Του Χρήστου Μαζανίτη
Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Αυτή τη στιγμή η Ελλάδα είναι η στρατιωτική υπερδύναμη της ΕΕ με 1.365 άρματα μάχης. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το γεγονός ότι μια χώρα με το μέγεθος και την οικονομία της Ελλάδας διατηρεί περισσότερα άρματα από το σύνολο των μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης μαζί. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της διαφοράς, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Ολλανδία, το Βέλγιο και η Ιταλία διαθέτουν όλες μαζί 1.079 άρματα μάχης.
Κι όμως, η ελληνική υπεροχή κινδυνεύει να μετατραπεί σε εκατομμύρια τόνους άχρηστου υλικού.
Η αναβάθμιση του αρματικού δυναμικού του Ελληνικού Στρατού αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα και επείγοντα ζητήματα της εθνικής άμυνας, καθώς το σύγχρονο πεδίο μάχης, όπως αυτό διαμορφώνεται στις συγκρούσεις του 21ου αιώνα, απαιτεί ριζικές αλλαγές στη φιλοσοφία και τον εξοπλισμό των τεθωρακισμένων. Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα έναν από τους μεγαλύτερους στόλους αρμάτων στην Ευρώπη, όμως η ποσότητα δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε ισχύ, εάν τα μέσα αυτά δεν υποστηρίζονται από σύγχρονη τεχνολογία και επαρκή επιμελητεία. Για να αποφευχθεί η απαξίωση και να διατηρηθεί η αποτρεπτική ικανότητα, ο Ελληνικός Στρατός οφείλει να κινηθεί άμεσα σε τρεις κεντρικούς άξονες: τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό των υπαρχουσών πλατφορμών, την ενσωμάτωση συστημάτων αυτοπροστασίας και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας μέσω της εγχώριας υποστήριξης.
Ο πρώτος και πιο άμεσος στόχος είναι ο εκσυγχρονισμός των αρμάτων Leopard 2A4. Ενώ η Ελλάδα διαθέτει τα υπερσύγχρονα Leopard 2A6 HEL, ο μεγάλος όγκος των 2A4 παραμένει σε τεχνολογικό επίπεδο δεκαετίας του ’90. Η αναβάθμισή τους στο επίπεδο του 2A7 ή σε αντίστοιχο πακέτο, που θα περιλαμβάνει νέο Σύστημα Ελέγχου Πυρός, προηγμένα σκοπευτικά ημέρας και νύχτας για τον αρχηγό και τον πυροβολητή, καθώς και ψηφιακές επικοινωνίες, είναι επιβεβλημένη. Χωρίς αυτά, τα άρματα στερούνται της ικανότητας να εντοπίζουν πρώτα και να βάλλουν πρώτα με ακρίβεια σε μεγάλες αποστάσεις, ειδικά σε περιβάλλοντα όπου ο εχθρός διαθέτει ανώτερα ηλεκτρονικά μέσα. Παράλληλα, η αναβάθμιση των Leopard 1A5, παρά την ηλικία τους, είναι απαραίτητη ώστε να μπορούν να επιτελούν ρόλους υποστήριξης ή να δρουν σε δευτερεύοντα μέτωπα με αξιώσεις, κυρίως μέσω της βελτίωσης των οπτικών τους συστημάτων.
Η μεγαλύτερη, όμως, απειλή που οδηγεί τα άρματα μάχης στην απαξίωση είναι η ραγδαία εξέλιξη των μη επανδρωμένων αεροχημάτων (drones) και των περιφερόμενων πυρομαχικών (loitering munitions). Οι πρόσφατες συγκρούσεις παγκοσμίως απέδειξαν ότι ακόμη και το βαρύτερα θωρακισμένο άρμα είναι ευάλωτο σε φθηνές επιθέσεις από τον αέρα ή σε εξελιγμένα αντιαρματικά βλήματα που πλήττουν το πάνω μέρος του πύργου (top-attack). Για να μην καταστούν τα ελληνικά τεθωρακισμένα «σιδερένια φέρετρα», είναι ζωτικής σημασίας η εγκατάσταση Συστημάτων Ενεργητικής Προστασίας (Active Protection Systems – APS). Αυτά τα συστήματα μπορούν να εντοπίζουν και να αναχαιτίζουν επερχόμενες απειλές, πριν αυτές πλήξουν τη θωράκιση. Επιπλέον, η τοποθέτηση συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου για την παρεμβολή στα drones και η ενίσχυση της θωράκισης στο πάνω μέρος του άρματος αποτελούν πλέον βασικές προϋποθέσεις επιβίωσης.
Η απαξίωση παραμονεύει επίσης μέσω της έλλειψης ανταλλακτικών και της προβληματικής υποστήριξης. Ένα άρμα που δεν μπορεί να κινηθεί λόγω έλλειψης μιας απλής τσιμούχας ή ενός ηλεκτρονικού κυκλώματος είναι επιχειρησιακά ανύπαρκτο. Ο Ελληνικός Στρατός πρέπει να ξεφύγει από την πρακτική των αποσπασματικών προμηθειών και να προχωρήσει σε μακροχρόνιες συμβάσεις υποστήριξης (FOS). Η εμπλοκή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, όπως της ΕΛΒΟ ή της ελληνικής EODH, η οποία έχει παρουσιάσει αξιόλογες προτάσεις αναβάθμισης, είναι απαραίτητη για τη δημιουργία μιας εγχώριας βάσης συντήρησης και παραγωγής κρίσιμων εξαρτημάτων. Η εξάρτηση αποκλειστικά από εξωτερικούς προμηθευτές σε περιόδους κρίσης μπορεί να οδηγήσει σε καθήλωση μεγάλου μέρους του στόλου, καθιστώντας άχρηστες τις επενδύσεις δισεκατομμυρίων.
Επιπρόσθετα, ο Ελληνικός Στρατός κινδυνεύει να βρεθεί πίσω από τις εξελίξεις, εάν δεν ενσωματώσει τα άρματα σε ένα ευρύτερο δίκτυο πληροφοριών. Το σύγχρονο άρμα δεν δρα μόνο του. Πρέπει να λαμβάνει εικόνα από drones αναγνώρισης, να μοιράζεται στόχους με την αεροπορία και το πυροβολικό και να έχει πλήρη επίγνωση της κατάστασης γύρω του μέσω ψηφιακών χαρτών. Η έλλειψη συστημάτων διαχείρισης μάχης (BMS) στα παλαιότερα άρματα δημιουργεί ένα «τυφλό» δυναμικό, που δυσκολεύεται να συντονιστεί με τις πιο σύγχρονες μονάδες. Αυτό το χάσμα μεταξύ των διαφορετικών τύπων αρμάτων και των υπόλοιπων κλάδων δημιουργεί επιχειρησιακή ασυνέχεια, η οποία μπορεί να αποβεί μοιραία στο πεδίο.
Ο δρόμος για την ισχυροποίηση των ελληνικών τεθωρακισμένων περνά μέσα από τον τολμηρό εκσυγχρονισμό των Leopard 2A4, την άμεση υιοθέτηση συστημάτων ενεργητικής προστασίας έναντι drones και την εξασφάλιση μιας στιβαρής εφοδιαστικής αλυσίδας. Ο κίνδυνος της απαξίωσης είναι πραγματικός και πηγάζει από την τεχνολογική στασιμότητα και την υποτίμηση των νέων μορφών πολέμου. Μόνο με μια ολιστική προσέγγιση, που συνδυάζει τη μηχανική ισχύ με την ψηφιακή κυριαρχία και την εγχώρια υποστήριξη, θα μπορέσει ο Ελληνικός Στρατός να διατηρήσει τα άρματά του ως έναν αδιαπέραστο τοίχο προστασίας της εθνικής κυριαρχίας στα χρόνια που έρχονται.
Δεν είναι, όμως, μόνο αυτά. Η ραχοκοκαλιά του αρματικού δυναμικού είναι τα Leopard 1A5.
Η αναβάθμιση των αρμάτων μάχης Leopard 1A5 αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα και απαιτητικά προγράμματα για τον Ελληνικό Στρατό, καθώς πρόκειται για μια πλατφόρμα που, παρά την ηλικία της, συνεχίζει να αποτελεί τον πολυπληθέστερο τύπο άρματος στο ελληνικό οπλοστάσιο. Με δεδομένο ότι τα Leopard 1A5 επανδρώνουν τις περισσότερες μονάδες στα νησιά του Αιγαίου και υποστηρίζουν τις επιχειρήσεις στον Έβρο, η ανάγκη για τον εκσυγχρονισμό τους δεν πηγάζει από μια διάθεση απλής διατήρησης παλαιού υλικού, αλλά από τη στρατηγική αναγκαιότητα να παραμείνουν αξιόμαχα σε ένα περιβάλλον που αλλάζει ραγδαία. Η αναβάθμιση αυτή πρέπει να εστιάσει σε συγκεκριμένους τομείς, που θα επιτρέψουν στο άρμα να επιβιώσει και να πλήξει τον αντίπαλο, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τους εγγενείς περιορισμούς του, όπως η σχετικά ελαφριά θωράκιση.
Η πρώτη και σημαντικότερη προτεραιότητα για το Leopard 1A5 είναι η αντικατάσταση ή η ριζική αναβάθμιση των οπτικών συστημάτων και του Συστήματος Ελέγχου Πυρός (ΣΕΠ). Το υπάρχον σύστημα EMES-18 υπήρξε πρωτοποριακό για την εποχή του, αλλά σήμερα υπολείπεται σε σχέση με τις σύγχρονες θερμικές κάμερες τρίτης γενιάς. Η εγκατάσταση νέων θερμικών αισθητήρων για τον πυροβολητή και, κυρίως, η προσθήκη ενός ανεξάρτητου περισκοπίου για τον αρχηγό με δυνατότητα ημέρας και νύχτας θα προσέφεραν στο άρμα δυνατότητες Hunter-Killer. Αυτό σημαίνει ότι ο αρχηγός θα μπορεί να εντοπίζει τον επόμενο στόχο, ενώ ο πυροβολητής προσβάλλει τον πρώτο, αυξάνοντας κατακόρυφα την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα της μονάδας μέσα στη μάχη. Επιπλέον, η ψηφιοποίηση του ΣΕΠ θα επιτρέψει τη χρήση πιο σύγχρονων και ακριβών πυρομαχικών, εξαντλώντας τις δυνατότητες του πυροβόλου των 105 χιλιοστών.
Ένας δεύτερος κρίσιμος τομέας είναι η επιβιωσιμότητα του άρματος έναντι των σύγχρονων απειλών. Το Leopard 1A5 σχεδιάστηκε με βάση το δόγμα της ταχύτητας έναντι της θωράκισης, κάτι που το καθιστά εξαιρετικά ευάλωτο σε σύγχρονα αντιαρματικά βλήματα και drones. Μια ρεαλιστική αναβάθμιση δεν μπορεί να προσθέσει υπερβολικό βάρος, που θα κατέστρεφε την κινητικότητα και την ανάρτηση, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει την τοποθέτηση ελαφράς πρόσθετης θωράκισης τύπου composite ή πλεγμάτων (slat armor) για την προστασία από κεφαλές κοίλου γεμίσματος (RPG). Το πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι η ενσωμάτωση συστημάτων παθητικής προστασίας, όπως οι δέκτες προειδοποίησης λέιζερ, που θα ειδοποιούν το πλήρωμα όταν το άρμα στοχοποιείται, επιτρέποντας την αυτόματη ρίψη καπνογόνων και την εκτέλεση ελιγμών αποφυγής.
Η ψηφιακή αναβάθμιση και η ενσωμάτωση σε δίκτυα είναι επίσης απαραίτητες για τη διατήρηση της αξίας του Leopard 1A5 στο σύγχρονο πεδίο. Το άρμα πρέπει να αποκτήσει Σύστημα Διαχείρισης Μάχης (BMS) και σύγχρονες ψηφιακές επικοινωνίες. Με αυτόν τον τρόπο, το πλήρωμα θα έχει πλήρη εικόνα της θέσης των φίλιων δυνάμεων και των εχθρικών στόχων σε ψηφιακή οθόνη, λαμβάνοντας πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο από drones αναγνώρισης ή άλλα άρματα. Αυτή η δικτυοκεντρική προσέγγιση επιτρέπει σε ένα παλαιότερο άρμα να δρα ως μέρος ενός ευρύτερου, ευφυούς συστήματος, αντισταθμίζοντας τις αδυναμίες του στη θωράκιση μέσω της καλύτερης επίγνωσης της κατάστασης και του συντονισμού.
Τέλος, οποιαδήποτε αναβάθμιση θα είναι ημιτελής χωρίς τη μέριμνα για την κίνηση και την υποστήριξη. Ο κινητήρας και το σύστημα μετάδοσης πρέπει να υποστούν πλήρη εργοστασιακή ανακατασκευή, ενώ η εγκατάσταση μιας βοηθητικής μονάδας ισχύος (APU) θα επέτρεπε τη λειτουργία των ηλεκτρονικών συστημάτων και των σκοπευτικών χωρίς να είναι σε λειτουργία ο κύριος κινητήρας, μειώνοντας το θερμικό και ακουστικό ίχνος του άρματος όταν βρίσκεται σε ενέδρα. Η εμπλοκή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε αυτό το πρόγραμμα είναι καίριας σημασίας, καθώς η Ελλάδα διαθέτει την τεχνογνωσία και τις υποδομές για να υλοποιήσει εγχώρια έναν τέτοιο εκσυγχρονισμό, εξασφαλίζοντας παράλληλα την αδιάλειπτη ροή ανταλλακτικών για τα επόμενα 15 έως 20 χρόνια.
Η αναβάθμιση των Leopard 1A5 δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά μια ορθολογική επιλογή για τη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων. Με το σωστό πακέτο εκσυγχρονισμού, το Leopard 1A5 μπορεί να μετατραπεί από ένα «γερασμένο» μέσο σε μια φονική πλατφόρμα υποστήριξης, ικανή να προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες, ειδικά στα νησιά όπου η ευελιξία και ο όγκος πυρός παραμένουν οι κυρίαρχες απαιτήσεις. Η απαξίωσή τους θα άφηνε ένα τεράστιο κενό στην ελληνική αμυντική διάταξη, το οποίο κανένα νέο σύστημα δεν θα μπορούσε να καλύψει άμεσα σε τόσο μεγάλους αριθμούς.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου