Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα των άρθρων -Τα δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν τους συγγραφείς.

Χωριό του Άγιου Βασίλη - Ροβανιέμι Live Camera

LIVE Camera Χωριό του Άγιου Βασίλη - Ροβανιέμι | SkylineWebcams

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021

Άκρως Ελληνικές και Τοξικές Ιστορίες Χωρισμών με Πολύ Drama

Από διανυκτέρευση έξω στο κρύο μέχρι την αναγκαστική επέμβαση της αστυνομίας, αυτοί είναι κάποιοι από τους πιο επεισοδιακούς χωρισμούς που έχουμε ζήσει.
 Κανένα κεφάλαιο της ερωτικής μας ζωής δεν έχει τραγουδηθεί τόσο όσο ο χωρισμός. Το τέλος μιας ερωτικής ιστορίας εμπνέει μουσικούς, ποιητές, σκηνοθέτες και όλους εμάς, να αποτυπώσουμε τις σκέψεις μας στα social medi. Και να το μετανιώσουμε πικρά, αργότερα.


Πόσα αριστουργήματα δεν θα είχαν πάρει σάρκα και οστά ποτέ, αν οι άνθρωποι δεν βιώναμε αυτόν τον οξύ πόνο του τέλους μιας σχέσης; Από την άλλη, αν ήμασταν λίγο περισσότερο ψύχραιμοι, θα γλιτώναμε την ντροπή του να διαβάζουμε αργότερα τις «μεθυσμένες» δημόσιες αναρτήσεις μας. Εκείνο το δέκατο θυμωμένο DM στο Instagram δεν έπρεπε να το είχαμε στείλει.

Πολλοί θα σου πουν ότι ακόμη πιο σημαντικό από το να ξέρεις να αγαπάς είναι ίσως το να ξέρεις πότε ήρθε η ώρα να φύγεις και αντίστοιχα να μπορείς να δεχτείς τον χωρισμό, χωρίς να χρειαστεί να φτάσεις στα άκρα. «Ο χωρισμός σου, αγάπη μου, απόψε με φοβίζει, μα όποιος ξέρει ν’ αγαπά, ξέρει και να χωρίζει», όπως λέει και το σοφό λαϊκό τραγούδι του Μανώλη Χιώτη, σε στίχους της Μέλπως Κολοκοτρώνη.


Βέβαια, ειδικά σε μικρότερες ηλικίες, οι χωρισμοί σχεδόν ποτέ δεν είναι «αναίμακτοι». Κάποιος αρνείται να δεχτεί την απόφαση της άλλης πλευράς και οι φωνές, τα παρακάλια και το ατέλειωτο τοξικό δράμα, αρκετές φορές, είναι στο μενού.


Κάνουμε όλοι τόσο κοινά λάθη και τα επαναλαμβάνουμε μέχρι να κουραστούμε με τον εαυτό μας και να μάθουμε έναν άλλο τρόπο. Οι παρακάτω ιστορίες τοξικών χωρισμών -μετά από τοξικές σχέσεις- θα θυμίσουν σε όλους μας κομμάτια δικών τους εμπειριών. Το μόνο στο οποίο μπορούμε να ελπίζουμε είναι ότι μεγαλώνοντας, θα κάνουμε καινούρια λάθη, καλύτερα.


Άστεγος στην Αγγλία

Ήταν 2006 και ήμουν 19 ετών. Τα social media ήταν το νέο thing και οι περισσότεροι φλερτάραμε, είτε μέσω Hi5 είτε μέσω Myspace. Κάπως έτσι γνώρισα τη Νίκη, η οποία ήταν έναν χρόνο μικρότερη και σπούδαζε στο Ρέντινγκ της Αγγλίας. Τα φτιάξαμε online και όταν ήρθε τα Χριστούγεννα για διακοπές στην Ελλάδα, η σχέση έγινε πιο «σοβαρή».


Τον Φεβρουάριο αποφάσισα να την επισκεφτώ για να γιορτάσουμε από κοντά τον Άγιο Βαλεντίνο. Ταξίδεψα λοιπόν στην Αγγλία και έμεινα -παράνομα- στις φοιτητικές εστίες του τοπικού πανεπιστημίου μαζί της.

Οι πρώτες μέρες κύλησαν πολύ όμορφα, όμως ξαφνικά το κλίμα χάλασε από το πουθενά. Η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου έφτασε και η Νίκη ήταν πολύ σιωπηλή. Βγήκαμε για φαγητό, της έδωσα τα δώρα που της είχα πάρει, όμως η συμπεριφορά της ήταν όλη τη μέρα ψυχρή. Μόλις γυρίσαμε στο δωμάτιό της, μου το ξεφούρνισε απότομα. «Θέλω να χωρίσουμε». Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι για να απαντήσω. Πρέπει να είπα κάτι του στιλ «τι, πώς;».


Στη συνέχεια μού είπε πως θέλει να φύγω. Μάζεψα τα πράγματά μου σιωπηλά και έφυγα. Ήταν αργά το βράδυ και βρέθηκα άστεγος στο Ρέντινγκ. Πήρα τηλέφωνο τον κολλητό μου στο Λονδίνο και μου είπε να πάω εκεί, αφού είχα ακόμα τρεις-τέσσερις μέρες πριν φύγω.


Τρένα εκείνη την ώρα δεν είχε και το ταμείο ήταν μείον για να βρω ξενοδοχείο. Οπότε, βρέθηκα έξω από τον σταθμό να κάθομαι σε ένα παγκάκι στο κρύο, προσπαθώντας να μην κοιμηθώ. Το πρωί πήρα το τρένο για Λονδίνο και πέρασα ένα λυτρωτικό και μεθυσμένο τριήμερο με τον κολλητό μου.


Κερασάκι στην τούρτα; Η τύπισσα άλλαξε τηλέφωνο, mail και όλα τα άλλα μέσα επικοινωνίας της. Το Πάσχα, λοιπόν, χτυπάει το κινητό μου από αριθμό με απόκρυψη. «Γεια σου μωρό μου», ακούω από την άλλη άκρη της γραμμής και εύλογα ρωτάω «ποιος είναι;». «Η Νίκη είμαι, έχω έρθει για διακοπές και θέλω να σε δω».


Σαστισμένος ψελλίζω κάτι του τύπου «οκ, να τα πούμε» και το κλείνω βιαστικά, επειδή ήμουν σε μια δουλειά. Είχα ξεχάσει, βέβαια, να της αναφέρω ότι ήμουν ήδη σε άλλη σχέση και κατά τύχη μάς πέτυχε έξω.

Όλο το υπόλοιπο Πάσχα με έπαιρνε τηλέφωνο και με έβριζε, λες και την κεράτωσα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω, ήταν μια τρέλα. Τελικά, όταν έφυγε πάλι για την Αγγλία, με άφησε στην ησυχία μου. Έκτοτε, δεν έκανα ξανά σχέση εξ αποστάσεως. 

- Αντώνης, 34


Τα κλειδιά στο μάρμαρο της μπανιέρας, δίπλα στο ρεσό

Είχαμε χωρίσει ήδη κάνα δυο φορές. Εκείνο το βράδυ, όμως, ήταν τελειωτικό. Ήμουν σε ένα πάρτι και έλεγα σε έναν φίλο που ήμασταν μαζί εκεί ότι «να δεις που θα έρθει μετά να με συναντήσει στο σπίτι και να μου πει “τέλος”».


Έτσι κι έγινε, αλλά κάπως κινηματογραφικά. Εγώ είχα μπει στην μπανιέρα. Είχα κλείσει το φως και είχα ανάψει κάτι κεράκια, τύπου ρομαντικά.


Εκείνος μπήκε με τα κλειδιά στο σπίτι και περπάτησε προς το μπάνιο. Με κοίταξε και ξεκινήσαμε και οι δύο να κλαίμε, χωρίς να λέμε τίποτα.


Μου άφησε τα κλειδιά στο μάρμαρο της μπανιέρας, δίπλα στο ρεσό. Μου χάιδεψε το βρεγμένο μου κεφάλι κι έφυγε.


Πήρα το κινητό και έγραψα στον φίλο μου, «Του πήρε μόνο δύο λεπτά. Χωρίσαμε». Και ήταν το τέλος. 

- Μελπομένη, 32


Το χασάπικο και το δράμα στην Πλατεία Εξαρχείων

Ήταν ο χειμώνας πριν την πρώτη καραντίνα, τότε που ακόμα βγαίναμε σε κλειστούς χώρους, χωρίς να φοβόμαστε και να μετράμε τις αποστάσεις με τα διπλανά τραπέζια. Εγώ και ο πρώην μου είχαμε πάει με μεγάλη παρέα σε ένα ψιλο-σάπιο ρεμπετάδικο στα Εξάρχεια.


Όλα κυλούσαν φυσιολογικά μέχρι που ακούγονται οι πρώτες νότες από τα «Μαργαριτάρια» του Κώστα Μακεδόνα, ένα κλασικό χασάπικο. Σηκώνομαι να χορέψω, αφού σημειωτέον έχω παρακαλέσει τον Γιώργο -τότε σχέση μου- και τις φίλες μου να με ακολουθήσουν.

Όταν ανεβαίνω στην πίστα, βλέπω μια τριάδα που χορεύει εντελώς εκτός ρυθμού, μπερδεύοντας τα πόδια της και έναν 30άρη, ο οποίος είχε σηκωθεί σχεδόν την ίδια στιγμή με μένα. Μου κάνει νόημα να χορέψουμε μαζί και χωρίς να το σκεφτώ πολύ πηγαίνω προς το μέρος του για να αποφύγω την αμηχανία να στέκομαι όρθια, μόνη μου.


Πιανόμαστε ώμο με ώμο και προσπαθούμε να συντονίσουμε τα βήματά μας. Παραδόξως, το project πάει αρκετά καλά και το κομμάτι τελειώνει. Ο άγνωστος άνδρας με ρωτάει το όνομά μου και πού είναι το τραπέζι μου. Ανταλλάσσουμε μια αμήχανη χειραψία κι εκείνη την ώρα το βλέμμα μου συναντιέται με τη ματιά του Γιώργου που στάζει «αίμα».


Αμέσως, κατάλαβα ότι αυτό δεν θα πάει καλά. Πηγαίνω με την ουρά στα σκέλια στο τραπέζι - δεν ένιωθα ένοχη για τίποτα, αλλά κατάλαβα πώς το είχε πάρει εκείνος. Την υπόλοιπη βραδιά δεν γύρισε να με κοιτάξει, τσούγκριζε με όλους εκτός από μένα και όταν του απηύθυνα τον λόγο, γύριζε επιδεικτικά από την άλλη. Προσπαθούσα να δώσω τόπο στην οργή, αλλά η συμπεριφορά κακομαθημένου πεντάχρονου δεν μου άφηνε πολλά περιθώρια.


Στο τέλος της βραδιάς, εκείνος ψέλισε ένα «γεια» προς όλους και πήγε στο αυτοκίνητο. Εγώ ξενερωμένη μεν, ώριμη δε, κατευθύνθηκα προς το αμάξι του, αφού χαιρέτησα τους φίλους μου. Ο Γιώργος ήταν ήδη με το χέρι στον λεβιέ ταχυτήτων - οι πόρτες κλειδωμένες. Τότε, χάνω κι εγώ την ψυχραιμία μου και αρχίζω να του φωνάζω «ΠΑΣ ΚΑΛΑ; ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ;».

Εκείνος ανοίγει το ντουλαπάκι του αμαξιού και βγάζει το νεσεσέρ που είχα φέρει για να διανυκτερεύσω σπίτι του. Κατεβάζει με ψυχραιμία το παράθυρο και μου το δίνει, λέγοντάς μου με τόνο πιο βαθύ κι από του Γιάγκου Δράκου: Τέλος. Έχω μείνει παγωτό. Έρχονται οι φίλοι μου και με βρίσκουν στήλη άλατος με τα ξεβαφτικά στο χέρι.


Το πρωί μάς βρήκε στην πλατεία Εξαρχείων, με μένα να κλαίω για την -ευτυχώς- χαμένη μου αγάπη, τους φίλους μου να με παρηγορούν και διάφορους περαστικούς να μου λένε “Girl, stop crying. He’s not worth it”.

- Εύα, 25


Θέλω να καλέσω την αστυνομία για να καταγγείλω μια παρανομία

Όλα ξεκίνησαν όταν αποφάσισα ένα Σάββατο βράδυ να πάω σε ένα πάρτι, χωρίς εκείνη. Είχαμε κάτι σαν ελεύθερη σχέση και βρισκόμασταν τα Σαββατοκύριακα. Είμαι λοιπόν στο πάρτι και περνάω φανταστικά. Το τηλέφωνό μου, βέβαια, δεν σταματάει να αναβοσβήνει. Τηλέφωνα, SMS, DM, όλα μαζί. Τελικά, μιλάμε στο τηλέφωνο και μου λέει ότι θα κοιμηθεί σπίτι μου, γιατί έχει ξεχάσει τα κλειδιά της και δεν θέλει να ξυπνήσει τους γονείς της - πρώτο «καμπανάκι».


Το πάρτι ήταν queer και όλοι ήταν σε πολύ sexy διάθεση. Έκανα σεξ με κάποια άλλη, έχοντας ήδη αποφασίσει ότι μόλις πάω σπίτι, θα ανακοινώσω στην Αλεξάνδρα ότι χωρίζουμε. Επιστρέφω και τη βρίσκω να κοιμάται. Το μεσημέρι που σηκωνόμαστε της λέω ότι «θέλουμε διαφορετικά πράγματα και ότι είναι καλύτερα να σταματήσουμε τώρα -στους τέσσερις μήνες- παρά αργότερα».

Αυτό ήταν. Είδα την Αλεξάνδρα όπως δεν την είχα ξαναδεί. Δοκίμασε όλους τους τρόπους. Έκλαιγε, μου φώναζε, με έβριζε, προσπαθούσε να μου παραθέσει λογικά επιχειρήματα για το ότι πρέπει να συνεχίσουμε μαζί και πάλι από την αρχή. Προσπάθησα να παραμείνω ψύχραιμος και της ζητούσα με όσο καλύτερο τρόπο μπορούσα να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγει από το σπίτι μου. Δεν άκουγε τίποτα, ήταν λες και μιλούσα στον τοίχο.


Της είπα «χωρίζουμε» στις 14.00 και είχε φτάσει 22.00 το βράδυ. Είχα πραγματικά απελπιστεί, δεν άντεχα ούτε ένα λεπτό ακόμα. «Αν δεν φύγεις, θα καλέσω την αστυνομία. Ας μην το κάνουμε αυτό». «Εγώ δεν φεύγω», μου το δήλωσε ξεκάθαρα.


Κάλεσα το «100» και παραδόξως ήρθε. Δεν έχω νιώσει χειρότερα για τον εαυτό μου, αλλά πίστευα ότι δεν μου έμενε άλλη επιλογή. Με το που έκανα το τηλεφώνημα, εκείνη άρχισε να με βρίζει και να με χτυπάει. Έκατσα και τα δέχτηκα όλα.


Έπειτα, η αστυνομία χτύπησε το κουδούνι. Όταν οι δύο αστυνομικοί ανέβηκαν στο σπίτι, η Αλεξάνδρα έκανε στροφή 180 μοιρών. Απόλυτα ψύχραιμη τους είπε ότι θα πάρει τα πράγματά της και θα φύγει. Έπαθα σοκ. Φεύγοντας ο αστυνομικός, μου είπε συνωμοτικά «αν δεν φύγει, θα είμαστε από κάτω». Εκείνη με κοίταξε με παγωμένο βλέμμα, πήρε την τσάντα της κι έφυγε.


Υ.Γ.: Εννοείται, δεν τελείωσε εκεί. Ήθελε να επιστρέψει για να πάρει τα πράγματά της. Συναντηθήκαμε σε καφέ, όσο κι αν επέμενε να έρθει σπίτι. Με έπαιρνε τηλέφωνο από δύο διαφορετικά νούμερα και με απόκρυψη. Μια Κυριακή, δύο εβδομάδες μετά, μου χτύπαγε το κουδούνι ασταμάτητα για να πιούμε μαζί καφέ και να φάμε κρουασάν από τον αγαπημένο μας φούρνο. Της είπα ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο να πούμε. Μου άφησε τον καφέ στην οροφή του αμαξιού, τα κρουασάν μάλλον τα έφαγε.

- Κώστας, 29


Δεν ήθελε σχέση μαζί μου, αλλά ήθελε με τον φίλο μου

Ήταν αρχές Νοεμβρίου, το μακρινό 2014. Εκείνη η μέρα έμοιαζε με κλασική μέρα φλώρου πρωτοετή φοιτητή από την επαρχία, που βαριόταν τη ζωάρα του στο μάθημα και περίμενε να τελειώσει, για να πάει με τους φίλους του για καφέ.


Τότε τη γνώρισα. Μια κοπέλα πολύ όμορφη, με αρκετά μυστήρια αύρα έσκασε πρώτη φορά στο αμφιθέατρο και εγώ έμεινα να την κοιτάω αποσβολωμένος, όσο η καθηγήτρια ανέλυε κάτι για τον Πλάτωνα.

Μόλις αντιλήφθηκα πως έπιασε ψιλοκουβεντούλα με έναν γνωστό, δεν έχασα ευκαιρία. Με ακραία ακροβατικά, σαν αρπακτικό εν ώρα μαθήματος, πήγα και έκατσα δίπλα τους, προκειμένου να την γνωρίσω. Φαινόταν έξυπνη, αλλά λίγο παράξενη κοπέλα.

Της πρότεινα να έρθει μαζί μας για καφέ. Από εκείνη τη μέρα, η παρέα της με την παρέα μου ενώθηκαν και γίναμε αυτοκόλλητοι. Καφέδες, βόλτες, παιχνίδια, ποτά. Ο έρωτας με είχε βαρέσει κατακούτελα. Οι επόμενοι μήνες μάς βρήκαν να παίζουμε τον σκύλο με τη γάτα.

Εκείνη είχε τεράστια προβλήματα με την οικειότητα και τη δέσμευση και εγώ να προσπαθώ μονίμως να γεφυρώσω το χάσμα. Μία ερχόταν κοντά μου κι έλεγε πως με θέλει, και μία έκανε πέντε βήματα πίσω και μου μίλαγε για ελευθερίες και ανεξαρτησίες. Ήξερε ότι την ήθελα σαν τρελός, αλλά εκείνη όταν άκουγε σχέση έβγαζε φλύκταινες. Πέρασαν μήνες έτσι, μέχρι που κλείσαμε δύο χρόνια.

Είχα κουραστεί να μου δίνει ψίχουλα και να με θυμάται όποτε εκείνη ήθελε. Κάποια στιγμή, έμαθα από κοινούς γνωστούς ότι η δεσμοφοβική Κατερίνα είχε ήδη κάνει σοβαρή σχέση και μάλιστα με τον φίλο μου, που του έλεγα τον πόνο μου για εκείνη.

Πήγα να τη βρω απροειδοποίητα στο σπίτι της. Δεν μου άνοιξε την πόρτα. Ένιωθα ότι θα εκραγώ αν δεν τη δω. Της έστειλα άπειρα μηνύματα να κατέβει. Ούτε ξέρω τι σκεφτόμουν, αλλά πάνω στην τρέλα μου της έγραψα ότι αν δεν τη δω απόψε, θα αυτοκτονήσω.

Ήρθε στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Πρώτη και τελευταία φορά, μέχρι σήμερα, έκλαιγα με λυγμούς μπροστά σε κοπέλα. Η Κατερίνα με παρηγόρησε σαν μια καλή φίλη και έφαγα ένα ετεροχρονισμένο, ωραιότατο friend zone. Δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ.

- Δημήτρης, 25




VICE

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου