Κάθε Τετάρτη ερχόταν από την γειτονιά μας
ο Ιωσήφ.
Ηταν ο δοσατζής μας.
Υπάλληλος σε μεγάλο κατάστημα
στην Αιόλου.
Ανεβαίναμε μια στο τόσο να ψωνίσουμε υφάσματα .Τρεις κόρες, η μάνα και η γιαγιά. Και κατέβαζε, τα τόπια τα ξεδίπλωνε με ταχύτητα και η γιαγιά του έβγαζε την ψυχή ανάποδα.
Κοίτα βρε μη τα χρεώσεις ο κούκος αηδόνι γιατί καημένε μου υπάρχουν κι’ άλλοι ε;
Τέτοια εποχή κοντά στη Πασχαλιά έπρεπε να ραφτούμε.Τσόχινα σύνολα για τις μικρές και δικά τους ταγιεράκια.
Α, και τις φανέλες του παππού μη ξεχάσουμε.
Και πουλόβερ του μπαμπά.
Εμεις χαζεύαμε χαρούμενες για τις αγορές.
Μαλώναμε για τα χρώματα και η μάνα αγρίευε με μόνιμη απειλή.
-Αν σας ξαναπάρουμε μαζί να με φτύσετε!
Σαν τέλειωναν τα ψώνια η γιαγιά έβγαζε το βιβλιαράκιμε το ροζ εξώφυλλο που στο πίσω μέρος είχε την προπαίδεια τυπωμένη.
Έδιναν ένα κατοστάρικο και έσβηνε με το τεμπεσίριτα χρωστούμενα.
Η επόμενη βόλτα ήταν στο ζαχαροπλαστείο Κρίνος για λουκουμάδες....
Κάθε σπίτι είχε τον δικό της Ιωσήφ.
Που λεφτά να τα φέρουμε βόλτα και για τα λούσα!
Η Τότα μας έκοβε τα σχέδια και η μάνα με την γιαγιά καρίκωναν και γάζωναν στη χειροκίνητη Σίγκερ.
Κάθε Τετάρτη ερχόταν με την τσαντούλα του να πάρει τη δόση και η γιαγιά
τον τρατάριζε γλυκό του κουταλιού.
απο Γιαγιά Αντιγόνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου