Εξω από το σπίτι της Τίτσας το κόκκινο φωτάκι σβηστό. Η καφετιά πόρτα κλειστή.
Ξημέρωνε.. και η μπόχα από τον καπνό και το πατσουλί διάχυτη.. αποτυπώματα από
μεθυσμένες ανάσες..φανταρίλα..τσαλακωμένα σεντόνια.. αποτσίγαρα..
Σταύρωσε τα πόδια της με τη γυαλιστερή ρόμπα να σέρνεται στο πάτωμα. Ανοιξε το πλακέ πακέτο και έβαλε στα χείλη της το άφιλτρο.
Απέναντι η μικρή με πυρωμένα τα βλέφαρα από το κλάμα του χαμού του… Ξεκρέμαστη ένοιωθε, είχε στηριχτεί σε λάθος ώμο, μόνο που δεν το ήξερε. Ψευδαισθήσεις αγάπης.. που τις πλήρωνε με το ξεπούλημα της σάρκας.
Η Τίτσα έφτυσε τον καπνό που σκάλωνε στο στόμα, με τα δάχτυλα.. τον έδιωξε..
-Μη με κοιτάς σα χαμένο. Ξεδιάλεξε τι θέλεις από την ζωή σου και προχώρα. Την κατρακύλα θέλεις; Μένεις! Τον έξω κόσμο και το φως;.. την κάνεις και δρόμο.
- Φοβάμαι!
-Και εδώ έχεις ασφάλεια; Που; Με καμαρώνεις; Ρίξε μου ένα φάσκελο και μετά τα λέμε..
Η μικρή έκλαιγε και τα χέρια έτρεμαν μελανιασμένα...μια σταλιά κορμί προσπαθούσε να σταθεί όρθιο .Απαρηγόρητη από το χαμό του, φοβισμένη για ν’ανοίξει πόρτα στη ζωή, αγκαλιά με την κατρακύλα, χωμένη στον φόβο του νόμου.. θωρώντας την πόρτα του αναμορφωτηρίου.
Η Τίτσα της άδραξε το μπράτσο, την ταρακούνησε..
-Δες εδώ! Εμένα κοίτα με σου λέω! Τι βλέπεις; Μια τσαμπουκαλού που παίζει με τους άντρες και έχει φράγκα; Μια κοκότα του κερατά είμαι. Και αυτό έμαθα να κάνω από παιδί τότε που η μάνα μου με έσερνε στα μπουλούκια γιατί πίστευε πως θα γίνει θεατρίνα.. αλλά ξάπλωσε σε λάθος κρεβάτια. Ο πατέρας μου ούτε ξέρω ποιος είναι ούτε που θέλω. Φορούσα τις στραβοπατημένες γόβες, τις φθαρμένες γούνες, τα πανηγυριώτικα στολίδια και έλεγα τα λόγια που είχα μάθει. Στα δέκα μου, το πήρε απόφαση η μάνα μου πως καριέρα δεν θα κάνει. Ηρθαμε στις Κουκουβάουνες στο σπίτι της αδελφής της. Εκεί μ’ακούμπησε και βγήκε στην πίστα του μπορντέλου.
Η Τασάρα με τ’όνομα! Το έμαθα στα δεκατέσσερα, όταν ο λιμοκοντόρος της με πήγε να την δω στο σπίτι για να την εκδικηθεί, που τον είχε παρατήσει! Αυτή τη τέχνη έμαθα!
Γέλασε ανάβοντας δεύτερο τσιγάρο.. Εφερνε σβούρα το φλυτζάνι με το κατακάθι του καφέ. Σήκωσε πίσω τα μαλλιά που έπεφταν στα μάτια της..
-Ο Σαλονικιός ήταν αυτός που αγάπησα.. τα παιδιά δικά του είναι. Δεν τα είδε ποτέ!
Κατάλαβες κοριτσάκι ποιος ήταν; Αυτός που με έμαθε να μισώ τα αρσενικά. Βιάσου γιατί δεν έχουμε καιρό. Ο διοικητής ξέρει πως μένεις εδώ. Αν γουστάρεις τράβα σπίτι μου να βοηθάς τη μάνα μου και βλέπουμε. Ανέβα τώρα στο «κρυφό» δωμάτιο σκέψου, ρίξε τις ζαριές σου και κρίνε.
Μέχρι το βράδυ η μικρή δεν είχε φανεί.
Ανέβηκε την σιδερένια, στριφτή σκάλα και άνοιξε την πόρτα. Η βαλίτσα της έλλειπε..
-Κακή ζαριά έφερες κοριτσάκι!
Δυο τετράγωνα πιο πέρα είχε ακουμπήσει τη βαλίτσα στο σπίτι της Στάσας…
Από το "τετράδιο".
http://giagia-antigonh.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου