Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα των άρθρων -Τα δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν τους συγγραφείς.

Απριλίου 24, 2026

Το θανατηφόρο μανιτάρι πίσω από περιστατικά οξείας ηπατικής ανεπάρκειας σε Ελλάδα και Κίνα

Απειλή για τη δημόσια υγεία, με πρόσφατα περιστατικά

δηλητηριάσεων και σοβαρές επιπλοκές από τον Amanita phalloides στην Ελλάδα και διεθνώς – Πώς αναγνωρίζεται


Τα μανιτάρια αποτελούν διαδεδομένο τρόφιμο σε πολλές κουζίνες, με αυξανόμενη κατανάλωση τα τελευταία χρόνια λόγω της διαθεσιμότητας καλλιεργούμενων ειδών και της χρήσης τους ως εναλλακτικής πηγής πρωτεΐνης. Είδη όπως το Agaricus bisporus (λευκό μανιτάρι), το Pleurotus ostreatus (πλευρώτους) και το Lentinula edodes (σιτάκε) θεωρούνται ασφαλή για κατανάλωση και χαρακτηρίζονται από χαμηλή θερμιδική αξία, υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες, βιταμίνες του συμπλέγματος Β και ιχνοστοιχεία όπως σελήνιο και κάλιο. Η θρεπτική τους αξία, σε συνδυασμό με την ευκολία ένταξής τους σε ευρύ φάσμα πιάτων, έχει ενισχύσει τη θέση τους στη σύγχρονη διατροφή, εφόσον προέρχονται από ελεγχόμενες καλλιέργειες ή πιστοποιημένες πηγές. Την ίδια στιγμή, δηλητηριώδη είδη όπως ο Amanita phalloides εξακολουθούν να προκαλούν κάθε χρόνο θανατηφόρες δηλητηριάσεις και σοβαρές ηπατικές και νεφρικές βλάβες.

 Ο Amanita phalloides (αμανίτης ο φαλλοειδής) είναι ευρέως διαδεδομένος σε όλη την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, όπου αναπτύσσεται σε δασικές περιοχές σε συμβίωση με διάφορα δέντρα. Στη χώρα μας καρποφορεί κυρίως από την άνοιξη έως το φθινόπωρο, σε δάση πλατύφυλλων και κωνοφόρων. Πρόκειται για το πιο επικίνδυνο δηλητηριώδες μανιτάρι του γένους Amanita, που ευθύνεται για το 90% των θανάτων από δηλητηριώδη μανιτάρια σε όλο τον κόσμο, απαντάται και στην Ελλάδα και αποτελεί πραγματικό κίνδυνο για όποιον συλλέγει άγρια μανιτάρια χωρίς εξειδίκευση.

Η Amanita phalloides παράγει αματοξίνες υψηλής σταθερότητας, οι οποίες δεν καταστρέφονται με το μαγείρεμα, το τηγάνισμα, το βράσιμο ή την αποξήρανση, ούτε επηρεάζονται από όξινα ή αλκαλικά περιβάλλοντα. Η κατανάλωση ακόμη και 50 γραμμαρίων φρέσκου μανιταριού μπορεί να αποβεί θανατηφόρα. Οι τοξίνες προσβάλλουν κυρίως το ήπαρ και καθίστανται μη ανιχνεύσιμες στο αίμα μετά από 48 ώρες, γεγονός που δυσχεραίνει τη διάγνωση και απαιτεί αξιολόγηση βάσει ιστορικού και κλινικής εικόνας.


Χαρακτηριστικό παράδειγμα του κινδύνου είναι το περιστατικό δηλητηρίασης ζευγαριού στην Έδεσσα, πριν από λίγους μήνες, που αρχικά διακομίστηκαν στο νοσοκομείο της Έδεσσας και στη συνέχεια στο ΑΧΕΠΑ, όμως η οξεία ηπατική ανεπάρκεια που παρουσίασαν οδήγησε τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων στην απόφαση για άμεση αεροδιακομιδή με C-130 στην Αθήνα και μεταφορά τους σε εξειδικευμένα μεταμοσχευτικά κέντρα στη Ρώμη και την Πίζα. Τελικά η κατάσταση της υγείας τους άρχισε να βελτιώνεται στην Ιταλία και δεν χρειάστηκε να γίνει μεταμόσχευση ήπατος. Ωστόσο αυτά τα μανιτάρια συνεχίζουν να προκαλούν θανατηφόρες δηλητηριάσεις παγκοσμίως.

Πιο πρόσφατο περιστατικό σημειώθηκε στην Κίνα. Μεταξύ των μέσων Μαρτίου και της 22ας Απριλίου 2026, το Νοσοκομείο της πολης Γκουανγκζού, δέχθηκε τρεις ομάδες ασθενών με βαριά δηλητηρίαση από μανιτάρια, συνολικά 11 άτομα από τις πόλεις Χουιζού, Γκουανγκζού και Σενζέν της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ. Όλοι είχαν καταναλώσει τα ηπατοτοξικά μανιτάρια.


Το πιο εκτεταμένο περιστατικό καταγράφηκε στις 15 Μαρτίου 2026 στη Χουιζού, όταν 11 μέλη της ίδιας οικογένειας κατανάλωσαν περίπου ένα κιλό μανιταριών μαγειρεμένων με κοτόπουλο στο πλαίσιο εορτασμού γενεθλίων. Τα πρώτα γαστρεντερικά συμπτώματα εμφανίστηκαν το ίδιο βράδυ, ενώ επτά ασθενείς μεταφέρθηκαν σε κρίσιμη κατάσταση. Οι ασθενείς που διακομίστηκαν εμφάνισαν ηπατική βλάβη εντός 24 ωρών από την κατανάλωση. Μέσα σε 48 ώρες καταγράφηκε αύξηση των τρανσαμινασών, της χολερυθρίνης και της αμμωνίας στο αίμα, καθώς και επιδείνωση των δεικτών πήξης. Το νοσοκομείο εφάρμοσε πλασμαφαίρεση, επιτυγχάνοντας ποσοστό διάσωσης 81,82% στους βαρέως πάσχοντες και μειώνοντας τη θνητότητα στο 18,19%.


Τα περιστατικά δηλητηρίασης εμφανίστηκαν νωρίτερα από ό,τι σε προηγούμενα έτη, ήδη από τα μέσα Μαρτίου αντί για την περίοδο μετά το Φεστιβάλ Qingming στις αρχές Απριλίου. Η μετατόπιση αποδίδεται σε αυξημένες θερμοκρασίες και υψηλή υγρασία, που ευνόησαν την πρώιμη ανάπτυξη των μανιταριών. Το γεγονός επεκτείνει την περίοδο κινδύνου και αυξάνει την πιθανότητα έκθεσης του πληθυσμού χωρίς επαρκή προετοιμασία.


Κοινό χαρακτηριστικό και των τριών ομάδων ήταν η οικογενειακή κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων άγριων μανιταριών, κυρίως από ηλικιωμένους με υποκείμενα νοσήματα. Η επιδημιολογική εικόνα δείχνει ότι ένα μόνο περιστατικό συλλογής μπορεί να επηρεάσει πολλαπλά μέλη του ίδιου νοικοκυριού. Η εμπιστοσύνη στην προσωπική εμπειρία συλλογής και η χρήση μη επιβεβαιωμένων μεθόδων ελέγχου, όπως η αλλαγή χρώματος του μανιταριού ή η δοκιμαστική κατανάλωση μικρής ποσότητας, φαίνεται να ενισχύουν τον κίνδυνο.


Η κλινική πορεία είναι διφασική. Αρχικά εμφανίζονται ναυτία, έμετοι και διάρροια. Ακολουθεί περίοδος φαινομενικής βελτίωσης, κατά την οποία η ηπατική βλάβη εξελίσσεται χωρίς εμφανή συμπτώματα, πριν εκδηλωθεί οξεία ηπατική ανεπάρκεια. Στα περιστατικά του 2026 η εξέλιξη ήταν ταχύτερη, με συμπίεση του χρονικού περιθωρίου για θεραπευτική παρέμβαση.


Πως αναγνωρίζεται

Ο ΕΦΕΤ έχει προειδοποίησει ότι πολλά από τα άγρια μανιτάρια είναι επικίνδυνα. «Αυτό που ξέρουμε είναι ότι ένας τύπος μανιταριών είναι υπεύθυνος για τον μεγαλύτερο αριθμό θανάτων στην Ελλάδα, αλλά από την άλλη μεριά μια πρόσφατη έρευνα έχει χαρτογραφήσει περίπου 60 είδη μανιταριών που έχουν τοξίνες στην Ευρώπη», είπε ο πρόεδρος ΕΦΕΤ Αντώνης Ζαμπέλας.


Ο Amanita phalloides αναγνωρίζεται από συνδυασμό μορφολογικών χαρακτηριστικών που συχνά παραβλέπονται από μη ειδικούς. Φέρει καπέλο λείο, συνήθως πρασινωπό έως κιτρινοπράσινο, αν και μπορεί να εμφανίζεται και υπόλευκο, με επιφάνεια που γίνεται ελαφρώς γυαλιστερή σε υγρές συνθήκες. Τα ελάσματα κάτω από το καπέλο είναι λευκά και πυκνά, χωρίς αλλαγή χρώματος με την πάροδο του χρόνου. Ο μίσχος είναι επίσης λευκός και φέρει χαρακτηριστικό δακτύλιο στο ανώτερο τμήμα του. Στη βάση υπάρχει βολβός που περιβάλλεται από σακοειδή θήκη, τη λεγόμενη βόλβα, στοιχείο καθοριστικό για τη διάκριση από βρώσιμα είδη.


Το είδος αναπτύσσεται στο έδαφος, κυρίως κάτω από δέντρα όπως δρυς, καστανιές και άλλα πλατύφυλλα, με τα οποία σχηματίζει συμβιωτική σχέση. Η παρουσία του σε ομάδες ή μεμονωμένα άτομα σε δασικά περιβάλλοντα είναι συχνή κατά την περίοδο καρποφορίας. Η ομοιότητα με ορισμένα βρώσιμα μανιτάρια, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται σε νεαρό στάδιο, αυξάνει τον κίνδυνο λανθασμένης συλλογής. Η επιβεβαίωση της ταυτότητας απαιτεί προσεκτική εξέταση όλων των μορφολογικών στοιχείων και, σε περίπτωση αμφιβολίας, αποφυγή κατανάλωσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου