρνήθηκε να δώσει άδεια στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν τις βάσεις του για αυτόν τον σκοπό. Αυτό ήταν που εξόργισε και τον Αμερικανό πρόεδρο που έφτασε στο σημείο να πει (στις 3 Μαρτίου) ότι «Δεν είναι δα και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ».

Η νέα απόφαση
Λίγο αφότου ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τους συμμάχους του στο ΝΑΤΟ «δειλούς» επειδή δεν έκαναν περισσότερα για να βοηθήσουν στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι ενέκρινε τη χρήση των βάσεών της από τις ΗΠΑ για την εξαπόλυση πληγμάτων σε ιρανικές τοποθεσίες που «στοχεύουν» τα Στενά
Οι αρχές πίσω από την προσέγγιση του Ηνωμένου Βασιλείου στη σύγκρουση παραμένουν οι ίδιες: το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει προσηλωμένο στην υπεράσπιση των ανθρώπων μας, των συμφερόντων μας και των συμμάχων μας, ενεργώντας σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και χωρίς να παρασύρεται στην ευρύτερη σύγκρουση», αναφέρθηκε χαρακτηριστικά.
«Δεν είναι τεράστια ανατροπή»
Άρα τι άλλαξε; Ουσιαστικά, πρόκειται για μια διεύρυνση των όρων υπό τους οποίους επιτρέπεται στον στρατό των ΗΠΑ να χρησιμοποιεί τις βρετανικές βάσεις σε ενέργειες κατά του Ιράν. Από το πρώτο Σαββατοκύριακο του πολέμου, ουσιαστικά το Ηνωμένο Βασίλειο συμφώνησε να επιτρέψει στις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν τις βρετανικές βάσεις, απλά για συγκεκριμένη και περιορισμένη αμυντική δράση. Τώρα, οι ΗΠΑ μπορούν να χρησιμοποιούν αυτές τις βάσεις, στο Gloucestershire και στον Ινδικό Ωκεανό, για να στοχεύουν ιρανικές πυραυλικές και άλλες εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται για επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
«Αλλά ας είμαστε σαφείς: αυτό δεν σημαίνει ότι οι ίδιες οι βρετανικές δυνάμεις πρόκειται να εμπλακούν σε πλήγματα κατά στόχων στο Ιράν.
Επομένως, δεν πρόκειται για μια μείζονα ανατροπή της πολιτικής της Βρετανίας. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν πρόκειται να συμμετάσχει σε επιθετικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, κάτι που αποτελούσε “κόκκινη γραμμή” εξαρχής», τονίζει σε ανάλυσή του ο Damian Grammaticas από το BBC, σημειώνοντας πως σίγουρα ορισμένοι θα προειδοποιήσουν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο κινδυνεύει να παρασυρθεί σε μια βαθύτερη εμπλοκή στον πόλεμο.
Η ιρανική κυβέρνηση ξεκίνησε τις απειλές ήδη από την Παρασκευή ότι θεωρεί την άδεια του Ηνωμένου Βασιλείου για τη χρήση των βρετανικών βάσεων από τις ΗΠΑ ως «συμμετοχή σε επίθεση». Μάλιστα, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Σεγιέντ Αμπάς Αραγτσί, ισχυρίστηκε ότι ο Σερ Κιρ «θέτει σε κίνδυνο τις ζωές των Βρετανών».
Αντιδράσεις στη – Κατηγορούν τον Στάρμερ για κωλοτούμπα
Αντιδρώντας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η ηγέτιδα των Συντηρητικών Κέμι Μπάντενοχ χαρακτήρισε την απόφαση «τη μητέρα όλων των κυβιστήσεων».
Νωρίτερα σε δηλώσεις της σε δημοσιογράφους, η Μπάντενοχ χαρακτήρισε την κριτική του Ντόναλντ Τραμπ προς τις χώρες του ΝΑΤΟ «εντελώς αναληθή». Όταν ρωτήθηκε αν τα σχόλια του Τραμπ ήταν εκτός ορίων, η Μπάντενοχ απάντησε «ναι». «Αυτή η ανοησία με έναν ατελείωτο πόλεμο λέξεων δεν είναι καλή για τη δυτική συμμαχία», δήλωσε.
Ο εκπρόσωπος των Φιλελεύθερων Δημοκρατών για θέματα εξωτερικών υποθέσεων, Κάλουμ Μίλερ, δήλωσε ότι η απόφαση της κυβέρνησης έδειξε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο «παρασύρεται όλο και περισσότερο στον ολισθηρό δρόμο του Τραμπ», ενώ κάλεσε τον Σερ Κιρ να επιτρέψει στο Κοινοβούλιο να ψηφίσει επί των όρων της συμφωνίας με τις ΗΠΑ για τη χρήση των βρετανικών βάσεων.
Ο ηγέτης του Πράσινου Κόμματος, Ζακ Πολάνσκι, δήλωσε ότι πρόκειται για «άλλη μια ανησυχητική κλιμάκωση» και τόνισε ότι στους βουλευτές «πρέπει να δοθεί δικαίωμα ψήφου για την εμπλοκή μας».
Εκπρόσωπος της Ντάουνινγκ Στριτ δήλωσε σχετικά με τις συζητήσεις των υπουργών της κυβέρνησης την Παρασκευή: «Συμφώνησαν ότι τα απερίσκεπτα πλήγματα του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων εκείνων σε σκάφη με βρετανική σημαία (Red Ensign) και σε πλοία των στενών συμμάχων μας και των εταίρων μας στον Κόλπο, κινδύνευαν να ωθήσουν την περιοχή περαιτέρω στην κρίση και να επιδεινώσουν τον οικονομικό αντίκτυπο που γίνεται αισθητός στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε όλο τον κόσμο.
Επιβεβαίωσαν ότι η συμφωνία για τη χρήση των βρετανικών βάσεων από τις ΗΠΑ στο πλαίσιο της συλλογικής αυτοάμυνας της περιοχής περιλαμβάνει αμερικανικές αμυντικές επιχειρήσεις για την υποβάθμιση των πυραυλικών τοποθεσιών και των δυνατοτήτων που χρησιμοποιούνται για την επίθεση σε πλοία στα Στενά του Ορμούζ». Η Ντάουνινγκ Στριτ πρόσθεσε ότι οι υπουργοί επιθυμούν «επείγουσα αποκλιμάκωση και ταχεία επίλυση του πολέμου».

Μεγάλη Βρετανία: Το χάσμα μεταξύ ρητορικής και στρατιωτικής ισχύος
Την ίδια ώρα ο Guardian σε ανάλυσή του αναφέρει ότι οι ένοπλες δυνάμεις έχουν συρρικνωθεί δραματικά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, ενώ η πολιτική στασιμότητα παραμένει επικίνδυνη μπροστά στις αυξανόμενες παγκόσμιες απειλές.
Θα έχουν περάσει περισσότερες από τρεις εβδομάδες από τότε που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιτέθηκαν για πρώτη φορά στο Ιράν, όταν το πρώτο βρετανικό πολεμικό πλοίο θα καταφθάσει επιτέλους στα ανοικτά της Κύπρου, μια καθυστερημένη αμυντική ανάπτυξη που ανέδειξε την έλλειψη στρατιωτικής ισχύος που διαθέτει το Ηνωμένο Βασίλειο.
Τυπικά, το HMS Dragon ήταν ένα από τα τρία διαθέσιμα αντιτορπιλικά από τα έξι συνολικά που διαθέτει το ναυτικό της Βρετανίας. Στην πράξη όμως, χρειάστηκε να αποσυρθεί από δεξαμενή επισκευής, να προετοιμαστεί και, μετά την καθέλκυση, να δοκιμαστεί για αρκετές ημέρες στη Μάγχη. Η ημερομηνία άφιξής του δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί.
Όπως επισημαίνει ο Matthew Savill από το Royal United Services Institute, ένα από τα βασικά προβλήματα των ενόπλων δυνάμεων είναι η αδυναμία παροχής εναλλακτικών επιλογών στην κυβέρνηση, αποτέλεσμα ετών περιορισμένων δαπανών. «Οι αριθμοί και η δυναμικότητα έχουν μειωθεί, αν και το Ηνωμένο Βασίλειο προσπάθησε να υποστηρίξει ότι το μικρότερο μπορεί να είναι καλύτερο», σημειώνει.
«Ο Στάρμερ είχε αποφασίσει ότι δεν είναι δικός μας πόλεμος»
Καθώς οι ΗΠΑ ενίσχυαν τις δυνάμεις τους στη Μέση Ανατολή από τα τέλη Ιανουαρίου, το Ηνωμένο Βασίλειο αρχικά επέλεξε να μείνει στο περιθώριο. Μια μικρή δύναμη μαχητικών αεροσκαφών στάλθηκε στην βρετανική βάση του Ακρωτηρίου στην Κύπρο και στο Κατάρ στις αρχές του 2026, ως περιορισμένο επιπλέον επίπεδο άμυνας σε περίπτωση ιρανικών αντιποίνων.
«Ο Κιρ Στάρμερ είχε αποφασίσει ότι αυτός δεν είναι δικός μας πόλεμος», ανέφερε πρώην ανώτερος στρατιωτικός διοικητής, σύμφωνα με τον Guardian. Όπως πρόσθεσε, μια τέτοια απόφαση επηρεάζει συνολικά τις στρατιωτικές αναπτύξεις, κάτι που σημαίνει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ενδέχεται να μην είναι επαρκώς προετοιμασμένο εάν η σύγκρουση κλιμακωθεί ανεξέλεγκτα.
Η απόφαση αποστολής του HMS Dragon ελήφθη μόλις την τέταρτη ημέρα του πολέμου, σύμφωνα με πηγές του Υπουργείου Άμυνας, και εγκρίθηκε από τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων Richard Knighton και τον υπουργό Άμυνας John Healey.
Η απόφαση αυτή ήρθε περίπου 36 ώρες έπειτα από επιθέσεις με drones στη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι. Ένα από τα drones έπληξε υπόστεγο που χρησιμοποιούνταν από αμερικανικά κατασκοπευτικά αεροσκάφη, οδηγώντας στην εκκένωση μη απαραίτητου προσωπικού και χιλιάδων Κυπρίων κατοίκων.
Το HMS Dragon παραμένει το μοναδικό πολεμικό πλοίο που έχει επιβεβαιωθεί ότι έχει αναπτυχθεί μέχρι στιγμής, ενώ το μοναδικό διαθέσιμο πυρηνοκίνητο επιθετικό υποβρύχιο, το HMS Anson, ενδέχεται να κατευθυνθεί προς τη Μέση Ανατολή μετά την αναχώρησή του από τη δυτική Αυστραλία.
Από τον Ψυχρό Πόλεμο στη συρρίκνωση
Όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος Dan Sabbagh του Guardian που ειδικεύεται σε θέματα Άμυνας και Ασφάλειας, η σημερινή εικόνα των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων είναι αποτέλεσμα δεκαετιών συρρίκνωσης. Στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το Ηνωμένο Βασίλειο διέθετε 51 αντιτορπιλικά και φρεγάτες και δαπανούσε το 3,2% του ΑΕΠ για την άμυνα.
Ο αριθμός αυτός μειώθηκε στις 25 μονάδες έως το 2007 και σήμερα ανέρχεται σε μόλις 13, με μεγάλο μέρος του στόλου να είναι γηρασμένο. Σήμερα, οι αμυντικές δαπάνες ανέρχονται στο 2,4% του ΑΕΠ, με στόχο αύξησης στο 2,5% έως το 2027.
Χαμένες δυνατότητες και στρατηγικά κενά
Για δύο δεκαετίες, η Βρετανία διατηρούσε τέσσερα ναρκαλιευτικά και ένα πλοίο υποστήριξης στο Μπαχρέιν, θεωρώντας πιθανό ένα σενάριο όπου το Ιράν θα επιχειρούσε να ναρκοθετήσει τον Κόλπο και τα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, τα τελευταία τρία αποσύρθηκαν τον περασμένο χρόνο, με το HMS Middleton να επιστρέφει στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Ιανουάριο.
«Είχαμε προετοιμαστεί για αυτό το ενδεχόμενο, αλλά όταν συνέβη, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ήταν εκεί», ανέφερε αξιωματικός του ναυτικού.

Το «χάσμα ρητορικής και πραγματικότητας»
Στρατιωτικοί αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι διαχρονικά οι κυβερνήσεις αποφεύγουν να αναγνωρίσουν το «χάσμα μεταξύ ρητορικής και πραγματικότητας»: το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο προσπαθεί να λειτουργεί ως παγκόσμια δύναμη, ενώ οι στρατιωτικές του δυνατότητες είναι περιορισμένες.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόθεση για ηγεσία μιας δύναμης σταθεροποίησης στην Ουκρανία, σε μια περίοδο που ο βρετανικός στρατός βρίσκεται σε χαμηλό επίπεδο, με 71.151 στρατιώτες. Μια τέτοια αποστολή, περίπου 5.000 στρατιωτών, θα ήταν δύσκολο να διατηρηθεί για περισσότερο από δύο χρόνια, ιδιαίτερα αν συνεχιστούν παράλληλες δεσμεύσεις όπως η παρουσία στην Εσθονία.
Δημοσιονομικοί περιορισμοί και στρατηγικά διλήμματα
Παρά τη θεωρητική αποδοχή της ανάγκης αύξησης των αμυντικών δαπανών, η εφαρμογή παραμένει αβέβαιη. Ο Στάρμερ συμφώνησε σε αύξηση των δαπανών στο 3,5% του ΑΕΠ έως το 2035, όμως το Υπουργείο Οικονομικών δεν έχει εγκρίνει σχετικό προϋπολογισμό.
Η υπουργός Οικονομικών Rachel Reeves αναφέρθηκε μόνο σε στόχο 3% για την επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο, που μπορεί να διαρκέσει έως το 2034.
Ένα δεκαετές επενδυτικό σχέδιο παραμένει «παγωμένο», ενώ το Υπουργείο Άμυνας εκτιμά ότι απαιτούνται επιπλέον 28 δισ. λίρες για την κάλυψη υφιστάμενων δεσμεύσεων, όπως τα πυρηνικά υποβρύχια Dreadnought, νέες φρεγάτες, μαχητικά αεροσκάφη και το πρόγραμμα Aukus.
«Μπορούμε να τα κάνουμε όλα αυτά με τον προϋπολογισμό που έχουμε; Η απάντηση είναι όχι», παραδέχθηκε ο Knighton.
Ένα πιο επικίνδυνο διεθνές περιβάλλον
Με την οικονομική ανάπτυξη να επιβραδύνεται και τα δημοσιονομικά περιθώρια να στενεύουν, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο πιεστική. Όπως σημειώνεται, «δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος», ενώ δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η πολιτική ηγεσία θα παρακάμψει το Υπουργείο Οικονομικών.
Το βασικό πρόβλημα για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια είναι ότι το διεθνές περιβάλλον γίνεται πιο επικίνδυνο, με αυξανόμενη πιθανότητα μεγάλων συγκρούσεων, ακόμη και μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας.
Σε αυτό το πλαίσιο, το επιχείρημα ενίσχυσης της στρατιωτικής ισχύος δεν αποτελεί πλέον επιλογή, αλλά αναγκαιότητα για μια χώρα που επιδιώκει να διατηρήσει τον διεθνή της ρόλο.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου