Φύγαμε νύχτα από το Γκάγιε της Σρι Λάνκα, με μια λάντζα, ένα πολύ μικρό σκάφος, το οποίο προσέγγισε το πλοίο που θα επιβιβαζόμασταν στα ανοιχτά. Η λάντζα ανεβοκατέβαινε στα 3-5 μέτρα, καθώς πλησιάζαμε, τα κύματα ήταν τεράστια. Κάναμε εμετό, η θαλασσοταραχή ήταν μεγάλη.
»Στο πλοίο έπρεπε να ανέβουμε με ανεμόσκαλα, κουβαλώντας όλο τον εξοπλισμό μας. Έτσι, μέσα σε αυτή την κακοκαιρία, υπήρχε κίνδυνος να χάσουμε μέρος του εξοπλισμού, πριν καν ξεκινήσουμε. Είχαμε λάβει εκπαίδευση, διότι αν πάρεις την ανεμόσκαλα από πολύ χαμηλά κι έρθει το κύμα, το καράβι μπορεί να σου κόψει τα πόδια».
Λίγοι κινηματογραφιστές έχουν φτάσει με αυτόν τον τρόπο στο location του γυρίσματος. Ο Γρηγόρης Ρέντης μαζί με ένα ολιγομελές συνεργείο πήρε το ρίσκο να ανέβει στο εμπορικό πλοίο που διαπλέει τη λεγόμενη ζώνη υψηλής επικινδυνότητας ανοιχτά της ακτογραμμής της Σομαλίας, όπου ειδικά τα προηγούμενα χρόνια οι πειρατικές επιθέσεις ήταν πολύ συχνές.
Αδιάκοπη εκπαίδευση, γυμναστική, συντήρηση των όπλων, drills, ασκήσεις ετοιμότητας, δωμάτιο πανικού πάνω στο πλοίο.
Η «Βάρδια» είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, ένα ντοκιμαντέρ το οποίο καταγράφει τρεις μισθοφόρους διαφορετικών ηλικιών, που προστατεύουν εμπορικά πλοία από πειρατικές επιθέσεις: ο πρώτος περιμένει και προετοιμάζεται στη Σρι Λάνκα για το παρθενικό του ταξίδι, ο δεύτερος είναι εν πλω, σε μόνιμη επιφυλακή για μια πιθανή επίθεση και ο τρίτος, βετεράνος μισθοφόρος πια, επιστρέφει μετά από ταξίδι στην οικογένειά του.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Και οι τρεις αποφάσισαν ότι τα ταξίδια που καταγράφονται ή συζητιούνται στην ταινία θα ήταν τα τελευταία τους. Ο Γρηγόρης Ρέντης αποτυπώνει, με καθόλου δημοσιογραφική αλλά στιλιζαρισμένη κινηματογραφικά προσέγγιση, την καθημερινότητα των μισθοφόρων, η ζωή των οποίων γυρίζει γύρω από έναν κίνδυνο που συνεχώς αιωρείται, αλλά μπορεί και να μην έρθει ποτέ.
Αδιάκοπη εκπαίδευση, γυμναστική, συντήρηση των όπλων, drills, ασκήσεις ετοιμότητας, δωμάτιο πανικού πάνω στο πλοίο, πλήρης απουσία γυναικών και εν τέλει απουσία του ίδιου του εχθρού, γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η ύπαρξη των μισθοφόρων.
Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια, η πειρατεία στα ύδατα ανοιχτά της Σομαλίας έχει μειωθεί, διότι ο τομέας της ναυτικής ασφάλειας έχει εξελιχθεί πάρα πολύ. Έτσι, πολλοί μισθοφόροι εγκαταλείπουν τη δουλειά αυτή, καθώς διψούν για δράση.
Το “Dogwatch’’ που συνεχίζει την ήδη εντυπωσιακή του πορεία στα διεθνή φεστιβάλ, σε πάρα πολλές χώρες της Ευρώπης, την Αίγυπτο και τις ΗΠΑ, πραγματεύεται ακριβώς αυτό: το τέλος της δράσης. Η αφίσα της ταινίας με το πράσινο στρατιωτάκι που λιώνει σιγά-σιγά εκφράζει με τον πιο εύγλωττο τρόπο την ψυχοσύνθεση των μισθοφόρων, που «παίζουν πόλεμο» και προετοιμάζονται για μια σύγκρουση με έναν απατηλό εχθρό που δεν έρχεται
«Το “dogwatch’’ είναι ένας όρος που υπάρχει στη ναυτιλία και έχει να κάνει με τις βάρδιες. Υπάρχουν διάφορες απόψεις για την ετυμολογία της, αλλά αυτή που εμένα τουλάχιστον μου φάνηκε πιο σωστή είναι ότι προέρχεται από το “dogde watch’’, δηλαδή η βάρδια που θες να αποφύγεις, το γερμανικό, ας πούμε, τις πρώτες πρωινές ώρες που είναι πιο ήρεμα τα νερά και πιο επικίνδυνα. Πολλές πειρατικές επιθέσεις γίνονται με το πρώτο φως της μέρας», σημειώνει ο Γρηγόρης Ρέντης.
«Αυτό που θα δει κανείς στην ταινία, ήταν ένα κανονικό suspicious approach. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν μαθαίνεις αν ήταν όντως πειρατές ή όχι, αλλά μας πλησίασαν τρία σκιφάκια».
Ο ίδιος μπήκε στον άγνωστο κόσμο των μισθοφόρων χωρίς προκαταλήψεις, αλλά και πάλι έμεινε έκπληκτος από τα διαφορετικά τους «θέλω», τις ρωγμές και τα background που κρύβονται πίσω από άψογα γυμνασμένα ανδρικά κορμιά, πάντα σε επιφυλακή. Το “Dogwatch’’, μεταξύ άλλων, είναι μια ταινία για τον τρόπο που δομείται η ανδρική ταυτότητα, για το ποιος είσαι, όταν δεν χρειάζεται πια να είσαι δυνατός και φυσικά για την ίδια τη σημασία της δύναμης και της ευαλωτότητας.
Η αναζήτηση της ρευστής έννοιας της αρρενωπότητας και του ρόλου του άνδρα στην κοινωνία σήμερα είναι από τους πιο βαθείς λόγους που ο Γρηγόρης Ρέντης έφτασε στην ολοκλήρωση μιας ταινίας, αντικειμενικά πάρα πολύ δύσκολης να υλοποιηθεί (μόνο η εξασφάλιση της άδειας για να κινηματογραφήσει τον μισθοφόρο πάνω στο πλοίο πήρε χρόνια ) και επικίνδυνης για τον ίδιο και το συνεργείο.
Συνήθως, οι πειρατές είναι καμουφλαρισμένοι ως ψαράδες, όπως μας λέει ο σκηνοθέτης. Όταν υπήρξε suspicious approach (ύποπτη προσέγγιση από πλοιάριο που μπορεί να εξελιχθεί σε πειρατική επίθεση) και πλησίασαν το πλοίο τρεις βάρκες, τα λεγόμενα skiff, το πρώτο ένστικτο του Γρηγόρη Ρέντη ήταν να κινηματογραφήσει τη στιγμή:
ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΥΣ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΠΛΟΙΟ. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΘΩΜΑΣ ΤΣΙΦΤΕΛΗΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΕΝΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΥΣ. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Γρηγόρης Ρέντης: Προφανώς, αυτό το παιχνίδι που γίνεται, αυτό το «πείραγμα» ας πούμε, σχετικά με το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν πειρατές, τι σημαίνει να γίνει η επίθεση, ποιος είναι ο εχθρός, αποτελεί μεγάλο κομμάτι της ταινίας. Οπότε, σίγουρα θα είχε ενδιαφέρον να πετύχουμε πειρατές, αλλά πάνω απ’ όλα, προσωπικά έψαχνα το «κρακ» στους χαρακτήρες, αυτό θεωρώ πιο κομβικό.
Για όλους, ήταν πολύ σημαντική η εμπειρία αυτή. Ο δεύτερος χαρακτήρας αποφάσισε μετά την ταινία να μην κάνει άλλο ταξίδι, συνειδητοποίησε μέσα του ότι ως εδώ ήταν και ότι δεν έχει να του δώσει κάτι άλλο αυτή η δουλειά.
Είναι τρομερό αυτό. Και για τον τρίτο χαρακτήρα, τον οποίο κινηματογραφούμε να επιστρέφει σπίτι του, μετά από ένα μεγάλο ταξίδι, αυτό ήταν το τελευταίο του συμβόλαιο ως μισθοφόρου, πράγμα που δεν γνωρίζαμε, όταν γυρίζαμε την ταινία.
«Σε περίπτωση πειρατείας, όλοι θα συγκεντρωνόμασταν σε έναν χώρο στον “πυρήνα” του πλοίου, όπου υπάρχουν κάποιες προμήθειες. Αυτό είναι κάτι σαν δωμάτιο πανικού».
Αυτό έχει μια αξία, διότι όταν μπαίνει κάποιος χαρακτήρας σε ένα ντοκιμαντέρ μπορεί να έρθει αντιμέτωπος με τον εαυτό του και με το τι θέλει να κάνει στη ζωή του. Νομίζω ότι με την απόφαση να μπεις σε ένα τέτοιο πρότζεκτ, κλείνει ένας κύκλος ή ανοίγει ένας άλλος.
Όλα αυτά με ενδιέφεραν πολύ περισσότερο. Δεν ήταν η πρόθεσή μου να κάνω μια δημοσιογραφική αποτύπωση του θέματος. Νομίζω πιο πολύ με ενδιέφερε να εκμεταλλευτώ το backdrop της πειρατείας, για κάτι πιο λεπτό, ουσιαστικά. Ο λόγος που επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες για την ταινία ήταν αυτός: η αναζήτηση τους σε κάτι άλλο, έψαχναν όλοι κάτι διαφορετικό.
Ήταν μεγάλο ρίσκο, αλλά είναι από αυτά τα ελεγχόμενα ρίσκα που παίρνεις, γιατί ουσιαστικά είσαι προστατευμένος και εκτεθειμένος, με τον ίδιο τρόπο που είναι και το πλήρωμα. Και είναι ένα ρίσκο που πήραμε, κι εγώ και το συνεργείο, ο διευθυντής φωτογραφίας και ο ηχολήπτης που ήμασταν μαζί πάνω στο πλοίο. Ήταν μια απόφαση που πήραμε όλοι μαζί, αλλά η αλήθεια είναι ότι υπήρχε κίνδυνος. Φυσικά, είχαμε μια σχετική εκπαίδευση για το τι θα πρέπει να κάνουμε και είχαμε και κάποια αλεξίσφαιρα γιλέκα παραπάνω.
Σε περίπτωση πειρατείας, όλο το πλήρωμα –και εμείς φυσικά– θα συγκεντρωνόμασταν σε έναν χώρο στον «πυρήνα» του πλοίου, το λεγόμενο citadel, όπου υπάρχουν κάποιες προμήθειες. Αυτό είναι κάτι σαν δωμάτιο πανικού, όπου βρίσκεται το πηδάλιο και μπορείς να έχεις έλεγχο της πλοήγησης.
Τα γυρίσματα, όμως, ήταν εξίσου επικίνδυνα και σε άλλα σημεία. Προφανώς, στο πλοίο υπάρχει η απειλή της πειρατείας, όμως το να ανεβούμε και να κατεβούμε από το πλοίο με ανεμόσκαλα, με όλο μας τον εξοπλισμό και σε συνθήκες θαλασσοταραχής, ήταν από τα πάρα πολύ δύσκολα πράγματα. Και τη στιγμή που πατήσαμε στο πλοίο, έπρεπε να κινηματογραφήσουμε τους χαρακτήρες να ανεβαίνουν. Κανένας δεν περίμενε.
Επίσης, είχαμε αληθινά πυρά σε όλα τα γυρίσματα - και στην Αθήνα, όπου γυρίσαμε πολλές από τις ασκήσεις εκπαίδευσης του μισθοφόρου. Αυτό απαιτεί εξοικείωση και αμοιβαία εμπιστοσύνη, διότι είμαστε άνθρωποι που συναντηθήκαμε για την ταινία.
ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «ΒΑΡΔΙΑ» ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΡΕΝΤΗ
Πόσες μέρες ήσουν πάνω στο πλοίο που πέρασε από τη ζώνη υψηλής επικινδυνότητας;
Για το κομμάτι της ταινίας που είναι εν πλω, κάναμε ένα ταξίδι από το Γκάγιε της Σρι Λάνκα, ένα από τα βασικά λιμάνια, διασχίσαμε τη ζώνη υψηλής επικινδυνότητας ανοιχτά της Σομαλίας, περάσαμε από την Πύλη των Δακρύων που είναι στην αρχή της Ερυθράς Θάλασσας και φτάσαμε μέχρι το Σουέζ, όπου και οι μισθοφόροι και εμείς αποβιβαστήκαμε και ολοκληρώθηκε το ταξίδι. Οπότε, μείναμε στην επικίνδυνη ζώνη για περίπου 15 ημέρες. Η ταινία φυσικά είχε γυρίσματα και στη Σρι Λάνκα, όπου υπάρχει προετοιμασία για ένα ταξίδι, και στην Αθήνα.
Ποια είναι η ρουτίνα ενός μισθοφόρου πάνω στο πλοίο;
Καταρχάς, χωρίζουν τις βάρδιες. Υπάρχει φύλαξη 24 ώρες το 24ωρο, οπότε το 1/3 της μέρας τους το περνάνε πάνω στη γέφυρα, καθότι είναι τρεις μισθοφόροι. Επίσης, πρέπει να κρατάνε σημειώσεις για το τι είδαν και τι έκαναν, αυτό είναι το γραφειοκρατικό κομμάτι της δουλειάς τους και υπάρχει και ένα μεγάλο κομμάτι εκπαίδευσης, ασκήσεις και drills που κάνουν εκτός επικίνδυνης ζώνης, σαν προετοιμασία. Επιπλέον, συντηρούν τα όπλα τους, και από εκεί και πέρα περνάει ο χρόνος με γυμναστικές, διαβάσματα κλπ.
Έτυχε να κάνω μια ταινία μικρού μήκους, πριν από πολλά χρόνια, σε ένα μοναστήρι και παραδόξως είχαν πάρα πολλά κοινά οι μισθοφόροι με τους μοναχούς, στις αντιφάσεις που είχαν και στην προσήλωση στον θεό των μεν, στον σκοπό των δε.
Για παράδειγμα, θυμάμαι έναν μοναχό που έτυχε να είναι ντράμερ σε πανκ συγκρότημα. Επίσης, ένας μισθοφόρος που γνώρισα οργανώνει πανκ συναυλίες, πράγμα που δεν το περιμένεις. Νομίζω δεν ήθελα να μπω στην ταινία με προκαταλήψεις. Και τελικά, όντως ο καθένας είναι πολύ διαφορετικός.
«Οι περισσότεροι μισθοφόροι που γνώρισα έλεγαν ότι αν ήταν Σομαλοί, θα ήθελαν να είναι πειρατές. Υπήρχε σεβασμός, μ’ έναν τρόπο»
Σίγουρα, στο πλοίο υπάρχει μια αίσθηση εγκλεισμού και το γεγονός ότι είναι όλοι άνδρες, στοιχείο που υπάρχει στα μοναστήρια που ανέφερα, στις φυλακές ή σε μια ομάδα ανθρακωρύχων κλπ. δημιουργεί μια πολύ διαφορετική δυναμική
.Ο καθένας έχει μια πολύ συγκεκριμένη εργασία να εκτελέσει μέσα στην ημέρα. Οπότε, αυτή η ρουτίνα κάπως απελευθερώνει το μυαλό και υπάρχει ψυχική ηρεμία, μέσα από αυτό ή και ανία.
Βέβαια, με τον χρόνο, αυτό μπορεί να μετατραπεί σε cabin fever (σ.σ. σύνδρομο εγκλεισμού) και έτσι δημιουργείται μια δίψα για εκτόνωση. Γι’ αυτό, οι μισθοφόροι κάνουν πολύ γυμναστική, κάνουν όλες αυτές τις εκπαιδευτικές ασκήσεις που τους βοηθούν να βρουν μία ισορροπία.
Βέβαια, με τον χρόνο, αυτό μπορεί να μετατραπεί σε cabin fever (σ.σ. σύνδρομο εγκλεισμού) και έτσι δημιουργείται μια δίψα για εκτόνωση. Γι’ αυτό, οι μισθοφόροι κάνουν πολύ γυμναστική, κάνουν όλες αυτές τις εκπαιδευτικές ασκήσεις που τους βοηθούν να βρουν μία ισορροπία.
ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «ΒΑΡΔΙΑ» ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΡΕΝΤΗ
Μου είπες πριν ξεκινήσουμε ότι οι Έλληνες μισθοφόροι, στην πραγματικότητα τρέφουν εκτίμηση για τους Σομαλούς πειρατές.
Ακριβώς. Το ενδιαφέρον σε όλες συνεντεύξεις που έκανα στο πλαίσιο της έρευνας και γνωρίζοντας κόσμο που ζούσε στη Σρι Λάνκα ήταν ότι όλοι έτρεφαν εκτίμηση για τους πειρατές, με την έννοια ότι τους βλέπουν ως ανθρώπους που υπερασπίζονται τα ύδατά τους, τη χώρα τους και έχουν μια κάπως ηρωική διάσταση. Και αυτήν τη διάσταση την εκτιμούν ιδιαίτερα, σαν οι μισθοφόροι και οι πειρατές να είναι η διαφορετική όψη του ίδιου νομίσματος.
«Πάντα υπήρχε μια κάμερα stand-by στη γέφυρα, για να πετύχουμε μια πιθανή επίθεση πειρατών».
Αναρωτιέμαι πώς βλέπουν οι πειρατές τους μισθοφόρους και τους Δυτικούς γενικά, αλλά οι περισσότεροι μισθοφόροι που γνώρισα εγώ έλεγαν ότι αν ήταν Σομαλοί, θα ήθελαν να είναι πειρατές. Έβλεπαν τη λογική, δηλαδή, πίσω από αυτό. Υπήρχε σεβασμός, μ’ έναν τρόπο, πράγμα που είναι ωραίο και λέει κάτι μεγαλύτερο.
Τρεις κινηματογραφιστές, τρεις μισθοφόροι πάνω στο πλοίο. Για τη δική σας ομάδα, πώς ήταν αυτό το ταξίδι; Ποια ήταν η καθημερινότητά σας;
Ήμασταν σε τρομερή εγρήγορση. Πίσω από την κάμερα υπήρχε μια τρομερά απαιτητική διαδικασία, η οποία σημαίνει ότι ξυπνούσαμε κάθε πρωί, λίγο πριν το ξημέρωμα, για να τραβήξουμε με το φως που θέλαμε, ακολουθούσαμε όλες τις βάρδιες - όσες περισσότερες μπορούσαμε.
Ήμασταν μόνο τρεις, οπότε όλο αυτό ήταν πάρα πολύ απαιτητικό. Δεν σταματούσαμε καθόλου, παρά μόνο όταν υπήρχε ουσιαστική σωματική κούραση και κάπου εκεί ξεκουραζόμασταν λίγο και ξεκινούσαμε ξανά.
Δεν μας ενημέρωνε κανείς για αυτά που θα συνέβαιναν κάθε μέρα, οπότε προσπαθούσαμε να μη χάνουμε στιγμές. Επίσης, πάντα υπήρχε μια κάμερα stand-by στη γέφυρα, για να πετύχουμε μια πιθανή επίθεση πειρατών. Και το suspicious approach μ’ αυτό το τραβήξαμε.
ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΑΠΟ ΤΗ «ΒΑΡΔΙΑ» ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΡΕΝΤΗ
Τι ορίζεται ως suspicious approach, στον κόσμο της ναυτιλίας, όταν υπάρχει απειλή πειρατικής επίθεσης;
Σε αυτόν τον κόσμο, υπάρχουν κάποιοι κανόνες για το τι πρέπει να συμβεί ανάλογα με την επικινδυνότητα του περιστατικού, οπότε ακολουθείται πρωτόκολλο. Το πρωτόκολλο ενεργοποιείται, όταν δουν κάποια κίνηση που μπορεί να θεωρηθεί suspicious approach.
Συνήθως οι πειρατές δεν είναι εμφανείς, αλλά καμουφλαρισμένοι ως ψαράδες, έχουν δίχτυα κ.λπ. Συνήθως πλησιάζουν με μικρά πλοιάρια, τα λεγόμενα skiff και την τελευταία στιγμή εμφανίζουν τα όπλα τους ή τις πιο δυνατές μηχανές τους, για να κάνουν ρεσάλτο στο πλοίο, διότι αυτό γίνεται
Έχουμε μια ενδιαφέρουσα στατιστική που υπάρχει στην ταινία: κανένα ένοπλο πλοίο δεν έχει απαχθεί. Έχουν γίνει προσεγγίσεις, αλλά οι πειρατές από τα σκιφάκια είναι πολύ δύσκολο να πετύχουν τον στόχο τους σε ένα καράβι 10 μέτρα ψηλό.
Βέβαια, συχνά έχουν RPG (σ.σ. αντιαρματικό ρουκετοβόλο), για αυτόν τον λόγο. Μπορεί να προσπαθήσουν να ρίξουν ρουκέτες στη γέφυρα, αλλά ένας ένοπλος πάνω στο πλοίο έχει τη δυνατότητα να στοχεύσει και να απενεργοποιήσει τον κίνδυνο.
Φυσικά, μέχρι να φτάσουν τα πράγματα εκεί, προηγούνται πολλά άλλα στάδια. Το πρώτο πράγμα που γίνεται στο suspicious approach είναι ότι οι μισθοφόροι δείχνουν τα όπλα τους, για να καταλάβουν οι άλλοι ότι υπάρχει ένοπλο πλήρωμα στο πλοίο.
ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΑΠΟ ΤΗ «ΒΑΡΔΙΑ» ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΡΕΝΤΗ.
Αυτό που ζητείται μέσω του ασυρμάτου, εφόσον υπάρχει δυνατότητα, είναι τα μικρά πλοιαράκια να αλλάξουν πορεία. Αν δεν απομακρυνθούν, οι μισθοφόροι μπορεί να ρίξουν κάποιες προειδοποιητικές βολές στον αέρα. Καθυστερεί πολύ το κομμάτι τού να ρίξουν σε κάποιον.
Βέβαια, έχουν συμβεί πολλά ατυχήματα με μισθοφόρους που έχουν αγχωθεί ή πανικοβληθεί πολύ νωρίς και έχουν σκοτώσει κόσμο. Θυμάμαι την περίπτωση δύο Ιταλών μισθοφόρων που σκότωσαν Ινδούς ψαράδες και βρέθηκαν προφανώς στη φυλακή.
Ενώ φαίνεται ότι η πειρατεία είναι το πιο επικίνδυνο κομμάτι, στην πραγματικότητα άλλα πράγματα είναι πιο επικίνδυνα και μπορεί να προκαλέσουν θάνατο, Για παράδειγμα, λάθη που μπορεί να γίνουν μεταφέροντας όπλα.
Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια μεγάλη συζήτηση για το τι σημαίνει αρρενωπότητα/θηλυκότητα και πόσο ρευστές είναι τελικά αυτές οι έννοιες. Οι άνδρες της ταινίας βιώνουν, όπως είπες, το τέλος της δράσης. Είναι η «Βάρδια» μια ταινία για το ποια είναι η ταυτότητά σου ως άνδρα, όταν δεν χρειάζεται πια να είσαι συνεχώς δυνατός;
Σίγουρα, η ταινία έχει μια σχέση με αυτό το κομμάτι. Για μένα, ήταν πολύ σημαντικό να υπάρχει μια σχετική απομυθοποίηση του συμβόλου του στρατιώτη, γιατί θεωρώ ότι η λύση δεν είναι τα όπλα. Ως αγόρι, μαθαίνεις από πολύ μικρός ότι πρέπει να είσαι δυνατός, δεν πρέπει να δείχνεις ευάλωτος, δεν πρέπει να κλαις. Εκεί βρίσκεται η αρχή μεγάλων προβλημάτων που έχουμε στην κοινωνία και αυτό σίγουρα αφορά τη «Βάρδια».
Για μένα, ουσιαστικά οι τρεις χαρακτήρες της ταινίας είναι ένας ήρωας. Στην πραγματικότητα, ακολουθούμε την ιστορία ενός ανθρώπου: ένας νέος φεύγει παθιασμένος να κατακτήσει τον κόσμο, να αποδείξει ότι είναι ο πιο δυνατός και διαρκώς απομυθοποιείται αυτό.
Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΤΟΥ ''DOGWATCH'' ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΡΕΝΤΗΣ. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΝΤΙΑΝΝΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Το σώμα αλλάζει και παρόλο που παραμένει δυνατό με έναν τρόπο, διαγράφει μια φθίνουσα πορεία, τα μαλλιά γκριζάρουν, τα μάτια χρειάζονται φροντίδα. Έτσι φθίνει και η δύναμη και μπαίνει στην κουβέντα μια πιο ουσιαστική έννοια του τι σημαίνει να είσαι παρών.
Σε αυτόν τον έναν συμβολικό χαρακτήρα της ταινίας, λείπει η δράση. Υπάρχει ένα κενό, το οποίο δεν γεμίζει ποτέ και αυτό θεωρώ ότι είναι το κομμάτι που πρέπει να συζητάμε λίγο περισσότερο στην κοινωνία. Όλη αυτή η συζήτηση, που έχει ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια, για τον ρόλο και τη σχέση ανδρών και γυναικών είναι μια συζήτηση που πρέπει να γίνεται και μεταξύ αντρών και δεν συμβαίνει τόσο πολύ.
Ελπίζω ότι θα είναι το επόμενο βήμα. Η ταινία ανοίγει με μια γυναίκα και κλείνει με μια γυναίκα και αυτό το κομμάτι της είναι κομβικό και ένας από τους λόγους που αγαπώ το “Dogwatch’’.
Νομίζω ότι μια ταινία ολοκληρώνεται όταν έχεις ένα πιο βαθύ λόγο που την κάνεις. Και νομίζω ότι αυτός ο λόγος για μένα έχει να κάνει με τον ρόλο του άνδρα στην κοινωνία σήμερα και το τι σημαίνει να είσαι δυνατός ή προστάτης. Ίσως αυτή ήταν μια κινητήριος δύναμη που με έκανε να νιώθω ότι έπρεπε να τελειώσει η ταινία, να κλείσει ένα κεφάλαιο.
Σε ένα ντοκιμαντέρ η πραγματικότητα σε ξαφνιάζει διαρκώς και οι δυσκολίες που προκύπτουν είναι μέρος της φύσης του είδους. Πρέπει να έχεις μια πυξίδα που είναι ανεξάρτητη από το πώς έρχονται τα πράγματα. Και ήταν μεγάλο μάθημα αυτό, για μένα: να κάνω τα προβλήματα μέρος της διαδικασίας και τις δυσκολίες κομμάτι της τελικής μορφής της ταινίας.
*H «Βάρδια» του Γρηγόρη Ρέντη θα προβληθεί στους ελληνικούς κινηματογράφους το φθινόπωρο.
*Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Γρηγόρη Ρέντη είναι μέρος του εκτενούς φωτογραφικού του πρότζεκτ ‘‘Hurry up and Wait’’, το οποίο θα παρουσιαστεί παράλληλα με την προβολή της «Βάρδιας».
Νομίζω ότι μια ταινία ολοκληρώνεται όταν έχεις ένα πιο βαθύ λόγο που την κάνεις. Και νομίζω ότι αυτός ο λόγος για μένα έχει να κάνει με τον ρόλο του άνδρα στην κοινωνία σήμερα και το τι σημαίνει να είσαι δυνατός ή προστάτης. Ίσως αυτή ήταν μια κινητήριος δύναμη που με έκανε να νιώθω ότι έπρεπε να τελειώσει η ταινία, να κλείσει ένα κεφάλαιο.
Σε ένα ντοκιμαντέρ η πραγματικότητα σε ξαφνιάζει διαρκώς και οι δυσκολίες που προκύπτουν είναι μέρος της φύσης του είδους. Πρέπει να έχεις μια πυξίδα που είναι ανεξάρτητη από το πώς έρχονται τα πράγματα. Και ήταν μεγάλο μάθημα αυτό, για μένα: να κάνω τα προβλήματα μέρος της διαδικασίας και τις δυσκολίες κομμάτι της τελικής μορφής της ταινίας.
*H «Βάρδια» του Γρηγόρη Ρέντη θα προβληθεί στους ελληνικούς κινηματογράφους το φθινόπωρο.
*Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Γρηγόρη Ρέντη είναι μέρος του εκτενούς φωτογραφικού του πρότζεκτ ‘‘Hurry up and Wait’’, το οποίο θα παρουσιαστεί παράλληλα με την προβολή της «Βάρδιας».


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου